"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Φορέας

Την πρώτη φορά που την είδα, παρέλυσα από την ομορφιά της. Είχε τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά τα πιο βαθιά μπλέ μάτια που είχα αντικρύσει ποτέ. Την έβλεπα από το κατάστρωμα του πλοίου που απομακρυνόταν αργά, μα η ίδια φαινόταν να με πλησιάζει αντί να χάνεται στην απόσταση, σαν τα μάτια της να με τραβούσαν με αόρατες κλωστές όλο και πιο κοντά της. Λίγο πριν φωνάξουν το όνομα μου και αποσπαστώ από την μορφή της, ένιωθα τα ρουθούνια μου να γεμίζουν με το άρωμα της, αυτό το χαρακτηριστικό γλυκό άρωμα των βρεγμένων από το θαλασσινό νερό μαλλιών της.
Όταν ξαναγύρισα να την κοιτάξω, δεν υπήρχε πια.
Τα όνειρα ήταν απλά η αρχή του θανάτου μου, ένα πρελούδιο που θα με αποδυνάμωνε αρκετά ώστε να με καθηλώσει για να μην αντισταθώ στα σχέδια της. Όταν ξεκίνησα να τα βλέπω, τους πρώτους δύο μήνες του ταξιδιού, το απέδωσα στο άγχος μου. Ίσως μου έλειπε το σπίτι μου, οι γονείς μου, η κοπέλα μου. Το μόνο σίγουρο είναι οτι δεν έδωσα σημασία στη φωνή που μιλούσε στα όνειρα μου και μου δήλωνε την αγάπη της, που με καλούσε να βρώ τρόπο να πάω κοντά της το συντομότερο δυνατόν, να αλλάξω την πορεία του πλοίου και να κατευθυνθώ βόρεια.
Έβλεπα μια εικόνα ενός απομακρυσμένου νησιού και εκείνη γυμνή, να είναι καθισμένη στην αμμουδιά με γυρισμένη την πλάτη της. Τα βρεγμένα μαύρα μαλλιά της χύνονταν στους ώμους και στην πλάτη της, θυμίζοντας μου την πλούσια μυρωδιά που είχα αισθανθεί την πρώτη φορά που την είδα στο λιμάνι. Στα πρώτα όνειρα είχαμε απόσταση γύρω στα δέκα μέτρα και όμως την ένιωθα τόσο κοντά μου, ένιωθα αληθινά το δέρμα της να με ακουμπάει. Ξυπνούσα με ένα βαρύ συναίσθημα ανικανοποίητης επαφής, με το κεφάλι μου μουδιασμένο σαν να έκλαιγα όλη τη νύχτα, πράγμα που επιβεβαίωσαν οι συγκάτοικοι της καμπίνας μου. Στην αρχή γελούσαμε με τις αφηγήσεις των νυχτερινών μου εξορμήσεων, ακόμα και αν ξυπνούσα ανεξήγητα βρεγμένος από πάνω ώς κάτω. Σε κάθε νέο όνειρο όμως, φαινόταν να τοποθετούμαι όλο και πιο κοντά της, μέχρι που τελικά εμφανίστηκα ακριβώς δίπλα της. Εκείνο το βράδυ ξύπνησα ουρλιάζοντας, χωρίς να θυμάμαι τι μπορεί να με είχε τρομοκρατήσει τόσο πολύ. Θυμόμουν απλά ότι την είδα όρθια, αιωρούμενη δίπλα μου ακριβώς, έτοιμη να γυρίσει να με κοιτάξει.
Όσο περνούσε ο καιρός ξυπνούσα όλο και πιο κουρασμένος, πιο βρεγμένος, πιο βρώμικος. Ένα ξημέρωμα, ξυπνώντας απότομα από το όνειρο μου, συνειδητοποίησα με φρίκη ότι ήμουν καλυμένος με φύκια! Σηκώθηκα σπαστικά, τα μάζεψα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έτρεξα έξω, στο κατάστρωμα για να τα πετάξω στη θάλασσα. Γυρνώντας, έπεσα πάνω στον καπετάνιο , αλαφιασμένος, πανικόβλητος και με φύκια ακόμα μπλεγμένα στα ξυπόλυτα πόδια μου. Δεν μου μίλησε, απλά κοκάλωσε τρομοκρατημένος στην άκρη του διαδρόμου, στο σκοτάδι. Τον κοίταξα, του ένευσα με το κεφάλι και μπήκα βιαστικά στην καμπίνα μου, σίγουρος στην παράννοια μου ότι η συμπεριφορά μου ήταν καθ'όλα λογική.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα αργά, σε μια άδεια καμπίνα την ώρα που νύχτωνε. Ντύθηκα τρέμοντας ακόμα από την βραδινή μου εμπειρία και έτρεξα στο γραφείο του καπετάνιου. Τον βρήκα να διαβάζει τους χάρτες του ταξιδιού μας μαζί με άλλους ναύτες και όταν χτύπησα την πόρτα επικράτησε σιωπή σε όλο το δωμάτιο.
