"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Μια τυχαία κίνηση ευγενείας

Μένω σε μια πόλη με λίγους δρόμους και πολλούς παράδρομους. Γενικότερα αποτελείται από παλαιά κτήρια, ίσως με μια μικρή δόση γραφικότητας και μια μεγάλη τάση προσομοίωσης χωριού. Συνεπώς, δεν χρησιμοποιώ αμάξι, έχοντας την δυνατότητα της παρατήρησης των γύρω μου και της πόλης γενικότερα σε σύγκριση με την μουντάδα της γρήγορης ταχύτητας και της επιφανειακής παρατηρητικότητας και επαγρύπνησης.
Είναι δώρο η ικανότητα της αντίληψης και της προσοχής. Σου ανοίγει ένα κόσμο που πλέον δεν μοιάζει τρισδιάστατος αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Έχει φαντασία, συναίσθημα, χρώμα, πλευρές που ποτέ πρίν δεν είχες παρατηρήσει ή και δεν πρόκειται ποτέ να το κάνεις. Αναφέρομαι φυσικά στις περιστασιακές εικόνες ή μυρωδίες που έρχονται και σε αγκαλιάζουν απροσδόκητα. Μια τέτοια εικόνα με καταδιώκει εδώ και μέρες, καίγοντας με να την διηγηθώ, τρώγωντας με εσωτερικά, κάνοντας το αδύνατο να κοιμηθώ. Στριφογυρνώ γεμάτη ενθουσιασμό, γεμάτη έμπνευση να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του δέρματος μου.
Ήταν νύχτα όταν αποφάσισα να γυρίσω σπίτι, ερχόμενη από μια ρηχή ίσως βραδιά, γεμάτη απογοήτευση. Έχω καιρό να γράψω, ή να ζωγραφίσω, ή να είμαι γενικότερα δημιουργική σε οποιονδήποτε τομέα και αυτό με κάνει ευάλωτη. Ευάλωτη γιατί παρατηρώ μια έντονη στασιμότητα, τόσο σε εμένα όσο και γύρω μου, στις καταστάσεις και στα πρόσωπα. Περπατούσα με αργό βήμα, με τα χέρια στις τσέπες , βγάζοντας αχνό καπνό από τα ρουθούνια και το στόμα μου. Τα πάντα τα είχε κατακλύσει η ακινησία, χωρίς αμάξια, χωρίς άλλα άτομα, χωρίς ζώα να ψάχνουν που θα κοιμηθούν. Και τότε την είδα.
Μια γυναίκα γύρω στα 50, με σκούρα κόκκινα μαλλιά και αέρα αρχοντικό, σαν βασίλισσα. Ήταν όρθια, ελαφρώς σκυμένη ίσως προς τα εμπρός στο κάγκελο του μπαλκονιού της, καπνίζοντας ένα τσιγάρο που φάνηκε ότι ήταν της παρηγοριάς. Ο χειμωνιάτικος αέρας κούναγε ελαφρώς τις κουρτίνες από πίσω της, προσδίδοντας στην εικόνα μια εξωπραγματική αίσθηση. Ήταν πανέμορφη, και ας μην ήταν νέα, και ας μην ήταν βαμένη και περιποιημένη, και ας μην είχε διαστάσεις μοντέλου. Ήταν επιβλητική, και Θεέ μου, τόσο απερίγραπτα γοητευτική. Η αύρα της ούρλιαζε στο χώρο, σχεδόν σε ανάγκαζε να σταματήσεις και να την προσέξεις. Υπέροχη, επιβλητική, με έναν αέρα καμπαρέ άλλης εποχής. Το μπαλκόνι ήταν πολύ χαμηλό, δίνοντας μου την ικανότητα να διακρίνω κάθε ρυτίδα, κάθε μούδιασμα του προσώπου, κάθε τρέμουλο στα μπράτσα της από το κρύο.
