"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Αγαπημένα Vol. 1

Καιρό τώρα σκεφτόμουν να κάνω ένα τέτοιο κείμενο, χωρίς να είναι κείμενο ακριβώς. Θα αφήσω την μουσική να μιλήσει. Kαι το Vol.2 θα είναι ίσως λίγο πιο λεπτομερές, με πιο πολλά λογάκια και περισσότερες εξηγήσεις, γιατί-πώς -πού. Θα είναι λίγο πιο οργανωμένο και με ιδιαίτερες προτιμήσεις ειδών και συγκροτημάτων. Όταν αξιωθώ και το γράψω φυσικά.
Αγαπητέ αναγνώστη, ξέχασε ότι έχεις διαβάσει σε αυτό το blog κατά το παρελθόν.
Let there be...music.<3

Αγαπημένα Ελληνικά.















Αγαπημένα Ξένα ( ασχέτου είδους )






























































Και είναι ακόμα άλλα τόσα, και άλλα τόσα αλλά λέω να μην βάλω και άλλα...έχει βγεί ήδη τεράστιο.
Α...και να μην ξεχάσω..το τραγούδι της ημέρας:



Καλησπέρα!

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Vol.2 Πληγές

Version 2.


“Θα σε αγαπώ για πάντα
Θα σε φροντίζω για πάντα
Θα σε ποθώ για πάντα
Φτάνει και εσύ να κάνεις τα ίδια σε 'μένα..”.



Τα λόγια του αντηχούσαν στο κεφάλι της σαν κραυγές. Τα μάτια της δάκρυζαν και οι αναμνήσεις κυλούσαν στα νεανικά μάγουλα της. Χείμαρροι τα συναισθήματα, την έπνιγαν για το ποιό θα υπερισχύσει και ποιό θα την κατακλύσει απόλυτα. Πώς μπόρεσε? Γιατί? Γιατί τέτοια μέρα, τέτοια ώρα?
Από παιδιά γνωριζόντουσαν. Μια φιλία που άνθισε την τρίτη μέρα ενός ασυνήθιστα ζεστού Οκτωβρίου.Γεννήθηκαν σε γειτονικά σπίτια, πήγαιναν στο ίδιο σχολείο, πέρασαν σε πανεπιστήμια της ίδιας πόλης και τελικά κατέληξαν συγκάτοικοι, και κάτι παραπάνω. Αυτή η εξέλιξη τους οδήγησε 4 χρόνια μετά 10 Μαρτίου 2010,στα σκαλιά της εκκλησίας και κάτι μήνες αργότερα στον πρώτο τους απόγονο. Ήταν ενθουσιασμένοι με τη νέα ζωή που μεγάλωνε μέσα της, θα έδιναν τα πάντα για αυτή μέχρι που η Χριστίνα εμφάνισε κάποιες επιπλοκές. Μια φθινοπωρινή νύχτα, στις 3 Οκτωβρίου οι πόνοι και το αίμα που έχανε ,τους οδήγησαν στο νοσοκομείο απλά για να τους ενημερώσουν ότι είχαν χάσει το παιδί. Από εκείνο το βράδυ η σχέση τους βάλτωσε. Για ένα χρόνο, ο Νίκος είχε χαθεί στη δίνη του ποτού και της παρανομίας σε σημείο που η Χριστίνα αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει ένα πρωί που τη χτύπησε, ακόμα μεθυσμένος από το προηγούμενο βράδυ. Φυγάς του παρελθόντος, φρόντισε να εξαφανίσει κάθε ίχνος της προσπαθώντας να βεβαιωθεί ότι δεν θα την ξαναβρεί και ότι δεν θα την ακολουθήσει.
Και όντως, όλα πήγαν καλά για τις πρώτες εβδομάδες, μέχρι που βρήκε λουλούδια στην πόρτα της, και έναν Νίκο δακρυσμένο να σιγοψιθυρίζει συγγνώμες. Μετά από μια μακροσκελής συζήτηση, άπειρες υποσχέσεις και χίλια παρακάλια, η Χριστίνα γύρισε στο σπίτι τους στην Αθήνα αφήνοντας πίσω την Καστοριά στην οποία είχε καταφύγει. Ξεκίνησαν από το μηδέν. Σαν να γνωριζόντουσαν για πρώτη φορά τότε και να ζούσαν για πρώτη φορά μαζί.