Χωρίς να με κοιτάξει, μου ανακοίνωσε οτι γυρνάμε σπίτι. Οι ναύτες δεν σχολίασαν τα βρεγμένα μου χάλια, έσκυψαν το κεφάλι και με αγνόησαν. Τον ρώτησα αν είχε κάποια δουλειά για εμένα και μου είπε απότομα να γυρίσω στην καμπίνα μου. Δεν έφερα αντίρρηση. Γύρισα στο δωμάτιο και κατέρρευσα στο κρεβάτι μου.
Ξύπνησα μέσα στη νύχτα από τις κραυγές και την απότομη αλλαγή κίνησης του πλοίου. Βγήκα γρήγορα στους σκοτεινούς διαδρόμους, ουρλιάζοντας για τους φίλους μου, για τον καπετάνιο, όμως είχε πέσει σιγή. Έβλεπα πτώματα παντού, κορμιά βεβηλωμένα, χωρίς πρόσωπα, χωρίς χέρια, με ανοιγμένα τα στέρνα τους και βγαλμένους τους πνεύμονες, τα στομάχια τους χυμένα στο λιγδιασμένο από το αίμα πάτωμα. Ούρλιαζα για τον καπετάνιο με την φρίκη να παραμορφώνει την φωνή μου, τα δάκρυα του τρόμου να θαμπώνουν την όραση μου και εγώ να παραπατάω πάνω στα μέλη των πτωμάτων, να γλιστράω στο αίμα τους.Το χέρι μου ξαφνικά γέμισε αίμα, και με λύγισε ο πόνος στην παλάμη μου. Κοίταξα γύρω μου και οι μεταλικοί τοίχοι ήταν χαρακωμένοι, σκισμένοι από κάτι αφύσικα δυνατό και παχύ. Όλοι οι διάδρομοι του καραβιού ήταν πλήρως κατεστραμένοι από κάτι σαν παχύ, δυνατό μαχαίρι.
Και τότε, την είδα. Στεκόταν και πάλι γυμνή, στο σκοτάδι. Ήξερα ότι ήταν αυτή, ακόμα και αν δεν την διέκρινα καθαρά. Τα χέρια της...Ω Θεοί τα χέρια της, δεν ήταν ανθρώπινα πια. Δεν είχε δύο χέρια, δεν είχε χέρια καν, είχε απολήξεις που έμοιαζαν με πλοκάμια που κατέληγαν σε κοφτερές, μυτερές λεπίδες! Τα πόδια της σκίστηκαν στα δύο απότομα και με ένα δυνατό ήχο, ανοίγοντας το δρόμο για περισσότερα εξωκοσμικά πλοκάμια. Το στόμα της ήταν ανοιχτό και έσταζε αίμα, ανάμεσα στα αναρίθμητα δόντια που είχαν καταλάβει το μισό της πρόσωπο, έχασκε και ούρλιαζε το όνομα μου! Πετάχτηκε απότομα πάνω μου και εγώ λιποθύμησα.
Ξύπνησα, δεμένος στο κατάστρωμα, με τεντωμένα τα άκρα μου. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, νιώθω απλά κρύο και υγρασία μέσα στην άδεια νύχτα της θάλασσας, σε ένα πλοίο που πλέον δεν ταξιδεύει αλλα επιπλέει. Το τέρας είναι πάντοτε δίπλα μου, κάποτε σέρνεται, κάποτε περπατάει με τις λεπίδες αλλά είναι πάντα δίπλα μου. Νιώθω το στομάχι μου γεμάτο, τα πνευμόνια μου υγρά. Κάτι κινείται μέσα στα σωθικά μου, κάτι κολυμπάει μέσα μου και μερικές φορές ανεβαίνει στον οισοφάγο μου προσπαθώντας να με πνίξει. Το τέρας γελάει και ψιθυρίζει και εγώ τρελαίνομαι, πεθαίνω, διψάω, πονάω παντού μέσα μου και νιώθω τα σωθικά μου να σκίζονται περισσότερο κάθε λεπτό που περνάει και το τέρας γελάει και σέρνει τα πλοκάμια του γύρω μου.
Ξέρω ότι κυοφορώ την ανώμαλη φύση της μέσα μου. Είμαι απλά ένας φορέας της θηριωδίας και της κτηνωδίας των πράξεων της.

Ξέρω ότι θα πεθάνω επειδή αυτά τα τέρατα τρέφονται από την σάρκα μου και το αίμα μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τίποτα πια, μόνο να περιμένω την απελευθέρωση, την λύτρωση ενός αργοπορημένου και επιθυμητού, από εμένα πια θανάτου.






Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Ο Ορισμός της Επανάστασης

Περπατούσε έξω στο κρύο, σχεδόν έτρεχε και παρατηρούσε την ανάσα του που άφηνε ένα σύννεφο καπνού στο πέρασμα του. Τα εργοστάσια δούλευαν ακόμα και τα μεσάνυχτα και ο ήχος των μηχανών τον εκνεύριζε. Μέσα δούλευαν παιδιά ηλικίας έξι, εφτά και μεγαλύτερα. Τυπικό, φτηνό, εργατικό δυναμικό. Η πληρωμή γινόταν με κουπόνια αγαθών. Η Κοινωνία τα είχε παρουσιάσει στο λαό όταν ο ίδιος ήταν ακόμα στην κούνια.
Για να χτυπήσουμε τον καπιταλισμό, λέγανε. Για να βοηθήσουμε στην αφομοίωση των κοινωνικών στρωμάτων. Το κράτος είναι ταξικός και μολυσμένος όρος. Τώρα υπάρχει μόνο η Κοινωνία. Δεν χρειαζόμαστε πλέον αυτούς τους όρους, είναι βλαβεροί για την γαλήνη μας. Το χρήμα διαφθείρει και κάνει τον εγκέφαλο να αρρωσταίνει. Έκαψαν τα νομισματοκοπεία της χώρας συμβολικά και δημιούργησαν την παραγωγή κουπονιών. Είχαν σκοτώσει τους προηγούμενους ηγέτες και είχαν καταργήσει τις εκλογές. Άχρηστοι, ταπεινοί όροι μπροστά στο μεγαλείο που ακολουθούσε. Μια δεκαετία αργότερα επέβαλλαν και το γλωσσικό νόμο. Ο Τσάρλς ήταν ήδη 12 όταν συνέβη αυτό. Τα επόμενα χρόνια τα θυμάται πολύ έντονα και επίπονα.
Τα σκεφτόταν και γρύλιζε. Γυρνούσε σπίτι με δυο βρώμικα κουπόνια φαγητού στην τσέπη. Σκεφτόταν το μικρό Σάμι στο κρεβάτι του να κλαίει από τους πόνους. Μόλις πριν μερικούς μήνες του βρήκαν στον καρκίνο στο στομάχι. Αδύναμος οργανισμός είπαν, μα όλοι ξέραμε την αλήθεια. Το φαγητό τα τελευταία χρόνια πλησίαζε σε ποιότητα τη σκυλοτροφή. Ελάχιστοι πλέον ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και αν το έκαναν οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες. Ο κόπος ήταν πολύς και οι απολαβές μηδαμινές, δεν άξιζε, έλεγαν. Προσπάθησαν να κινηθούν δικαστικά με ό,τι είχαν για να διεκδικήσουν θεραπεία μα τα δικαστήρια πλέον ήταν όλα διεφθαρμένα. Όλοι έψαχναν τρόπο να βρούν περισσότερα, να χτίσουν ένα μαξιλαράκι ασφαλείας για όταν θα έπεφταν από ασθένεια είτε από ατυχία. Συνεπώς, η μεγαλύτερη προσφορά κέρδιζε και όλοι ξέρανε ποιός στεκόταν απέναντι τους. Η Κοινωνία δεν ενδιαφερόταν για τις εξόφθαλμες αδικίες. Ενδιαφερόταν για την επιβολή του νόμου.
Όταν επιβλήθηκε ο γλωσσικός νόμος η χώρα σάστισε. Πώς θα εκφράζονταν , ποιές ήταν οι αποδεκτές έννοιες, ποιές λέξεις διώκονταν, ποιοί όροι υφίσταντο ακόμα. Είχαν κάνει τη νομοθεσία τόσο περίπλοκη και τις κυρώσεις τόσο σκληρές που αρκετοί απλώς σταμάτησαν να μιλάνε. Ένα έθνος Λακώνων. Ο Τσάρλς θυμάται να του αρπάζουν τα βιβλία μέσα από τα χέρια και να τα καίνε μπροστά του. Όλα τα σχολικά βιβλία κάηκαν, μαζί με πολλά άλλα που αποτελούσαν εχθρό της Κοινωνίας. Ο πατέρας του στεκόταν δίπλα του στηρίζοντας το χέρι του στον ώμο του παρηγορητικά. Είχε φροντίσει να κρύψει μπόλικα από τα “απαγορευμένα” βιβλία στο υπόγειο. Οι επόμενοι μήνες και τα χρόνια θα περνούσαν πολύ ήρεμα και κρυφά. Ο πατέρας του τον δίδαξε όσα ήξερε, του έδωσε όσα είχε, βιβλία περιοδικά, ημερολόγια, φιλοσοφικά, τα πάντα. Σχολείο πήγαινε ακόμα, όμως εκεί δεν μάθαιναν τίποτα πλέον παρά μόνο πρακτικές τέχνες. Η δική του πρακτική τέχνη ήταν η μεταλλουργία.