Στάθηκα μαγεμένη και την κοιτούσα. Το δεξί της χέρι κρατούσε θυληκά το τσιγάρο και το αριστερό ήταν ακριβώς από κάτω, ίσως για να αγκαλιάζει την μέση της, ίσως για να στηρίζει το άλλο της χέρι, αν και δεν φαινόταν αδύναμη. Φαινόταν δυνατή, σαν να είχε τον έλεγχο όλου του κόσμου σε μια της ματιά. Τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού που δεν ήταν απασχολημένα με το τσιγάρο, έπαιζαν μεταξύ τους νευρικά, προδίδοντας την ψυχική της κατάσταση. Νομίζω την κοιτούσα τόση ώρα, σαν χαμένη, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ομορφιάς και της γοητείας που απέπνεε. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που περιμένεις να μπεί μουσική από πίσω και να συνοδεύσει μια τέτοια ατμόσφαιρα. Και αν ήταν να παίξει κάποια μουσική, θα έπαιζε σίγουρα κάποιο σαξόφωνο σε χαμηλή νότα και αργό τόνο.
Όταν είδα μια γυαλάδα να κατεβαίνει στο μάγουλο της, με συγκλόνισε. Δεν έκανε καν τον κόπο να σκουπίσει το δάκρυ και ας με είχε δει να την παρατηρώ. Σαν ηγέτης που δεν πρέπει να σπάσει την ύστατη στιγμή της κατάρρευσης, έτσι και εκείνη αρνήθηκε να παραδεχτεί την ήττα της, στεκόμενη στο ύψος των περιστάσεων. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να υποχωρήσει. Τράβηξε ακόμη μια πνοή από καπνό, και με κοίταξε κατάματα, ξεφυσώντας αργά. Τότε ήταν που προχώρησα πιο κοντά στο χαμηλό μπαλκόνι, με σεβασμό σαν να αντιμετώπιζα θρόνο. Αν δεν της μιλούσα θα το μετάνιωνα.
" Καλησπέρα σας..." ψέλλισα διστακτικά.
Με κοίταξε έντονα, επιμένοντας στην φυσική της δύναμη. Πήρα κουράγιο μόνο από το βλέμμα της.
" Θέλω να σας πώ ότι φαίνεστε υπέροχη. Μια πραγματική μούσα ομορφιάς. Με έχετε εντυπωσιάσει. Η γοητεία σας φωνάζει σε όλο τον δρόμο απαιτώντας προσοχή. Είσασθε εκπληκτική, και από το λίγο που ίσως μπορώ να σας κρίνω, ήδη αποπνέετε σεβασμό. Μην λυγίσετε, ό,τι και αν σας βασανίζει. Πιστέψτε με, είναι πολύ λίγο μπροστά στο μεγαλείο που σας περικλύει."
Με κοίταξε και βούρκωσε. Παρατήρησα ένα μειδίαμα στο στόμα της, ένα ελαφρύ χαμόγελο, και έσκυψε το κεφάλι της προς τα κάτω, να κρύψει τα λαμπερά της μάτια. Με ξανακοίταξε, μου έγνεψε ένα επιβλητικό ευχαριστώ, και κάρφωσε πάλι το βλέμμα της πάνω μου με ένα όλο και αυξανόμενο χαμόγελο.
Την χαιρέτησα και εγώ με τον ίδιο τρόπο, με ένα λακωνικό νεύμα και με ένα γεμάτο χαμόγελο, και συνέχισα τον δρόμο μου. Ένιωθα τα μάτια της στην πλάτη μου να με λούζουν με ευχές. Όποιος και αν ήταν ο πόνος της, τον ένιωθα ήδη πιο ελαφρύ. Και είμαι σίγουρη ότι με κοίταζε να φεύγω, μέχρι που εξαφανίστηκα τελείως από το πεδίο ορατότητος της. Δεν της άξιζε κανένας πόνος αυτής της γυναίκας.
Τώρα κάθε φορά που περνάω από εκεί την νύχτα, ελπίζω να την ξαναδώ, στο ίδιο μπαλκόνι, με το ίδιο τσιγάρο και την ίδια ατμόσφαιρα, και εκείνη στο κέντρο της εικόνας, φορώντας εκείνη την μαύρη μισάνοιχτη ρόμπα που ανεμίζει, σαν γνήσιο θυληκό. Μακάρι, στην ηλικία της, να αποπνέω και εγώ τέτοια συναισθήματα, μακάρι να έχω έστω και την μισή της δύναμη και προσωπικότητα. Και μακάρι αυτή η ύπαρξη, να μην λυγίσει ποτέ.