"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Φορέας

Την πρώτη φορά που την είδα, παρέλυσα από την ομορφιά της. Είχε τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά τα πιο βαθιά μπλέ μάτια που είχα αντικρύσει ποτέ. Την έβλεπα από το κατάστρωμα του πλοίου που απομακρυνόταν αργά, μα η ίδια φαινόταν να με πλησιάζει αντί να χάνεται στην απόσταση, σαν τα μάτια της να με τραβούσαν με αόρατες κλωστές όλο και πιο κοντά της. Λίγο πριν φωνάξουν το όνομα μου και αποσπαστώ από την μορφή της, ένιωθα τα ρουθούνια μου να γεμίζουν με το άρωμα της, αυτό το χαρακτηριστικό γλυκό άρωμα των βρεγμένων από το θαλασσινό νερό μαλλιών της.
Όταν ξαναγύρισα να την κοιτάξω, δεν υπήρχε πια.
Τα όνειρα ήταν απλά η αρχή του θανάτου μου, ένα πρελούδιο που θα με αποδυνάμωνε αρκετά ώστε να με καθηλώσει για να μην αντισταθώ στα σχέδια της. Όταν ξεκίνησα να τα βλέπω, τους πρώτους δύο μήνες του ταξιδιού, το απέδωσα στο άγχος μου. Ίσως μου έλειπε το σπίτι μου, οι γονείς μου, η κοπέλα μου. Το μόνο σίγουρο είναι οτι δεν έδωσα σημασία στη φωνή που μιλούσε στα όνειρα μου και μου δήλωνε την αγάπη της, που με καλούσε να βρώ τρόπο να πάω κοντά της το συντομότερο δυνατόν, να αλλάξω την πορεία του πλοίου και να κατευθυνθώ βόρεια.
Έβλεπα μια εικόνα ενός απομακρυσμένου νησιού και εκείνη γυμνή, να είναι καθισμένη στην αμμουδιά με γυρισμένη την πλάτη της. Τα βρεγμένα μαύρα μαλλιά της χύνονταν στους ώμους και στην πλάτη της, θυμίζοντας μου την πλούσια μυρωδιά που είχα αισθανθεί την πρώτη φορά που την είδα στο λιμάνι. Στα πρώτα όνειρα είχαμε απόσταση γύρω στα δέκα μέτρα και όμως την ένιωθα τόσο κοντά μου, ένιωθα αληθινά το δέρμα της να με ακουμπάει. Ξυπνούσα με ένα βαρύ συναίσθημα ανικανοποίητης επαφής, με το κεφάλι μου μουδιασμένο σαν να έκλαιγα όλη τη νύχτα, πράγμα που επιβεβαίωσαν οι συγκάτοικοι της καμπίνας μου. Στην αρχή γελούσαμε με τις αφηγήσεις των νυχτερινών μου εξορμήσεων, ακόμα και αν ξυπνούσα ανεξήγητα βρεγμένος από πάνω ώς κάτω. Σε κάθε νέο όνειρο όμως, φαινόταν να τοποθετούμαι όλο και πιο κοντά της, μέχρι που τελικά εμφανίστηκα ακριβώς δίπλα της. Εκείνο το βράδυ ξύπνησα ουρλιάζοντας, χωρίς να θυμάμαι τι μπορεί να με είχε τρομοκρατήσει τόσο πολύ. Θυμόμουν απλά ότι την είδα όρθια, αιωρούμενη δίπλα μου ακριβώς, έτοιμη να γυρίσει να με κοιτάξει.
Όσο περνούσε ο καιρός ξυπνούσα όλο και πιο κουρασμένος, πιο βρεγμένος, πιο βρώμικος. Ένα ξημέρωμα, ξυπνώντας απότομα από το όνειρο μου, συνειδητοποίησα με φρίκη ότι ήμουν καλυμένος με φύκια! Σηκώθηκα σπαστικά, τα μάζεψα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έτρεξα έξω, στο κατάστρωμα για να τα πετάξω στη θάλασσα. Γυρνώντας, έπεσα πάνω στον καπετάνιο , αλαφιασμένος, πανικόβλητος και με φύκια ακόμα μπλεγμένα στα ξυπόλυτα πόδια μου. Δεν μου μίλησε, απλά κοκάλωσε τρομοκρατημένος στην άκρη του διαδρόμου, στο σκοτάδι. Τον κοίταξα, του ένευσα με το κεφάλι και μπήκα βιαστικά στην καμπίνα μου, σίγουρος στην παράννοια μου ότι η συμπεριφορά μου ήταν καθ'όλα λογική.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα αργά, σε μια άδεια καμπίνα την ώρα που νύχτωνε. Ντύθηκα τρέμοντας ακόμα από την βραδινή μου εμπειρία και έτρεξα στο γραφείο του καπετάνιου. Τον βρήκα να διαβάζει τους χάρτες του ταξιδιού μας μαζί με άλλους ναύτες και όταν χτύπησα την πόρτα επικράτησε σιωπή σε όλο το δωμάτιο.
Χωρίς να με κοιτάξει, μου ανακοίνωσε οτι γυρνάμε σπίτι. Οι ναύτες δεν σχολίασαν τα βρεγμένα μου χάλια, έσκυψαν το κεφάλι και με αγνόησαν. Τον ρώτησα αν είχε κάποια δουλειά για εμένα και μου είπε απότομα να γυρίσω στην καμπίνα μου. Δεν έφερα αντίρρηση. Γύρισα στο δωμάτιο και κατέρρευσα στο κρεβάτι μου.
Ξύπνησα μέσα στη νύχτα από τις κραυγές και την απότομη αλλαγή κίνησης του πλοίου. Βγήκα γρήγορα στους σκοτεινούς διαδρόμους, ουρλιάζοντας για τους φίλους μου, για τον καπετάνιο, όμως είχε πέσει σιγή. Έβλεπα πτώματα παντού, κορμιά βεβηλωμένα, χωρίς πρόσωπα, χωρίς χέρια, με ανοιγμένα τα στέρνα τους και βγαλμένους τους πνεύμονες, τα στομάχια τους χυμένα στο λιγδιασμένο από το αίμα πάτωμα. Ούρλιαζα για τον καπετάνιο με την φρίκη να παραμορφώνει την φωνή μου, τα δάκρυα του τρόμου να θαμπώνουν την όραση μου και εγώ να παραπατάω πάνω στα μέλη των πτωμάτων, να γλιστράω στο αίμα τους.Το χέρι μου ξαφνικά γέμισε αίμα, και με λύγισε ο πόνος στην παλάμη μου. Κοίταξα γύρω μου και οι μεταλικοί τοίχοι ήταν χαρακωμένοι, σκισμένοι από κάτι αφύσικα δυνατό και παχύ. Όλοι οι διάδρομοι του καραβιού ήταν πλήρως κατεστραμένοι από κάτι σαν παχύ, δυνατό μαχαίρι.
Και τότε, την είδα. Στεκόταν και πάλι γυμνή, στο σκοτάδι. Ήξερα ότι ήταν αυτή, ακόμα και αν δεν την διέκρινα καθαρά. Τα χέρια της...Ω Θεοί τα χέρια της, δεν ήταν ανθρώπινα πια. Δεν είχε δύο χέρια, δεν είχε χέρια καν, είχε απολήξεις που έμοιαζαν με πλοκάμια που κατέληγαν σε κοφτερές, μυτερές λεπίδες! Τα πόδια της σκίστηκαν στα δύο απότομα και με ένα δυνατό ήχο, ανοίγοντας το δρόμο για περισσότερα εξωκοσμικά πλοκάμια. Το στόμα της ήταν ανοιχτό και έσταζε αίμα, ανάμεσα στα αναρίθμητα δόντια που είχαν καταλάβει το μισό της πρόσωπο, έχασκε και ούρλιαζε το όνομα μου! Πετάχτηκε απότομα πάνω μου και εγώ λιποθύμησα.