Αλλά απ'ότι φαίνεται η μοίρα είχε άλλα σχέδια τα οποία η ίδια δεν μπορούσε να προβλέψει. Σήμερα, ημέρα επετείου γνωριμίας 3/10 1990, ο Νίκος είχε αποφασίσει να το γιορτάσει με λίγο διαφορετικό τρόπο από αυτόν που νόμιζε η Χριστίνα...και με άλλα πρόσωπα. Οπότε, μάζεψε τα κομμάτια της, πήρε τις αναμνήσεις της, φόρτωσε και τις εικόνες δευτερολέπτων που κατέστρεψαν τα τελευταία 6 χρόνια της ζωής της και έφυγε. Δεν ήξερε που πήγαινε, δεν την ενδιέφερε, αρκεί να έφευγε από όλα εκείνα τα μέρη που της θύμιζαν οτιδήποτε δικό του. Έτρεχε να ξεφύγει από την καταστροφή της, από εκείνο το άτομο που είχε συγχωρήσει και τελικά για μια ακόμα φορά την εξαπάτησε, από τις σκιές που όσο ανέβαινε η ταχύτητα στο γκάζι, τόσο πιο κοντά της, τις ένιωθε, από όλες εκείνες τις στιγμές που δεν θα διέγραφε ποτέ και από εκείνη την ενοχλητική φωνή που γελούσε μέσα στο κεφάλι της. Η όραση της ήταν μειωμένη και η βροχή που έπεφτε από τον ουρανό σαν άπειρες μικροσκοπικές κατάρες δεν βοηθούσε. Προχωρούσε για ώρα,όταν πλέον είδε την ταμπέλα που την ενημέρωνε ότι βρισκόταν στο 3ο χιλιόμετρο...3ο χιλιόμετρο για πού?Εδώ και πολύ ώρα είχε παρατηρήσει την έλλειψη καυσίμων αλλά δεν είχε δώσει σημασία. Όταν όμως το αμάξι άρχισε να χάνει ταχύτητα επικίνδυνα κατάλαβε ότι δεν είχε επιλογή.