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα. Σύντομα είχαμε έλλειψη γιατρών και φαρμακοποιών. Σε μια κοινωνία τυφλού δικαίου και κατανομής πλούτου, γρήγορα σε πιάνει απελπισία. Ήταν εύκολο απλά να φύγουν σε άλλες χώρες είτε να αλλάξουν κλάδο απασχόλησης σε κάτι πιο απλό, πιο εύκολο όπως εργάτης εργοστασίου ή αναγνώστης για τυφλούς ή φύλαξη παιδιών. Η Κοινωνία για να το καταπολεμήσει έκλεισε τα σύνορα, και εξανάγκασε τους κατόχους πτυχίου να ασκούν το επάγγελμα τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους με φύλαξη. Πολλοί κατέστρεψαν τα πτυχία τους, αλλά η Κοινωνία τους βρήκε μέσω της βάσης δεδομένων. Οι τιμωρία για την καταστροφή του πτυχίου ήταν εργασία χωρίς κουπόνια για κάποια χρόνια.
Ο Τσάρλς σκόνταψε σε μια λακκούβα στο δρόμο και έβρισε. Παρόλα αυτά συνέχισε να περπατάει γρήγορα και σπασμωδικά. Ίσως και να προλάβαινε την διανομή φαγητού στην πλατεία πριν κλείσει. Δεν μπορούσε να την έχανε και σήμερα, ήδη πεινούσαν πολλά στόματα στο σπίτι. Ο πατέρας του είχε πεθάνει την ίδια περίοδο με την αδερφή της μητέρας του. Η μητέρα του τότε ανέλαβε τα τρία της παιδιά, μαζί με τα δύο δικά της. Τότε δεν ήξεραν για την αρρώστια του Σάμι. Τα χρέη την γονάτισαν και τότε ήταν που ο Τσάρλς άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Ήταν μόλις 17.
Έφτασε στην πλατεία όταν μάζευαν. Παρακάλεσε τον διεφθαρμένο υπεύθυνο για πολλοστή φορά και αυτή τη φορά έπιασε.
“Έχω κέφια σήμερα μικρέ”, είπε και του έδωσε ένα μαρούλι, μισό κιλό ντομάτες και λίγο τυρί, έτσι επειδή έτυχε χθες να είχε πηδήξει. Του χαμογέλασε με εκείνο το βρώμικο, αηδιαστικό, άρρωστο χαμόγελο του ανώμαλου, και του έδωσε τις πλαστικές τσάντες. Ο Τσάρλς τις άρπαξε αηδιασμένος και έκανε αναστροφή να φύγει. Πριν προλάβει να απομακρυνθεί κάποιος πέρασε από δίπλα του και του έβαλε με ταχύτητα κλέφτη στη σακούλα ένα διπλωμένο χαρτί. Ο Τσαρλς κοντοστάθηκε. Το σκέφτηκε λίγο και προχώρησε πάλι με το ίδιο βήμα που είχε έρθει. Μόλις βρέθηκε στο πρώτο σκοτεινό στενό το έβγαλε και το άνοιξε.

ΜΑΖΕΒΟΜΑΣΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΙΑ ΣΤΙΣ ΤΡΙΣ. ΕΛΑ ΜΟΝΟΣ. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΑΗ!

Μόρφασε από τα ορθογραφικά λάθη του σημειώματος. Αν το έβλεπε αστυνομικός το σημείωμα θα τον πήγαινε μέσα. Η λέξη “επανάσταση” είχε απαγορευθεί χρόνια τώρα. Κοίταξε γύρω του. Κανείς. Όποιος του το έδωσε, προφανώς ήξερε τον πατέρα του, γιατί ο ίδιος δεν είχε εκφράσει ποτέ την επιθυμία επανάστασης, ούτε είχε δώσει ποτέ την εντύπωση ότι ήταν κατά της Κοινωνίας. Ασχέτως το τι έγραφε στο ημερολόγιο του, ασχέτως το τι σκεφτόταν. Έμεινε να διαβάζει ξανά και ξανά το σημείωμα, προσπαθώντας να σκεφτεί αν ήταν παγίδα ή όντως ο λαός ξύπναγε. Τελικά έκρυψε το σημείωμα στο παντελόνι του, σε περίπτωση που τον έψαχνε κάποιος αστυνομικός στο δρόμο, και συνέχισε το περπάτημα. Είχε ήδη πάει μιάμιση.