Ξύπνησα, δεμένος στο κατάστρωμα, με τεντωμένα τα άκρα μου. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, νιώθω απλά κρύο και υγρασία μέσα στην άδεια νύχτα της θάλασσας, σε ένα πλοίο που πλέον δεν ταξιδεύει αλλα επιπλέει. Το τέρας είναι πάντοτε δίπλα μου, κάποτε σέρνεται, κάποτε περπατάει με τις λεπίδες αλλά είναι πάντα δίπλα μου. Νιώθω το στομάχι μου γεμάτο, τα πνευμόνια μου υγρά. Κάτι κινείται μέσα στα σωθικά μου, κάτι κολυμπάει μέσα μου και μερικές φορές ανεβαίνει στον οισοφάγο μου προσπαθώντας να με πνίξει. Το τέρας γελάει και ψιθυρίζει και εγώ τρελαίνομαι, πεθαίνω, διψάω, πονάω παντού μέσα μου και νιώθω τα σωθικά μου να σκίζονται περισσότερο κάθε λεπτό που περνάει και το τέρας γελάει και σέρνει τα πλοκάμια του γύρω μου.
Ξέρω ότι κυοφορώ την ανώμαλη φύση της μέσα μου. Είμαι απλά ένας φορέας της θηριωδίας και της κτηνωδίας των πράξεων της.

Ξέρω ότι θα πεθάνω επειδή αυτά τα τέρατα τρέφονται από την σάρκα μου και το αίμα μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τίποτα πια, μόνο να περιμένω την απελευθέρωση, την λύτρωση ενός αργοπορημένου και επιθυμητού, από εμένα πια θανάτου.






Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Ο Ορισμός της Επανάστασης

Περπατούσε έξω στο κρύο, σχεδόν έτρεχε και παρατηρούσε την ανάσα του που άφηνε ένα σύννεφο καπνού στο πέρασμα του. Τα εργοστάσια δούλευαν ακόμα και τα μεσάνυχτα και ο ήχος των μηχανών τον εκνεύριζε. Μέσα δούλευαν παιδιά ηλικίας έξι, εφτά και μεγαλύτερα. Τυπικό, φτηνό, εργατικό δυναμικό. Η πληρωμή γινόταν με κουπόνια αγαθών. Η Κοινωνία τα είχε παρουσιάσει στο λαό όταν ο ίδιος ήταν ακόμα στην κούνια.
Για να χτυπήσουμε τον καπιταλισμό, λέγανε. Για να βοηθήσουμε στην αφομοίωση των κοινωνικών στρωμάτων. Το κράτος είναι ταξικός και μολυσμένος όρος. Τώρα υπάρχει μόνο η Κοινωνία. Δεν χρειαζόμαστε πλέον αυτούς τους όρους, είναι βλαβεροί για την γαλήνη μας. Το χρήμα διαφθείρει και κάνει τον εγκέφαλο να αρρωσταίνει. Έκαψαν τα νομισματοκοπεία της χώρας συμβολικά και δημιούργησαν την παραγωγή κουπονιών. Είχαν σκοτώσει τους προηγούμενους ηγέτες και είχαν καταργήσει τις εκλογές. Άχρηστοι, ταπεινοί όροι μπροστά στο μεγαλείο που ακολουθούσε. Μια δεκαετία αργότερα επέβαλλαν και το γλωσσικό νόμο. Ο Τσάρλς ήταν ήδη 12 όταν συνέβη αυτό. Τα επόμενα χρόνια τα θυμάται πολύ έντονα και επίπονα.
Τα σκεφτόταν και γρύλιζε. Γυρνούσε σπίτι με δυο βρώμικα κουπόνια φαγητού στην τσέπη. Σκεφτόταν το μικρό Σάμι στο κρεβάτι του να κλαίει από τους πόνους. Μόλις πριν μερικούς μήνες του βρήκαν στον καρκίνο στο στομάχι. Αδύναμος οργανισμός είπαν, μα όλοι ξέραμε την αλήθεια. Το φαγητό τα τελευταία χρόνια πλησίαζε σε ποιότητα τη σκυλοτροφή. Ελάχιστοι πλέον ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και αν το έκαναν οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες. Ο κόπος ήταν πολύς και οι απολαβές μηδαμινές, δεν άξιζε, έλεγαν. Προσπάθησαν να κινηθούν δικαστικά με ό,τι είχαν για να διεκδικήσουν θεραπεία μα τα δικαστήρια πλέον ήταν όλα διεφθαρμένα. Όλοι έψαχναν τρόπο να βρούν περισσότερα, να χτίσουν ένα μαξιλαράκι ασφαλείας για όταν θα έπεφταν από ασθένεια είτε από ατυχία. Συνεπώς, η μεγαλύτερη προσφορά κέρδιζε και όλοι ξέρανε ποιός στεκόταν απέναντι τους. Η Κοινωνία δεν ενδιαφερόταν για τις εξόφθαλμες αδικίες. Ενδιαφερόταν για την επιβολή του νόμου.
Όταν επιβλήθηκε ο γλωσσικός νόμος η χώρα σάστισε. Πώς θα εκφράζονταν , ποιές ήταν οι αποδεκτές έννοιες, ποιές λέξεις διώκονταν, ποιοί όροι υφίσταντο ακόμα. Είχαν κάνει τη νομοθεσία τόσο περίπλοκη και τις κυρώσεις τόσο σκληρές που αρκετοί απλώς σταμάτησαν να μιλάνε. Ένα έθνος Λακώνων. Ο Τσάρλς θυμάται να του αρπάζουν τα βιβλία μέσα από τα χέρια και να τα καίνε μπροστά του. Όλα τα σχολικά βιβλία κάηκαν, μαζί με πολλά άλλα που αποτελούσαν εχθρό της Κοινωνίας. Ο πατέρας του στεκόταν δίπλα του στηρίζοντας το χέρι του στον ώμο του παρηγορητικά. Είχε φροντίσει να κρύψει μπόλικα από τα “απαγορευμένα” βιβλία στο υπόγειο. Οι επόμενοι μήνες και τα χρόνια θα περνούσαν πολύ ήρεμα και κρυφά. Ο πατέρας του τον δίδαξε όσα ήξερε, του έδωσε όσα είχε, βιβλία περιοδικά, ημερολόγια, φιλοσοφικά, τα πάντα. Σχολείο πήγαινε ακόμα, όμως εκεί δεν μάθαιναν τίποτα πλέον παρά μόνο πρακτικές τέχνες. Η δική του πρακτική τέχνη ήταν η μεταλλουργία.
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα. Σύντομα είχαμε έλλειψη γιατρών και φαρμακοποιών. Σε μια κοινωνία τυφλού δικαίου και κατανομής πλούτου, γρήγορα σε πιάνει απελπισία. Ήταν εύκολο απλά να φύγουν σε άλλες χώρες είτε να αλλάξουν κλάδο απασχόλησης σε κάτι πιο απλό, πιο εύκολο όπως εργάτης εργοστασίου ή αναγνώστης για τυφλούς ή φύλαξη παιδιών. Η Κοινωνία για να το καταπολεμήσει έκλεισε τα σύνορα, και εξανάγκασε τους κατόχους πτυχίου να ασκούν το επάγγελμα τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους με φύλαξη. Πολλοί κατέστρεψαν τα πτυχία τους, αλλά η Κοινωνία τους βρήκε μέσω της βάσης δεδομένων. Οι τιμωρία για την καταστροφή του πτυχίου ήταν εργασία χωρίς κουπόνια για κάποια χρόνια.