Τράβηξε το αμάξι στην άκρη, έβαλε χειρόφρενο, κάθισε μαζεμένη σαν έμβρυο στην θέση του οδηγού και άρχισε να κλαίει με αναφιλυτά.. Έκλαιγε, έκλαιγε, έβγαζε όλη τη κατακραυγή του κόσμου από τα σωθικά της σαν αγρίμι αιμόφυρτο στην άσφαλτο. O θυμός και η λύπη είχαν μετατραπεί σε αναφιλητά και πόνο. Δεν μπορούσε να το ελέγξει πλέον, απλώς ευχόταν να σταματήσει να την ξεσκίζει αυτό το τέρας μέσα της και αυτή η ενοχλητική φωνή να σταματήσει επιτέλους να γελάει.
Το ρολόι της έδειχνε 10:03 όταν ξαφνικά, εκεί, στη μέση του πουθενά, στον άδειο δρόμο προς μια τυχαία επαρχιακή πόλη, μια λάμψη έκοψε τον ουρανό στα δύο, και από τη σχισμή βγήκε ένα κόκκινο υγρό που συναγωνιζόταν την βροχή για το ποιό στοιχείο από τα δύο θα γεμίσει πιο πολύ το χώμα. Με δάκρυα ακόμα στα μάτια, σήκωσε το κεφάλι της παραξενεμένη από την λάμψη και το χρωματισμένο υγρό γέμισε το παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Σχεδόν ανήμπορη να αντιδράσει στο θέαμα που διαδραματιζόταν μπροστά της, έμεινε να το κοιτάζει σίγουρη πως είχε παραισθήσεις. Σε λίγο δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα πέραν του σκούρου κόκκινου σαν αίμα υγρού το οποίο λέκιαζε το τζάμι. Κατέβασε το παράθυρο της και έβγαλε δειλά το χέρι της έξω. Τα δάχτυλα της σύντομα γέμισαν αυτό το πηχτό παρασκεύασμα το οποίο είχε τρομερή ομοιότητα με το αίμα που τόσες φορές είχε αντιμετωπίσει και η ίδια. Έβαλε μέσα το χέρι της και πλησίασε να μυρίσει το υγρό. Η οσμή του ήταν φριχτή, απαίσια, σαν να είναι όντως αίμα, ένα βήμα πρίν ξεραθεί πάνω σε κάποιο πτώμα. Είχε σταματήσει το κλάμα αλλά η περιέργεια της όλο και μεγάλωνε. Τι μπορεί να ήταν αυτό? Και γιατί έπεφτε από τον ουρανό? Ποιό φυσικό φαινόμενο μπορεί να προκαλέσει τέτοια αντίδραση?
Πρώτη της σκέψη ήταν να πάρει κάποιον τηλέφωνο πίσω στην πόλη να δει τι συμβαίνει. Δεν μπορεί να το είχε δει μόνο εκείνη. Με γρήγορες κινήσεις άνοιξε την τσάντα της και άρχισε να ψάχνει το κινητό της...που δεν ήταν εκεί. Θα το είχε ξεχάσει πίσω στο σπίτι όταν έφυγε πιο γρήγορα και από τον άνεμο χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η επόμενη κίνηση ήταν να βάλει ραδιόφωνο. Γύρισε το κλειδί στη μηχανή για να πάρει μπρός. Κενό. Απόλυτη ησυχία και ο ήχος της παράξενης βροχής. Το ξαναγύρισε. Ούτε καν προσπάθεια, ούτε καν κάποιο παράπονο της μηχανής από έλλειψη μπαταρίας. Τίποτα. Τα πράγματα άρχισαν να φαίνονται σαν σε όνειρο. Δεν γίνεται να μην παίρνει μπροστά, σίγουρα κάποιον ήχο έπρεπε να κάνει το αμάξι, ήταν σχεδόν ολοκαίνουργιο, δεν μπορεί, δεν γίνεται...