Πολλές θεωρίες στριφογυρνούσαν στο μυαλό του, αν ήταν παγίδα, αν ήταν στοχευμένο για αυτόν, αν είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν. Σε μια Κοινωνία που όλα είναι σχετικά, θα μπορούσαν να καλύψουν το θάνατο του πολύ εύκολα. Εχθρός της Κοινωνίας. Εχθρός της γαλήνης. Πολέμιος των ιδανικών. Έπρεπε να εξοντωθεί. Τώρα περπατούσε αργά και παρατηρούσε το κάθε τι γύρω του. Τα κτήρια, τα πλακάκια κάτω από τα πόδια του, τους δρόμους που δεν είχαν καθόλου αμάξια, ούτε καν παρκαρισμένα. Ένιωθε χιλιάδες μάτια πάνω του να τον ακολουθούν στη διαδρομή. Ο εσωτερικός του μονόλογος τον κυνηγούσε στα στενά της πόλης του.
“Ο πατέρας μου δολοφονήθηκε. Ποτέ δε μάθαμε από ποιόν, ούτε γιατί και για την Κοινωνία δεν είχε σημασία. Δεν είχε σημασία αν δολοφονήθηκε, αν αυτοκτόνησε, εξοντώθηκε είτε πέθανε από ασθένεια. Είχε σημασία ότι απλά έφυγε. Η λέξη θάνατος και το ρήμα πεθαίνω είναι και τα δύο απαγορευμένα. Αν δολοφονήθηκε από την Κοινωνία; Αν του έδωσαν το ίδιο σημείωμα κάποια στιγμή που είχε βγεί, το ακολούθησε και του την είχαν στημένη; Θα πρέπει προφανώς να φερθώ πιο έξυπνα. Ίσως μπορώ να κατασκοπεύσω τη συνάντηση από κάποιο στρατηγικό σημείο. Και αν το έχουν υπολογίσει και αυτό και έχουν βάλει σκοπευτές στις ταράτσες; Όχι, πολύ τραβηγμένο...ή μήπως δεν είναι; Θεέ μου, αν πεθάνω ποιός θα φροντίζει το Σάμι; Μπορεί όμως να είναι ειλικρινές. Μπορεί όντως να ξεκινάει επανάσταση και εγώ θα θέλω να είμαι εκεί όταν γίνει. Αν όντως ήθελαν να ξεκινήσουν επανάσταση όμως, θα το έκαναν σε ένα τόσο εμφανές μέρος όπως η πλατεία; Οι συναθροίσεις απαγορεύονται. Η λέξη συνάθροιση απαγορεύεται και αυτή. Επανάσταση. Επανάσταση. Επανάσταση”
Επανέλαβε τόσο πολύ την λέξη στο μυαλό του που στο τέλος δεν σήμαινε τίποτα πλέον. Διψούσε και νύσταζε, όμως οι παλμοί του είχαν ανέβει. Το ζήτημα τον έκαιγε, όχι μόνο γιατί ανησυχούσε για την εγκυρότητα της πρόσκλησης, αλλά γιατί αν οι ανησυχίες του ήταν βάσιμες, ότι είχε μείνει από την οικογένεια του θα έμενε μόνο και απροστάτευτο. Ένα από τα βιβλία που είχαν απαγορεύσει είχε να κάνει με στρατηγικές πολέμου και ο πατέρας του το είχε κρατήσει. Ίσως θα έπρεπε να του ρίξει μια ματιά όταν έπεφταν όλοι για ύπνο.
“Δε μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς όπλα και εμείς σίγουρα δεν έχουμε. Έχουν απαγορευθεί. Επιτρέπονται μόνο από τα τάγματα πολιτών. Άρα αν κάποιος θέλει να ξεκινήσει επανάσταση θα πρέπει να έχει με το μέρος του κάποιον ή καλύτερα κάποιους εκ των έσω. Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι σίγουρο με αυτούς, γιατί μπορεί να φαίνονται ότι είναι με το μέρος της επανάστασης, όμως στην πραγματικότητα μπορεί να υποκινούνται από την Κοινωνία για να την καταπνίξουν. Άλλωστε δεν θα ανήκαν στα τάγματα αν δεν πίστευαν στην Κοινωνία. Ίσως να έχουν απογοητευτεί; Ίσως όντως να άλλαξαν γνώμη; Είναι δύσκολο να αλλάξεις γνώμη ενώ είσαι σε θέση εξουσίας. Όχι, σίγουρα η επανάσταση θα πρέπει να γίνει χωρίς αυτούς, δεν μπορούμε να τους εμπιστευθούμε. Άλλωστε ένα λάθος και θα βρεθούμε όλοι στο πυρ το εξώτερον...”
Γέλασε με την τελευταία του σκέψη. Είχε διαβάσει αυτήν την φράση σε ένα παλιό απαγορευμένο κόμικ. Με μια δεύτερη σκέψη δεν του φάνηκε και τόσο αστεία. Αν κάποιος μπορούσε να μπεί στο κεφάλι του θα τον είχαν ήδη εξοντώσει. Σχεδόν όλες οι λέξεις ήταν απαγορευμένες. Αυτό τον έριξε σε βαθιά θλίψη και περισυλλογή.