Ο Τσάρλς σκόνταψε σε μια λακκούβα στο δρόμο και έβρισε. Παρόλα αυτά συνέχισε να περπατάει γρήγορα και σπασμωδικά. Ίσως και να προλάβαινε την διανομή φαγητού στην πλατεία πριν κλείσει. Δεν μπορούσε να την έχανε και σήμερα, ήδη πεινούσαν πολλά στόματα στο σπίτι. Ο πατέρας του είχε πεθάνει την ίδια περίοδο με την αδερφή της μητέρας του. Η μητέρα του τότε ανέλαβε τα τρία της παιδιά, μαζί με τα δύο δικά της. Τότε δεν ήξεραν για την αρρώστια του Σάμι. Τα χρέη την γονάτισαν και τότε ήταν που ο Τσάρλς άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Ήταν μόλις 17.
Έφτασε στην πλατεία όταν μάζευαν. Παρακάλεσε τον διεφθαρμένο υπεύθυνο για πολλοστή φορά και αυτή τη φορά έπιασε.
“Έχω κέφια σήμερα μικρέ”, είπε και του έδωσε ένα μαρούλι, μισό κιλό ντομάτες και λίγο τυρί, έτσι επειδή έτυχε χθες να είχε πηδήξει. Του χαμογέλασε με εκείνο το βρώμικο, αηδιαστικό, άρρωστο χαμόγελο του ανώμαλου, και του έδωσε τις πλαστικές τσάντες. Ο Τσάρλς τις άρπαξε αηδιασμένος και έκανε αναστροφή να φύγει. Πριν προλάβει να απομακρυνθεί κάποιος πέρασε από δίπλα του και του έβαλε με ταχύτητα κλέφτη στη σακούλα ένα διπλωμένο χαρτί. Ο Τσαρλς κοντοστάθηκε. Το σκέφτηκε λίγο και προχώρησε πάλι με το ίδιο βήμα που είχε έρθει. Μόλις βρέθηκε στο πρώτο σκοτεινό στενό το έβγαλε και το άνοιξε.

ΜΑΖΕΒΟΜΑΣΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΙΑ ΣΤΙΣ ΤΡΙΣ. ΕΛΑ ΜΟΝΟΣ. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΑΗ!

Μόρφασε από τα ορθογραφικά λάθη του σημειώματος. Αν το έβλεπε αστυνομικός το σημείωμα θα τον πήγαινε μέσα. Η λέξη “επανάσταση” είχε απαγορευθεί χρόνια τώρα. Κοίταξε γύρω του. Κανείς. Όποιος του το έδωσε, προφανώς ήξερε τον πατέρα του, γιατί ο ίδιος δεν είχε εκφράσει ποτέ την επιθυμία επανάστασης, ούτε είχε δώσει ποτέ την εντύπωση ότι ήταν κατά της Κοινωνίας. Ασχέτως το τι έγραφε στο ημερολόγιο του, ασχέτως το τι σκεφτόταν. Έμεινε να διαβάζει ξανά και ξανά το σημείωμα, προσπαθώντας να σκεφτεί αν ήταν παγίδα ή όντως ο λαός ξύπναγε. Τελικά έκρυψε το σημείωμα στο παντελόνι του, σε περίπτωση που τον έψαχνε κάποιος αστυνομικός στο δρόμο, και συνέχισε το περπάτημα. Είχε ήδη πάει μιάμιση.
Πολλές θεωρίες στριφογυρνούσαν στο μυαλό του, αν ήταν παγίδα, αν ήταν στοχευμένο για αυτόν, αν είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν. Σε μια Κοινωνία που όλα είναι σχετικά, θα μπορούσαν να καλύψουν το θάνατο του πολύ εύκολα. Εχθρός της Κοινωνίας. Εχθρός της γαλήνης. Πολέμιος των ιδανικών. Έπρεπε να εξοντωθεί. Τώρα περπατούσε αργά και παρατηρούσε το κάθε τι γύρω του. Τα κτήρια, τα πλακάκια κάτω από τα πόδια του, τους δρόμους που δεν είχαν καθόλου αμάξια, ούτε καν παρκαρισμένα. Ένιωθε χιλιάδες μάτια πάνω του να τον ακολουθούν στη διαδρομή. Ο εσωτερικός του μονόλογος τον κυνηγούσε στα στενά της πόλης του.
“Ο πατέρας μου δολοφονήθηκε. Ποτέ δε μάθαμε από ποιόν, ούτε γιατί και για την Κοινωνία δεν είχε σημασία. Δεν είχε σημασία αν δολοφονήθηκε, αν αυτοκτόνησε, εξοντώθηκε είτε πέθανε από ασθένεια. Είχε σημασία ότι απλά έφυγε. Η λέξη θάνατος και το ρήμα πεθαίνω είναι και τα δύο απαγορευμένα. Αν δολοφονήθηκε από την Κοινωνία; Αν του έδωσαν το ίδιο σημείωμα κάποια στιγμή που είχε βγεί, το ακολούθησε και του την είχαν στημένη; Θα πρέπει προφανώς να φερθώ πιο έξυπνα. Ίσως μπορώ να κατασκοπεύσω τη συνάντηση από κάποιο στρατηγικό σημείο. Και αν το έχουν υπολογίσει και αυτό και έχουν βάλει σκοπευτές στις ταράτσες; Όχι, πολύ τραβηγμένο...ή μήπως δεν είναι; Θεέ μου, αν πεθάνω ποιός θα φροντίζει το Σάμι; Μπορεί όμως να είναι ειλικρινές. Μπορεί όντως να ξεκινάει επανάσταση και εγώ θα θέλω να είμαι εκεί όταν γίνει. Αν όντως ήθελαν να ξεκινήσουν επανάσταση όμως, θα το έκαναν σε ένα τόσο εμφανές μέρος όπως η πλατεία; Οι συναθροίσεις απαγορεύονται. Η λέξη συνάθροιση απαγορεύεται και αυτή. Επανάσταση. Επανάσταση. Επανάσταση”
Επανέλαβε τόσο πολύ την λέξη στο μυαλό του που στο τέλος δεν σήμαινε τίποτα πλέον. Διψούσε και νύσταζε, όμως οι παλμοί του είχαν ανέβει. Το ζήτημα τον έκαιγε, όχι μόνο γιατί ανησυχούσε για την εγκυρότητα της πρόσκλησης, αλλά γιατί αν οι ανησυχίες του ήταν βάσιμες, ότι είχε μείνει από την οικογένεια του θα έμενε μόνο και απροστάτευτο. Ένα από τα βιβλία που είχαν απαγορεύσει είχε να κάνει με στρατηγικές πολέμου και ο πατέρας του το είχε κρατήσει. Ίσως θα έπρεπε να του ρίξει μια ματιά όταν έπεφταν όλοι για ύπνο.
“Δε μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς όπλα και εμείς σίγουρα δεν έχουμε. Έχουν απαγορευθεί. Επιτρέπονται μόνο από τα τάγματα πολιτών. Άρα αν κάποιος θέλει να ξεκινήσει επανάσταση θα πρέπει να έχει με το μέρος του κάποιον ή καλύτερα κάποιους εκ των έσω. Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι σίγουρο με αυτούς, γιατί μπορεί να φαίνονται ότι είναι με το μέρος της επανάστασης, όμως στην πραγματικότητα μπορεί να υποκινούνται από την Κοινωνία για να την καταπνίξουν. Άλλωστε δεν θα ανήκαν στα τάγματα αν δεν πίστευαν στην Κοινωνία. Ίσως να έχουν απογοητευτεί; Ίσως όντως να άλλαξαν γνώμη; Είναι δύσκολο να αλλάξεις γνώμη ενώ είσαι σε θέση εξουσίας. Όχι, σίγουρα η επανάσταση θα πρέπει να γίνει χωρίς αυτούς, δεν μπορούμε να τους εμπιστευθούμε. Άλλωστε ένα λάθος και θα βρεθούμε όλοι στο πυρ το εξώτερον...”