“Ει, εσύ! Που πάς;”
Ο Τσάρλς κοκάλωσε. Γύρισε αργά προς τη φωνή. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν καλάσνικοφ στα χέρια ενός αγριεμένου άντρα. Δε μίλησε, απλά έμεινε να τον κοιτάζει. Ο άγνωστος πλησίασε και τον κοίταξε άγρια και απειλητικά με σκυθρωπό ύφος.
“Δείξε μου τι έχεις στις τσάντες.”
Άνοιξε τις τσάντες χωρίς να μιλήσει. Φοβόταν την ομιλία. Ο τρόπος που σκεφτόταν και μιλούσε ήταν επικίνδυνος. Ήλπιζε με όλη του την ψυχή να μην τον ψάξει στο σώμα. Δεν ήταν πιθανό να βρεί το σημείωμα εκεί που ήταν κρυμμένο, αλλά αν το έβρισκε θα βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο. Ο άνδρας σήκωσε το κεφάλι, τον παρατήρησε, κουρελιασμένα ρούχα, ανακατεμένα μαλλιά και με μία έκφραση αηδίας του έκανε νόημα να φύγει. Ο Τσάρλς του γύρισε πλάτη, και συνέχισε να περπατάει.
“Αν το σημείωμα ήταν στημένο, σίγουρα δεν θα μου έκαναν έλεγχο μετά που μου το έδωσαν. Θα με άφηναν να γυρίσω, υπό παρακολούθηση, να δούν αν θα το έδινα ή έλεγα κάπου. Μπορεί όμως και αυτό να ήταν μέρος του κόλπου για να μην τους καταλάβω. Μπορεί να θέλουν να με πείσουν ότι όλα είναι φυσιολογικά, όπως ένας απλός έλεγχος το βράδυ. Μπορεί να με παρακολουθούν και τώρα...”
Κοίταξε αδιάφορα γύρω του. Έβραζε από φόβο και αγωνία μέσα του, αλλά δεν έπρεπε να δώσει στίγμα αν τον έβλεπαν. Δυο άντρες σε ένα στενό ακουμπούσαν στον τοίχο και μιλούσαν. Όταν πέρασε από μπροστά τους σταμάτησαν απότομα τις ομιλίες. Τον κοιτούσαν όσο απομακρυνόταν και ένιωθε το βλέμμα τους στην πλάτη του.
“ Η επανάσταση ξεκινάει. Πώς; Στηνόταν κάποια επιχείρηση τόσο καιρό χωρίς να το ξέρω; Μα και πώς να το ξέρω...δεν είμαι δικτυωμένος. Ο μπαμπάς ήταν. Αν ήταν εδώ θα μπορούσε να με βοηθήσει. Όμως δεν είναι...πρέπει να φροντίσω τον Σάμι. Αν μας πιάσουν δεν θα μπορώ. Θα τους απογοητεύσω όλους. Η μητέρα δεν μπορεί να φροντίσει μόνη της τόσα στόματα. Σίγουρα δεν θα μπορεί να φροντίσει τον Σάμι. Θα πεθάνει. Ο Σάμι θα πεθάνει.”
Μόρφασε και δάκρυσε. Δεν ήξερε τι να κάνει, όμως συνέχισε να μοιάζει ατάραχος και να περπατάει, ήρεμα και αργά.
“ Θα πεθάνει ακόμα και αν δεν πάρω μέρος. Θα πεθάνει από το καθεστώς. Θα πεθάνει από την Κοινωνία. Μα τι στο διάολο πια είναι η επανάσταση; Τι είναι η εξέγερση; Απαγορευμένοι όροι. Ναι, όμως τι δηλώνουν; Την οργή, την θλίψη, την απογοήτευση του λαού; Δεν την βλέπω όμως! Ο λαός κοιμάται βαθιά νυχτωμένος, όπως επέλεξε να κοιμάται. Τι σημαίνει κοιμάται; Είναι μεταφορά, δεν κοιμούνται πραγματικά γιατί δουλεύουν συνέχεια για να επιβιώσουν. Τι ευθύνη έχω εγώ να τους βγάλω από την μιζέρια τους;”
Χτύπησε την πόρτα δυο φορές. Η μητέρα του, ταλαιπωρημένη και απεριποίητη του άνοιξε την πόρτα.
“Επιτέλους” ψιθύρισε με ανακούφιση. Πήρε τις σακούλες και τις άφησε στο τραπέζι. Ο Σάμι έκλαιγε σιγανά από το μέσα δωμάτιο και του ράγισε την καρδιά.