Γέλασε με την τελευταία του σκέψη. Είχε διαβάσει αυτήν την φράση σε ένα παλιό απαγορευμένο κόμικ. Με μια δεύτερη σκέψη δεν του φάνηκε και τόσο αστεία. Αν κάποιος μπορούσε να μπεί στο κεφάλι του θα τον είχαν ήδη εξοντώσει. Σχεδόν όλες οι λέξεις ήταν απαγορευμένες. Αυτό τον έριξε σε βαθιά θλίψη και περισυλλογή.
“Ει, εσύ! Που πάς;”
Ο Τσάρλς κοκάλωσε. Γύρισε αργά προς τη φωνή. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν καλάσνικοφ στα χέρια ενός αγριεμένου άντρα. Δε μίλησε, απλά έμεινε να τον κοιτάζει. Ο άγνωστος πλησίασε και τον κοίταξε άγρια και απειλητικά με σκυθρωπό ύφος.
“Δείξε μου τι έχεις στις τσάντες.”
Άνοιξε τις τσάντες χωρίς να μιλήσει. Φοβόταν την ομιλία. Ο τρόπος που σκεφτόταν και μιλούσε ήταν επικίνδυνος. Ήλπιζε με όλη του την ψυχή να μην τον ψάξει στο σώμα. Δεν ήταν πιθανό να βρεί το σημείωμα εκεί που ήταν κρυμμένο, αλλά αν το έβρισκε θα βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο. Ο άνδρας σήκωσε το κεφάλι, τον παρατήρησε, κουρελιασμένα ρούχα, ανακατεμένα μαλλιά και με μία έκφραση αηδίας του έκανε νόημα να φύγει. Ο Τσάρλς του γύρισε πλάτη, και συνέχισε να περπατάει.
“Αν το σημείωμα ήταν στημένο, σίγουρα δεν θα μου έκαναν έλεγχο μετά που μου το έδωσαν. Θα με άφηναν να γυρίσω, υπό παρακολούθηση, να δούν αν θα το έδινα ή έλεγα κάπου. Μπορεί όμως και αυτό να ήταν μέρος του κόλπου για να μην τους καταλάβω. Μπορεί να θέλουν να με πείσουν ότι όλα είναι φυσιολογικά, όπως ένας απλός έλεγχος το βράδυ. Μπορεί να με παρακολουθούν και τώρα...”
Κοίταξε αδιάφορα γύρω του. Έβραζε από φόβο και αγωνία μέσα του, αλλά δεν έπρεπε να δώσει στίγμα αν τον έβλεπαν. Δυο άντρες σε ένα στενό ακουμπούσαν στον τοίχο και μιλούσαν. Όταν πέρασε από μπροστά τους σταμάτησαν απότομα τις ομιλίες. Τον κοιτούσαν όσο απομακρυνόταν και ένιωθε το βλέμμα τους στην πλάτη του.
“ Η επανάσταση ξεκινάει. Πώς; Στηνόταν κάποια επιχείρηση τόσο καιρό χωρίς να το ξέρω; Μα και πώς να το ξέρω...δεν είμαι δικτυωμένος. Ο μπαμπάς ήταν. Αν ήταν εδώ θα μπορούσε να με βοηθήσει. Όμως δεν είναι...πρέπει να φροντίσω τον Σάμι. Αν μας πιάσουν δεν θα μπορώ. Θα τους απογοητεύσω όλους. Η μητέρα δεν μπορεί να φροντίσει μόνη της τόσα στόματα. Σίγουρα δεν θα μπορεί να φροντίσει τον Σάμι. Θα πεθάνει. Ο Σάμι θα πεθάνει.”
Μόρφασε και δάκρυσε. Δεν ήξερε τι να κάνει, όμως συνέχισε να μοιάζει ατάραχος και να περπατάει, ήρεμα και αργά.
“ Θα πεθάνει ακόμα και αν δεν πάρω μέρος. Θα πεθάνει από το καθεστώς. Θα πεθάνει από την Κοινωνία. Μα τι στο διάολο πια είναι η επανάσταση; Τι είναι η εξέγερση; Απαγορευμένοι όροι. Ναι, όμως τι δηλώνουν; Την οργή, την θλίψη, την απογοήτευση του λαού; Δεν την βλέπω όμως! Ο λαός κοιμάται βαθιά νυχτωμένος, όπως επέλεξε να κοιμάται. Τι σημαίνει κοιμάται; Είναι μεταφορά, δεν κοιμούνται πραγματικά γιατί δουλεύουν συνέχεια για να επιβιώσουν. Τι ευθύνη έχω εγώ να τους βγάλω από την μιζέρια τους;”
Χτύπησε την πόρτα δυο φορές. Η μητέρα του, ταλαιπωρημένη και απεριποίητη του άνοιξε την πόρτα.
“Επιτέλους” ψιθύρισε με ανακούφιση. Πήρε τις σακούλες και τις άφησε στο τραπέζι. Ο Σάμι έκλαιγε σιγανά από το μέσα δωμάτιο και του ράγισε την καρδιά.
“Πώς είναι;” ρώτησε ψιθυριστά τη μητέρα. Δεν απάντησε. Απλά έσφιξε τα χείλη της και δάκρυσε. Γύρισε να κρύψει το πρόσωπο της. Ο Τσάρλς την πλησίασε και την πήρε αγκαλιά. Η γυναίκα δεν άντεξε, και ξέσπασε με σιγανούς λυγμούς πάνω του. Μόλις ηρέμησε λιγάκι, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον Τσάρλς με ελπίδα και ευγνωμοσύνη.
“Φτιάξε κάτι για τα παιδιά, έφερα και λίγο τυρί” της είπε μαλακά.
“Δεν θα κάτσω μάνα. Έχω κάπου να πάω. Θα γυρίσω αργά, μπορεί να μη γυρίσω και καθόλου. Μη με περιμένετε.” γύρισε και βγήκε αποφασιστικά έξω.
Για πρώτη φορά η Επανάσταση πήρε σάρκα και οστά στο μυαλό του. Ήξερε τον ορισμό της. Περπατούσε γρήγορα πάλι, με τα χέρια στις τσέπες, σχεδόν χορεύοντας στο μουντό φώς της πανσελήνου. Ξαφνικά, ένιωθε μια ευχάριστη ζέστη μέσα του. Η Επανάσταση θα ήταν...




Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Αίρεση Θανάτου


"Θυμάμαι να τρέχω, να τρέχω σε εκείνη τη φλεγόμενη νύχτα με τους φλεγόμενους ανθρώπους. Τα άλογα είχαν τρελαθεί, πήγαιναν πάνω κάτω σαν δαιμονισμένα.Τίποτα δεν μπορούσε να τους κρατήσει από το να με σκοτώσουν! Γι αυτό έτρεχα,μέσα σε μια νύχτα που με απειλούσε και μόνο η ύπαρξη της, να ξεφύγω από τα ματωμένα τους χέρια και τις άγριες διαθέσεις τους.
Δεν μπορώ να πώ πότε ξεκίνησε όλο αυτό. Ίσως όταν άρχισα να διαβάζω για αυτή τη νέα...θρησκεία ίσως. Λατρεία. Ψύχωση. Το βρήκα σε ένα παλαιό βιβλίο, δανεισμένο από την τοπική βιβλιοθήκη. Το βιβλίο δεν είχε καμία ιδιαίτερη σχέση με την όλη ιστορία, ήταν ένα σκισμένο, μαυρισμένο κόκκινο βιβλίο που εξηγούσε την ύπαρξη μαγισσών και σατανιστών στην Ελλάδα. Τότε ενδιαφερόμουν πολύ να γράψω μια μελέτη πάνω στην πειθώ του κόσμου σε νέες, επαναστατικές θρησκείες που υπόσχονταν στον λάτρη δύναμη. Δύναμη να ελέγχει τον κάθε μοναδικό τομέα της ζωής του, επαφή με τα θεία, τον Θεό τους και κυριαρχία τόσο στον εαυτό του όσο και στους άλλους. Ιστορίες αναγέννησης μετά από θάνατο, παιδιά που έβλεπαν μέσα από σκοτάδι και τοίχους επειδή είχαν γεννηθεί από πιστούς γονείς, άνθρωποι που μπορούσαν να πετάξουν ή να μεταφέρουν την ψυχή τους από δωμάτιο σε δωμάτιο ή ακόμα και σε άλλες χώρες! Φυσικά όλα αυτά ήταν καθαρά ερευνητικό υλικό, δεν τα πίστευα και δεν τα πιστεύω ακόμα. Όμως ήρθε ένα γράμμα ένα πρωί που με ενημέρωνε ότι είχα διαλεχθεί να παρευρεθώ στο Ετήσιο Συνέδριο Αστρικών Ειδικών και Ταξιδιωτών, και ήταν ιδιαίτερα δελεαστικό, για την συγκέντρωση ακόμα περισσότερων πληροφοριών. Δεν μπορούσα να αρνηθώ και άλλωστε ενδιαφερόμουν πολύ για την παράδοξη πλευρά των ανθρώπων, είτε σαν θρησκεία, είτε σαν "πιστεύω", είτε σαν ολόκληρη πίστη βασισμένη στα παραφυσικά φαινόμενα.
Το συνέδριο γινόταν στη Θεσσαλονίκη, και εγώ έπρεπε να περάσω ένα δύσκολο και πολύωρο ταξίδι, καθώς εκείνη την χρονική περίοδο διέμενα στην Ρόδο. Παρ'όλα αυτά δεν πτοήθηκα, και μαζεύοντας τα βασικά αντικείμενα, έκλεισα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Μέγα λάθος μου. Δεν ήξερα όμως, τι έμελλε να αντικρίσω.
Το ταξίδι ήταν δύσκολο, και ένιωθα αδιάθετος για πολλές ώρες. Δεν ήμουν συνηθισμένος στις φουρτούνες, ούτε στις ζαλάδες. Εγώ δεν ταξίδευα ποτέ μου. Τελευταία φορά που ταξίδεψα ήταν όταν πέθανε η μάνα μου, 5 χρόνια πρίν και την έθαψα στην Αθήνα. Από τότε δεν έχω εγκαταλείψει το νησί, και δεν σκόπευα και να το κάνω. Πρέπει όμως, εδώ, να εξηγήσω ότι το συγκεκριμένο συνέδριο προερχόταν από μια ομάδα που είχα ψάξει πολύ. Οι Αστρικοί Ειδικοί και Ταξιδιώτες είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον μου κάτι μήνες πιο πρίν, μα όταν είχα προσπαθήσει να επικοινωνήσω μαζί τους με είχαν απορρίψει. Ξαναπροσπάθησα, αυτή τη φορά πιο έντονα μα και πάλι μου απάντησαν ψυχρά και αδιάφορα. Τους είχα ζητήσει να παρακολουθήσω, στα πλαίσια της έρευνας, την ζωή των πιστών τους και τα θαύματα που υποστήριζαν οι ίδιοι ότι έκαναν. Οι απαντήσεις ήταν κλασσικές και τυποποιημένες, απαντήσεις που κάθε θρησκεία αρνείται να δώσει στον έξω κόσμο. Σε αυτούς δηλαδή, που δεν ανήκουν στην δική τους θρησκευτική οικογένεια. Διότι, εάν είσαι εκτός του συνδέσμου, θα μπορέσεις να σκεφτείς σαν νοήμων άνθρωπος και θα καταφέρεις να δείς τα κενά ανάμεσα στο σκεπτικό που υποστηρίζουν και θρέφουν με την πιο ιδιαίτερη φροντίδα.
Όταν λοιπόν ήρθε η πρόσκληση μπορώ να πώ ότι εξεπλάγην. Δεν περίμενα να γίνω δεκτός ακόμα και στο πιο απλό συνέδριο τους λόγω του ότι είχα επιμείνει τόσο πολύ στις αποδείξεις και στα στοιχεία. Πάντα σαν σκεπτικιστής και ίσως άθεος, είχα την τάση να εξυμνώ την λογική και τις μετρημένες πράξεις. Ίσως γι' αυτό να μην παντρεύτηκα και ποτέ. Έχω φοβερά προβλήματα με το συναίσθημα ό,τι είδους και αν είναι αυτό.
Φτάνοντας Θεσσαλονίκη κατευθύνθηκα αμέσως στο ξενοδοχείο μου, τόσο για ύπνο όσο και για να ηρεμήσει το κεφάλι μου από την θάλασσα. Στον δρόμο, έτυχε να περάσω από το κτήριο που γινόταν το συνέδριο, και πιστέψτε με, ήταν μεγάλη η τύχη μου. Το κτήριο ήταν παλιό, ξεφτισμένο και μάλλον εγκαταλειμμένο για χρόνια. Ένα μικρό πανό κρεμόταν από το ψηλότερο σημείο του κτηρίου, και από την όψη του κατάλαβα ότι πιθανότατα είχε μόνον έναν όροφο. Ήταν κλειστά και αμπαρωμένα αλλά κανείς φύλακας δεν περιτριγύριζε τον χώρο, σαν να ήταν εκεί, απροστάτευτο, απλά για να προσδίδει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου. Σχεδόν κόντεψα να μην το αναγνωρίσω. Η πρόσκληση που είχαν στείλει, δεν είχε ακριβώς αυτήν την εικόνα που έβλεπα εκείνη τη στιγμή.
Ρώτησα τον οδηγό του ταξί μου για αυτό το κτήριο και είχε ενδιαφέροντα στοιχεία να αναφέρει. Όπως δήλωσε ο ίδιος την δεκαετία του '90 χρησιμοποιούταν για σφαγείο, μετά αγοράστηκε από κάποιον ξένο, μάλλον Ρώσο, ο οποίος το μετέτρεψε σε σπίτι, παρά την απαίσια μυρωδιά που έβγαζε αυτό το κτήριο. Πέθανε μέσα σε λίγα χρόνια, ενώ ο ίδιος συχνά-πυκνά το εγκατέλειπε και προσπαθούσε να το πουλήσει. Προσπάθησε πολλές φορές με πολλές τιμές, αλλά κανείς δεν ήθελε να αγοράσει ένα πρώην σφαγείο που μύριζε ψοφίμι. Έτσι ο Ρώσος, πεθαίνοντας το άφησε στην κόρη του, που είχε παραμείνει στη Ρωσία, και παντρευόταν. Η ίδια τότε, μην έχοντας τι να το κάνει, απλά το δώρισε στον Δήμο. Ο Δήμος δεν το διόρθωσε ποτέ, δεν έκανε κανένα έργο πάνω του, απλά το άδειασε από έπιπλα, το καθάρισε και το άφησε στη μοίρα του για χρόνια. Ερχόμενοι στο σήμερα, η όψη του έβγαζε κάτι σχεδόν απειλητικό, παρατημένο, βρώμικο και...ματωμένο.
Έφτασα στο ξενοδοχείο και αφού είχα χρόνο, έκανα ένα μπάνιο και έπεσα για ύπνο. Το συνέδριο ήταν την επόμενη μέρα και εγώ είχα φτάσει πολύ πρωί στην πόλη. Ξύπνησα όμως πολύ αργά το βράδυ και μην έχοντας άλλη όρεξη για ύπνο, αποφάσισα ότι μια βόλτα στην πόλη θα ήταν ότι έπρεπε. Βγαίνοντας συνειδητοποίησα κάτι ιδιαιτέρως ανυσηχητικό. Ήμουν εντελώς μόνος μου. Κανείς στη ρεσεψιόν, κανείς στην είσοδο, δεν είδα καν άλλο ένοικο στο ξενοδοχείο, ούτε φωνές, ούτε κλάμματα μωρών. Η απόλυτη ησυχία...