“Πώς είναι;” ρώτησε ψιθυριστά τη μητέρα. Δεν απάντησε. Απλά έσφιξε τα χείλη της και δάκρυσε. Γύρισε να κρύψει το πρόσωπο της. Ο Τσάρλς την πλησίασε και την πήρε αγκαλιά. Η γυναίκα δεν άντεξε, και ξέσπασε με σιγανούς λυγμούς πάνω του. Μόλις ηρέμησε λιγάκι, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον Τσάρλς με ελπίδα και ευγνωμοσύνη.
“Φτιάξε κάτι για τα παιδιά, έφερα και λίγο τυρί” της είπε μαλακά.
“Δεν θα κάτσω μάνα. Έχω κάπου να πάω. Θα γυρίσω αργά, μπορεί να μη γυρίσω και καθόλου. Μη με περιμένετε.” γύρισε και βγήκε αποφασιστικά έξω.
Για πρώτη φορά η Επανάσταση πήρε σάρκα και οστά στο μυαλό του. Ήξερε τον ορισμό της. Περπατούσε γρήγορα πάλι, με τα χέρια στις τσέπες, σχεδόν χορεύοντας στο μουντό φώς της πανσελήνου. Ξαφνικά, ένιωθε μια ευχάριστη ζέστη μέσα του. Η Επανάσταση θα ήταν...




Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Μια τυχαία κίνηση ευγενείας

Μένω σε μια πόλη με λίγους δρόμους και πολλούς παράδρομους. Γενικότερα αποτελείται από παλαιά κτήρια, ίσως με μια μικρή δόση γραφικότητας και μια μεγάλη τάση προσομοίωσης χωριού. Συνεπώς, δεν χρησιμοποιώ αμάξι, έχοντας την δυνατότητα της παρατήρησης των γύρω μου και της πόλης γενικότερα σε σύγκριση με την μουντάδα της γρήγορης ταχύτητας και της επιφανειακής παρατηρητικότητας και επαγρύπνησης.
Είναι δώρο η ικανότητα της αντίληψης και της προσοχής. Σου ανοίγει ένα κόσμο που πλέον δεν μοιάζει τρισδιάστατος αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Έχει φαντασία, συναίσθημα, χρώμα, πλευρές που ποτέ πρίν δεν είχες παρατηρήσει ή και δεν πρόκειται ποτέ να το κάνεις. Αναφέρομαι φυσικά στις περιστασιακές εικόνες ή μυρωδίες που έρχονται και σε αγκαλιάζουν απροσδόκητα. Μια τέτοια εικόνα με καταδιώκει εδώ και μέρες, καίγοντας με να την διηγηθώ, τρώγωντας με εσωτερικά, κάνοντας το αδύνατο να κοιμηθώ. Στριφογυρνώ γεμάτη ενθουσιασμό, γεμάτη έμπνευση να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του δέρματος μου.
Ήταν νύχτα όταν αποφάσισα να γυρίσω σπίτι, ερχόμενη από μια ρηχή ίσως βραδιά, γεμάτη απογοήτευση. Έχω καιρό να γράψω, ή να ζωγραφίσω, ή να είμαι γενικότερα δημιουργική σε οποιονδήποτε τομέα και αυτό με κάνει ευάλωτη. Ευάλωτη γιατί παρατηρώ μια έντονη στασιμότητα, τόσο σε εμένα όσο και γύρω μου, στις καταστάσεις και στα πρόσωπα. Περπατούσα με αργό βήμα, με τα χέρια στις τσέπες , βγάζοντας αχνό καπνό από τα ρουθούνια και το στόμα μου. Τα πάντα τα είχε κατακλύσει η ακινησία, χωρίς αμάξια, χωρίς άλλα άτομα, χωρίς ζώα να ψάχνουν που θα κοιμηθούν. Και τότε την είδα.
Μια γυναίκα γύρω στα 50, με σκούρα κόκκινα μαλλιά και αέρα αρχοντικό, σαν βασίλισσα. Ήταν όρθια, ελαφρώς σκυμένη ίσως προς τα εμπρός στο κάγκελο του μπαλκονιού της, καπνίζοντας ένα τσιγάρο που φάνηκε ότι ήταν της παρηγοριάς. Ο χειμωνιάτικος αέρας κούναγε ελαφρώς τις κουρτίνες από πίσω της, προσδίδοντας στην εικόνα μια εξωπραγματική αίσθηση. Ήταν πανέμορφη, και ας μην ήταν νέα, και ας μην ήταν βαμένη και περιποιημένη, και ας μην είχε διαστάσεις μοντέλου. Ήταν επιβλητική, και Θεέ μου, τόσο απερίγραπτα γοητευτική. Η αύρα της ούρλιαζε στο χώρο, σχεδόν σε ανάγκαζε να σταματήσεις και να την προσέξεις. Υπέροχη, επιβλητική, με έναν αέρα καμπαρέ άλλης εποχής. Το μπαλκόνι ήταν πολύ χαμηλό, δίνοντας μου την ικανότητα να διακρίνω κάθε ρυτίδα, κάθε μούδιασμα του προσώπου, κάθε τρέμουλο στα μπράτσα της από το κρύο.
Στάθηκα μαγεμένη και την κοιτούσα. Το δεξί της χέρι κρατούσε θυληκά το τσιγάρο και το αριστερό ήταν ακριβώς από κάτω, ίσως για να αγκαλιάζει την μέση της, ίσως για να στηρίζει το άλλο της χέρι, αν και δεν φαινόταν αδύναμη. Φαινόταν δυνατή, σαν να είχε τον έλεγχο όλου του κόσμου σε μια της ματιά. Τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού που δεν ήταν απασχολημένα με το τσιγάρο, έπαιζαν μεταξύ τους νευρικά, προδίδοντας την ψυχική της κατάσταση. Νομίζω την κοιτούσα τόση ώρα, σαν χαμένη, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ομορφιάς και της γοητείας που απέπνεε. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που περιμένεις να μπεί μουσική από πίσω και να συνοδεύσει μια τέτοια ατμόσφαιρα. Και αν ήταν να παίξει κάποια μουσική, θα έπαιζε σίγουρα κάποιο σαξόφωνο σε χαμηλή νότα και αργό τόνο.
Όταν είδα μια γυαλάδα να κατεβαίνει στο μάγουλο της, με συγκλόνισε. Δεν έκανε καν τον κόπο να σκουπίσει το δάκρυ και ας με είχε δει να την παρατηρώ. Σαν ηγέτης που δεν πρέπει να σπάσει την ύστατη στιγμή της κατάρρευσης, έτσι και εκείνη αρνήθηκε να παραδεχτεί την ήττα της, στεκόμενη στο ύψος των περιστάσεων. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να υποχωρήσει. Τράβηξε ακόμη μια πνοή από καπνό, και με κοίταξε κατάματα, ξεφυσώντας αργά. Τότε ήταν που προχώρησα πιο κοντά στο χαμηλό μπαλκόνι, με σεβασμό σαν να αντιμετώπιζα θρόνο. Αν δεν της μιλούσα θα το μετάνιωνα.
" Καλησπέρα σας..." ψέλλισα διστακτικά.
Με κοίταξε έντονα, επιμένοντας στην φυσική της δύναμη. Πήρα κουράγιο μόνο από το βλέμμα της.
" Θέλω να σας πώ ότι φαίνεστε υπέροχη. Μια πραγματική μούσα ομορφιάς. Με έχετε εντυπωσιάσει. Η γοητεία σας φωνάζει σε όλο τον δρόμο απαιτώντας προσοχή. Είσασθε εκπληκτική, και από το λίγο που ίσως μπορώ να σας κρίνω, ήδη αποπνέετε σεβασμό. Μην λυγίσετε, ό,τι και αν σας βασανίζει. Πιστέψτε με, είναι πολύ λίγο μπροστά στο μεγαλείο που σας περικλύει."
Με κοίταξε και βούρκωσε. Παρατήρησα ένα μειδίαμα στο στόμα της, ένα ελαφρύ χαμόγελο, και έσκυψε το κεφάλι της προς τα κάτω, να κρύψει τα λαμπερά της μάτια. Με ξανακοίταξε, μου έγνεψε ένα επιβλητικό ευχαριστώ, και κάρφωσε πάλι το βλέμμα της πάνω μου με ένα όλο και αυξανόμενο χαμόγελο.
Την χαιρέτησα και εγώ με τον ίδιο τρόπο, με ένα λακωνικό νεύμα και με ένα γεμάτο χαμόγελο, και συνέχισα τον δρόμο μου. Ένιωθα τα μάτια της στην πλάτη μου να με λούζουν με ευχές. Όποιος και αν ήταν ο πόνος της, τον ένιωθα ήδη πιο ελαφρύ. Και είμαι σίγουρη ότι με κοίταζε να φεύγω, μέχρι που εξαφανίστηκα τελείως από το πεδίο ορατότητος της. Δεν της άξιζε κανένας πόνος αυτής της γυναίκας.
Τώρα κάθε φορά που περνάω από εκεί την νύχτα, ελπίζω να την ξαναδώ, στο ίδιο μπαλκόνι, με το ίδιο τσιγάρο και την ίδια ατμόσφαιρα, και εκείνη στο κέντρο της εικόνας, φορώντας εκείνη την μαύρη μισάνοιχτη ρόμπα που ανεμίζει, σαν γνήσιο θυληκό. Μακάρι, στην ηλικία της, να αποπνέω και εγώ τέτοια συναισθήματα, μακάρι να έχω έστω και την μισή της δύναμη και προσωπικότητα. Και μακάρι αυτή η ύπαρξη, να μην λυγίσει ποτέ.