Η θερμοκρασία είχε πέσει απότομα και έξω ψιχάλιζε. Η πόλη διατηρούσε για κάποιο λόγο που ως τότε δεν μπορούσα να εξηγήσω μια κοκκινωπή χροιά, όχι το συνηθισμένο κίτρινο των νυχτερινών δρόμων. Πιο πολύ ένα βαθύ κόκκινο, σαν να ήθελε ο ουρανός να βρέξει αίμα. 
Και τότε τους είδα. Ήταν στοιχισμένοι στα πλάγια, δημιουργώντας ένα δρόμο στην είσοδο του ξενοδοχείου. Φορούσαν απλές βενετσιάνικες μάσκες και μαύρες μακρυές ρόμπες. Πάγωσα. Κρατούσαν πυρσούς στα δεξιά τους χέρια, υψωμένους στο στήθος τους και μαχαίρια με κάποιου είδους ιερογλυφικό σκάλισμα πάνω τους στα αριστερά τους χέρια. Έμεινα ακίνητος, μη μπορώντας να πάρω ανάσα. Δεν είχα κάνει βήμα κοντά τους όταν στο βάθος του αποκρουστικού ανθρώπινου διαδρόμου εμφανίστηκε μια ημίγυμνη γυναίκα. Το θέαμα της πλέον, με τρομοκράτησε. Η μάσκα της ήταν ματωμένη και το γυμνό της στήθος έσταζε κόκκινο πηχτό υγρό στη μαύρη μακρυά της φούστα. Περπάτησε με αυτοπεποίθηση ερχόμενη προς το μέρος μου, κρατώντας σταθερά το δικό της μαχαίρι, πολύ μακρύτερο και φυσικά, κατακόκκινο απο το αίμα. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε ένα ψηλό κότσο αλλά και αυτά είχαν κολλήσει στην πλάτη της και έσταζαν. Ήταν ένα κινούμενο θέαμα τρόμου, και με πλησίαζε γρήγορα.
Οι αυτόματες γυάλινες πόρτες του ξενοδοχείου άνοιξαν για να περάσει, και εγώ, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που πατούσε το χαλί της υποδοχής, λιποθύμησα.

Άνοιξα τα μάτια μου και με κυρίευσε πανικός. Βρισκόμουν στον αέρα, κινούμενος από χέρια που φαντάστηκα ότι βρισκόντουσαν από κάτω από το φέρετρο μου. Ήμουν δεμένος και γυμνός αλλά ευτυχώς το φέρετρο δεν είχε καπάκι. Η μανιασμένη λαοθάλασσα έψελνε κάτι ρυθμικό και τελετουργικό, ενώ εγώ βρισκόμουν ιδρωμένος, δεμένος χειροπόδαρα, και....ματωμένος από πανω μέχρι κάτω. Η μυρωδιά ήταν τόσο φριχτή που με αναγούλιασε.Γύρισα το κεφάλι μου στο πλάι και έβγαλα στομαχικά υγρά στο κόκκινο ύφασμα του φερέτρου. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει, ενώ η μυρωδιά του αίματος ήταν τόσο αποπνικτηκή που μπορούσες να διακρίνεις τις μεταλλικές της νότες. Φυσικά, προσπάθησα να ανασηκωθώ και τότε συνειδητοποίησα ότι τα σχοινιά που με έδεναν, δεν προσπαθούσαν απλά να με συγκρατήσουν, αλλά ήταν πασαλωμένα γύρω μου, κάνοντας αδύνατη την οποιαδήποτε κίνηση εκτός φερέτρου.
 Έβαλα τις φωνές, και η φωνή μου έσπαγε. Δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα μου και έφταναν στα αυτιά μου. Κανείς δεν μου έδινε σημασία, και ο κραδασμός της κίνησης συνέχιζε. Ο ουρανός είχε ανοίξει πλέον, δεν έβρεχε αλλά μπορούσα να υποθέσω ότι έκανε απερίγραπτο κρύο. Δεν μπορούσα να το νιώσω, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από τον τρόμο και την αδρεναλίνη. Νομίζω με μετέφεραν για ώρες, δεν μπορώ να ξέρω, δεν μπορώ να κρίνω...ήμουν πανικόβλητος και αποπροσανατολισμένος. Είχε πανσέληνο, και το φώς έπεφτε άπλετο στη φύση.  Πάλευα να ξεφύγω, ξανά και ξανά, χτυπιόμουν, αλλά η πορεία δεν άλλαζε. Ο πανικός έγινε απελπισία και τότε ήξερα ότι θα πεθάνω. 
Ξέρεις, αυτό που λένε σχετικά με τα συναισθήματα προ του θανάτου σου, ισχύει πλήρως. Είδα τη μάνα μου να με αγκαλιάζει παιδί, τον πατέρα μου να μου δίνει πρώτη φορά κρασί σε πανυγήρι, είδα θάλασσα και τον πρώτο μου έρωτα στο λύκειο. Είδα την αποφοίτηση μου και η καρδιά μου ζεστάθηκε...και μετά κενό. Ήμουν ξύπνιος μα δεν ένιωθα. Δεν άκουγα, δεν έβλεπα. Το απόλυτο τίποτα, παραδόθηκα πλήρως στον επικείμενο θάνατο μου.
Κάποια στιγμή, χωρίς να θυμάμαι πώς, μεταφέρθηκα σε ένα δωμάτιο με πέτρινους τοίχους, λυμμένος και πλέον καθαρός.Δεν μύριζε πια αίμα, και το φώς του φεγγαριού χυνόταν άπλετο, δίνοντας μου τη δυνατότητα να παρατηρήσω γύρω μου. Χωρίς να σηκωθώ, άφησα τα μάτια μου να εξερευνήσουν τον χώρο, μέχρι εκεί που μπορούσαν, και να βεβαιωθούν ότι ήμουν ασφαλής. Τουλάχιστον προσωρινά. Κανείς δεν ήταν γύρω μου, όμως άκουγα φωνές. Σηκώθηκα διστακτικά και αργά. Το δωμάτιο ήταν ευρύχωρο, και ολόκληρο χτισμένο με πέτρα. Η διάταξη και τα υλικά θύμιζαν κάστρο. Δεν γνωρίζω που ακριβώς με είχαν πάει, όμως φαινόταν ολοκάθαρα η αρχιτεκτονική μεσαίωνα. Τα παράθυρα, οι τοίχοι, ακόμα και τα έπιπλα φάνταζαν από άλλη εποχή. Δεν είχε πολλά να παρατηρήσεις, κάποια βασικά ξύλινα, σχεδόν σάπια έπιπλα, μαζί και το τραπέζι που με είχαν ξαπλώσει χωρίς φέρετρο πια, και δυο μεγάλα παράθυρα στη βόρεια πλευρά που κοιτώντας τα υπέθεσα ότι βρισκόμασταν τουλάχιστον στο δεύτερο πάτωμα του κτηρίου.
Τα βογκητά συνέχιζαν να ακούγονται, αχνά, αλλά μπορούσαν να τα εντοπίσω. Για κάποιο λόγο  εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν παράλλογο να βρώ τρόπο να φύγω. Ήμουν γυμνός, και δεν είχα ιδέα που βρισκόμουν. Και να κατάφερνα να φύγω, το πιο πιθανό είναι ότι θα χανόμουν, και θα με ξαναέπιαναν. Ήταν εμφανές όμως πλέον, ότι τουλάχιστον προς το παρόν, δεν με ήθελαν νεκρό. 
Έκανα τα πρώτα μου βήματα προς τη πόρτα και κοίταξα έξω. Ένας μακρύς διάδρομος με διάσπαρτα δωμάτια με περίμενε. Φύλακες τις γωνίες των διαδρώμων, ντυμένοι με μανδύες και φαντάστηκα οπλισμένοι, περίμεναν κάποια λάθος κίνηση μου. Με κοίταξαν φευγαλέα, και γύρισαν πάλι ευθεία. Δεν τους ένοιαζε τι θα έκανα, αρκεί να μην προσπαθούσα να φύγω. Ο ένας φύλακας, απο δεξιά, ξαναγύρισε, μου έκανε νόημα με το κεφάλι να μπώ στο επόμενο δωμάτιο απο δεξιά και με περίμενε να δεί πώς θα αντιδράσω.
Είναι αλήθεια ότι τα βογκητά με είχαν προιδεάσει για το τι ήταν σε εκείνο το δωμάτιο. Τα τελετουργικά όργια δεν ήταν προτόγνωρα για μένα, υπήρχαν από την αρχαία Ελλάδα και συνέχιζαν την παράδοση τους ακόμα και σήμερα σε σέχτες και αιρέσεις παγανισμού. Έτσι όπως είχε προχωρήσει η ιστορία, ήμου σίγουρος ότι η επισκεψη των μαυροντυμένων και η μεταφορά μου, είχε να κάνει με την πρόσκληση που έλαβα περί συνεδρίου. Ήταν όλο απλά μια παγίδα, μια αφορμή για να με φέρουν στη Θεσσαλονίκη. Προφανώς είχαν παρακολουθήσει τα βήματα μου, έμαθαν ημερομηνίες, το ξενοδοχείο που έμενα, τα πάντα. Το κτήριο στη πρόσκληση ήταν απλά δέλεαρ. Δεν υπήρχε συνέδριο. Ήταν ένα καλοσχεδιασμένο πλάνο. Πιθανόν τελετουργική θυσία? Πειθώ? Αντίδραση στο προηγούμενο ενδιαφέρον που είχα δείξει? Μήπως τώρα δέχθηκαν να δώ πως ζούν οι ίδιοι και οι πιστοί τους?
Προχώρησα με αβέβαιο βήμα, πλησιάζοντας το δωμάτιο που οι κραυγές του πλέον δύσκολα θα αναγνωριζόντουσαν σαν κραυγές πόθου. Το θέαμα ήταν άρρωστο. Παντού άτομα, το ένα πάνω στο άλλο, σαν ζώα. Άλλαζαν παρτενέρ μονίμως, μετακινούμενοι στο χώρο που γλίστραγε από σπέρμα και ιδρώτα, ακόμα και κόπρανα. Η αηδία μου δεν κρύφτηκε. Η δυσωδία που ξεχυνόταν από εκείνο το δωμάτιο ήταν εξωκοσμική. Κάλυψα τη μύτη μου με μια εμφανή έκφραση αηδίας και ξεκίνησα να μπαίνω μέσα, να περνάω ζευγάρια και κουαρτέτα ακόμα απλά για να φτάσω στο βάθος της αίθουσας. Ένας κακοστερεωμένος προβολέας στο ταβάνι, έριχνε μια δυνατή δεσμίδα φωτός πάνω σε ένα ψηλό έδρανο με ένα βαρύ βιβλίο. Ανοιγμένο και τσαλακωμένο, με καφετιούς λεκέδες σε πολλά σχήματα, φωτιζόταν με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσες να το αγνοήσεις. Στάθηκα μπροστά του και άρχισα να το διαβάζω. Είχε ονόματα, μόνο ονόματα παντού, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, άπειρα ονόματα και γεμάτες σελίδες. Γυναικών και ανδρών χωρίς καμία άλλη πληροφορία. Γυρνώντας στην τελευταία σελίδα το βλέμα μου σταμάτησε απότομα. Το τελευταίο όνομα ήταν το δικό μου. Γύρισα και ξανακοίταξα το δωμάτιο με τα ερωτοτροπόντα ζώα με απόλυτη περιέργεια.  Έριξα κάτω τα μάτια μου και προσπάθησα να καταλάβω τι συνέβαινε. Γύρισα πάλι στο βιβλίο απλα και μόνο για να συνειδητοποιήσω ότι αυτός ήταν ο γραφικός μου χαρακτήρας, ήταν ο τρόπος που γράφω εγώ το όνοα μου. Το είχα γράψει εγώ! Όμως πότε? Δεν θυμάμαι να γράφω πουθενά το όνομα μου, δεν τους το είχα στείλει καν στα γράμματα επικοινωνίας που τους είχα στείλει παλαιότερα.
Κάποιο χέρι με έπιασε από τη μέση και με τράβηξε απαλά στο πλάι. Ήταν η κοπέλα που με πλησίαζε στο ξενοδοχείο. Φόραγε ακόμα τη μάσκα της, όμως είχε καθαρίσει το σώμα της και πλέον ήταν γυμνή, όπως όλοι. Ακούμπησε στοργικά το χέρι της στο μάγουλο μου και με κοίταξε.
"Σταματήστε όλοι!" φώναξε κοιτώντας το δωμάτιο. Σιωπή έπεσε, και οι άνθρωποι, σαν πειθήνια ζώα, σηκώθηκαν από το πάτωμα και γύρισαν όλοι και μας κοίταξαν. Εκεί, στο κέντρο του δωματίου, μπροστά από το ιερό τους βιβλίο με τράβηξε και φίλησα τα χείλη της μάσκας της.
"Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα." άρχισε, φεύγοντας από διπλα μου "Η θυσία πρέπει να ολοκληρωθεί πριν το ξημέρωμα και είχαμε όλοι αρκετό χρόνο να ετοιμαστούμε."  Έσκυψε και πήρε μια γάτα από το πάτωμα, τη σήκωσε αγκαλιά και τη χάιδεψε. Στον πανικό του δωματίου, δεν είχα δει καν ότι ήταν γεμάτο με γάτες. Παντού, σε κάθε σημείο, υπήρχαν γάτες.
Γύρισε και με κοίταξε χαιδεύοντας τη γάτα που είχε αγκαλιά. Με κοίταξε έντονα, γύρισε στο κοινό της και εκεί, μπροστά σε όλους, έστριψε το λαιμό της γάτας απότομα μέχρι που ακούστηκε ένα "κρακ" και η γάτα πλέον σταμάτησε να αντιστέκεται. Έγινε τόσο γρήγορα και φυσικά από μέρους της, που όταν είδα τι έκανε ήταν πια αργά. Η συνέχεια δεν μου πέρασε καν από το μυαλό. Πλησιάσε τη στραγγαλισμένη γάτα στο στόμα της, έβγαλε τη μάσκα της και πετώντας τη στο πάτωμα, έμπηξε τα δόντια της στο δέρμα του λαιμού του ζώου και τον ξέσκισε. Άρχισε να πίνει το αίμα, και το πλήθος έπαθε πανικό. Έπιαναν τις γάτες και έκαναν το ίδιο. Μέσα σε λίγη ώρα στο δωμάτιο δεν υπήρχε ζωντανή γάτα. Το πλήθος ζητωκραύγαζε, ούρλιαζε από ενθουσιασμό και εγώ στεκόμουν εκεί με την απόλυτη φρίκη στα μάτια μου, να βιώνω τους χειρότερους εφιάλτες μου, έναν προς έναν. 
Η κοπέλα πέταξε το πτώμα κάτω και φώναξε " Ανάψτε τις φωτιές!". Μέσα σε λίγες στιγμές το κτήριο γέμισε καπνό και μυρωδιά βενζίνης.
Εμείς, όλοι, είμασταν η θυσία.
Γύρισε, με πλησίασε και ψιθυρίζοντας μου στο αυτί " Τώρα ξέρεις..." μου έγλυψε το λοβό, και άρχισε να κατεβαίνει στο λαιμό μου. 
Και εκείνη ακριβώς τι στιγμή κάτι έσπασε στον εγκέφαλο μου. Όλες μου οι αισθήσεις επανήλθαν, ο πραγματικός κίνδυνος είχε ξυπνήσει τα νεύρα και τις ορμόνες μου, και μόνον τότε, κατάφερα να την σπρώξω στο παράθυρο και να την ρίξω κάτω. Άρχισα να τρέχω σαν μανιακός ενώ εκείνη ούρλιαζε στην πτώση της. Χτύπαγα κόσμο, πάταγα πτώματα γατών ενώ οι φλόγες ήδη αγκάλιαζαν τους τοίχους. Προσπάθησα να προσανατολιστώ αποφεύγοντας με μπουνιές και κλωτσιές τους φύλακες που ήθελαν να με ξαναγυρίσουν στο δωμάτιο, και τελικά έφτασα στη σκάλα. Κατέβαινα πανικόβλητος ενώ από πίσω μου ξεχυνόταν κόσμος που με κυνηγούσε να με γυρίσει πίσω ή να με στραγγίξει από το αίμα μου όπως τις γάτες. Δεν κατάλαβα πότε βγήκα έξω, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι έτρεχα σαν τρελός και ότι από θαύμα βρήκα την έξοδο. Για κάποιο λόγο, έξω είχε παραταγμένα άλογα, που ναι μεν για μένα θα ήταν πλεονέκτημα, αλλά ήταν πολλά. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μπορεί να έπαιρνα άλογο, αλλά δεν θα ήμουν ο μόνος. 
Δεν το σκέφτηκα πολύ. Δεν ήταν τόσα πολλά για όλους, θα έπαιρναν κάποια, μόνο μερικοί, πράγμα που μείωνε τους αντιπάλους μου. Έλυσα ένα και το καβάλησα απρόσεκτα. Άρχισε να τρέχει πιθανόν από τις φωνές του πλήθους και τις φωτιές του κτηρίου, αλλά τουλάχιστον άρχισε. Δεν είχα καβαλήσει άλογο ποτέ, δεν ήξερα να τα χειρίζομαι. Αγκάλιασα απαλά το λαιμό του και ξάπλωσα πάνω του για μερικές στιγμές, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι με κυνηγούσαν και ότι με έφταναν εξαιρετικά γρήγορα. Πανικοβλήθηκα για ακόμα μια φορά και άρχισα να χτυπάω το άλογο με το σχοινί του για να επιταχύνει και όντως έπιασε.

 Όμως μπροστά μας η γή τελείωνε και άρχιζε η θάλασσα..και τα βράχια. Θα πέθαινα, από αυτή τη σύγκρουση δεν θα επιβίωνα το ήξερα. Έκλεισα τα μάτια μου και δάκρυα έτρεξαν για ακόμα μια και τελευταία φορά. Όμως το άλογο τελευταία στιγμή έκανε ένα ελιγμό και μπήκε από μια σχισμή μέσα στη γή, μέσα στο βουνό που ήταν χτισμένο πάνω το κάστρο, που μέχρι πρώτινως δεν ειχα παρατηρήσει. Κράτησα κλειστά τα μάτια μου, περιμένοντας τον πόνο, περίμενα τα άκρα μου να αποσχιστούν, το κεφάλι μου να χτυπήσει να χάσω τις αισθήσεις μου, όμως όχι. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρυσα τα βραχώδη πλάγια που στένευαν σε κάθε βήμα του αλόγου ενώ είχα μαζευτεί πάνω του σαν πληγωμένο κοριτσάκι. Οι κυνηγοί μου, προφανώς, δεν είχαν δει τη σχισμή και είχαν αποπροσανατολιστεί. Δεν άκουγα κανέναν πίσω μου, ήμουν μόνο εγώ και το άλογο, το οποίο τώρα έκοβε ταχύτητα. Ο χώρος είχε ανοίξει κάπως, έφτανε για να κατέβω και να ηρεμίσω λίγο, να σκεφτώ τι θα κάνω. Το άλογο, ξέπνοο, έμεινε δίπλα μου χωρίς να χρειαστεί να το δέσω. Όμως φαίνεται ότι οι ατυχίες μου δεν θα τελείωναν εκεί. Πέτρες άρχισαν να πέφτουν από πάνω, με δύναμη και με στόχο εμένα και το άλογο. Κοίταξα φευγαλέα πάνω και αντίκρυσα την πιο γκροτέσκα μορφή που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Δεν μπορεί να περιγραφεί από κανένα συγγραφέα τρόμου, από καμία ζωντανή φαντασία, δεν είναι σαν τίποτα από όσα έχει γνωρίσει ποτέ ο ανθρώπινος πολιτισμός.
Είχε χέρια αφύσικα μακρυά με ακόμη πιο μακρυά δάχτυλα. Ήταν στερεωμένο στα βράχια του βουνού, σκυφτό και διέκρινα ελαφρώς τη φορεσία του που απαρτιζόταν από ανθρώπινο δέρμα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ με τι κάλυβε τα γεννητικά του όργανα, αν είχε. Ένα ανθρώπινο πρόσωπο, ή έστω, ότι είχε μείνει από το δέρμα του. Σάπιο, μύριζε από χιλιόμετρα δυσωδία και ψοφίμι. Μετά είδα το πρόσωπο του....Ω Θεέ μου το πρόσωπο του. Δεν θυμίζει καν πρόσωπο...αυτό που έπρεπε να είναι η μύτη του, ήταν ένα γερμένο κόκκαλο, σαν να είναι καρφωμένο στραβά πάνω στο πρόσωπο του, χωρίς δέρμα. Το στόμα του, έχασκε ανοιχτό, με δόντια πιο κοφτερά και από μαχαίρια και πολύ περισσότερα από τα δόντια ενός ανθρώπου. Ήταν αφύσικα μεγάλο, και ειδικά εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε ολόκληρη άβυσσος.Το πλάσμα ήταν καχεκτικό, αλλά η άνεση με την οποία σήκωνε μεγάλες πέτρες έδειχνε αδιαμφησβήτητη δύναμη. Το φεγγάρι έλαμπε πολύ και κατάφερα να διακρίνω ότι ήταν καραφλό με εξογκώματα στο κρανίο του. Ασσύμετρα και ακανόνιστα που κατέβαιναν σαν χυμένο κερί στο πρόσωπο του. Δεν περιγράφεται αυτό το πλάσμα, δεν υπάρχουν λέξεις για την χυδαιότητα με την οποία διακατέχεται κάθε πόρος του κορμιού του. Δεν έμεινα παραπάνω. Το άλογο το σκότωσε με μια υπερμεγέθη πέτρα, έπεσε σαν χάρτινη κούκλα χωρίς καν αντίσταση. Και πάλι, άρχισα να τρέχω.
Το πλάσμα δεν με καταδίωξε, πιθανώς γιατί απασχολήθηκε τρώγοντας το άλογο. Εγώ χτύπησα, έπεσα στο δρόμο μου, σχίστηκα από μια κοφτερή πέτρα στη κοιλιά και μάλλον έχω φυλακιστεί ανάμεσα σε αυτές εδώ τις πέτρες. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Έχει στενέψει πολύ το πέρασμα και δεν μπορώ να σκαρφαλώσω, είμαι πολύ αδύναμος. Φοβάμαι για το πλάσμα...θα με βρεί...Εσένα πώς δεν σε βρήκε ακόμα? Είμαι εδώ μέρες, μέρες ολόκληρες. Πώς του ξέφυγες εσύ? Εγώ είμαι μέρες εδώ..μέρες...σε λίγο ξημερώνει και θα χάσω πια το μέτρημα...θα με βρείς εδώ...είμαι μέρες εδώ μέρες..." είπε και ξέσπασε σε κλάμματα. 

Δυστηχώς το κρανίο που ήταν στερεωμένο στην απέναντι πέτρα δεν μπορούσε να του απαντήσει.