Ο ουρανός ξανάνοιξε. Σαν να έγινε έκρηξη στην ατμόσφαιρα, ο ήχος έκανε τα τζάμια να τρίξουν παραπονεμένα. Τα μάτια της γούρλωσαν στο θέαμα που αντίκρισε. Όργανα και μέλη έπεφταν από τον ουρανό, ατάραχα, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Μια καρδιά προσγειώθηκε απότομα στο παρμπρίζ ενώ κάτι πιο βαρύ έκανε θόρυβο πέφτοντας στην οροφή του αμαξιού. Πλέον είχε πανικοβληθεί. Κοιτούσε γύρω της με μάτια να ξεχειλίζουν από φρίκη, κατατρομαγμένη για αυτό που μπορεί να ακολουθούσε. Κοιτούσε γύρω της σπασμωδικά προσπαθώντας να αντικρίσει κάτι,οτιδήποτε, μέσα από το πηχτό πέπλο που είχε καλύψει τα πάντα. Η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στήθος της και στο κεφάλι της. Οι φλέβες στο λαιμό της πάλλονταν σπαστικά και γρήγορα. Η λογική ήταν πέρα από όσα έβλεπε. Ξαναέφερε το λερωμένο χέρι της κοντά στα μάτια της. Το λιγοστό φώς δεν βοηθούσε τα μάτια της και το μυαλό της να δεχτούν ότι αυτό που ένιωθε ζεστό και πηχτό, ήταν όντως αίμα.
Οι σκέψεις έτρεχαν αδιάκοπα στα στενά του εγκεφάλου της, και η στοιχειώδης φυσική και χημεία πάσχιζαν να αποκαταστήσουν την τάξη. Μάταια. Ήταν μάρτυρας ενός φαινομένου που δεν είχε καμία υπόσταση, καμία ύπαρξη στον κόσμο αυτό. Δεν υπήρχε περίπτωση να βγει από το αμάξι. Θα περίμενε υπομονετικά να τελειώσει όλη αυτή η πληγή του ουρανού και μετά θα έβγαινε να αναζητήσει βοήθεια.
Και ο ουρανός, άνοιξε για τελευταία φορά αφήνοντας μια κραυγή στην ατμόσφαιρα. Σκιές περικύκλωσαν το όχημα και από το πουθενά εμφανίστηκαν χέρια, παλάμες, να στιγματίζουν το γυαλί γύρω της. Χτυπήματα έπληξαν την ακεραιότητα του αυτοκινήτου, την στιγμή που ένιωθε το έδαφος από κάτω της περίεργα ασταθές. Το αμάξι με μια αποφασιστική κίνηση, γύρισε απότομα και έπεσε στο αριστερό πλάι. Άκουσε τον καθρέφτη να συνθλίβεται στην πίεση του οδοστρώματος και τραντάχτηκε ενώ ούρλιαζε σαν παρανοϊκή. Το αμάξι ξαναγύρισε για να καταλήξει σε μια αναποδογυρισμένη στάση. Και ξανά. Και ξανά. Μέχρι που άρχισε να πέφτει στον γκρεμό που είχε αγνοήσει εντελώς σε όλη την διαδρομή.
Ο αερόσακος άνοιξε, η μύτη της έτρεχε, το δεξί της μάτι σίγουρα είχε πληγωθεί και τα πλευρά της πιεζόντουσαν από κάτι βαρύ. Δύσκολα ενέπνεε και όταν το κατάφερνε πονούσε. Όταν τελείωσε αυτή η κάθοδος του τρόμου, προσπάθησε να ηρεμήσει και να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει. Αλλά φαίνεται ότι κανείς δεν ήταν πρόθυμος να της κάνει την χάρη. Ένιωσε χέρια να την τραβούν με βία, να την βγάλουν από το αμάξι. Χτύπησε το κεφάλι της στο μέταλλο του παραθύρου και λιποθύμησε.




Κανείς, ποτέ, δεν κατάφερε να μάθει τι έγινε εκείνο το βράδυ. Κανείς, ποτέ, δεν κατάφερε να την ξαναβρεί ζωντανή, μα ούτε και νεκρή. Πτώμα δεν βρέθηκε, όσο και αν προσπάθησε ο Νίκος, η οικογένεια της, ή οι φίλοι της να βρουν κάποια σημάδια για το που εξαφανίστηκε.Τα βραδινά δελτία όμως την επόμενη μέρα είχα αποκλειστικό θέμα για το 10 άτομο που εξαφανίζεται στο 3ο χιλιόμετρο Εθνικής Οδού, αφού έχει πέσει με το οποιοδήποτε όχημα του στο κενό, άγνωστο το πώς.
Πλέον, μόνο ένας μύθος πλανιέται στον αέρα...ένας μύθος για έναν ουρανό που ανοίγει και για αίμα που ρέει άφθονο από κάποια πληγή...

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

"Και άνοιξε, και αίμα έτρεξε από κάποια αόρατη θεική πληγή..."

“Θα σε αγαπώ για πάντα
Θα σε φροντίζω για πάντα
Θα σε ποθώ για πάντα
Φτάνει και εσύ να κάνεις τα ίδια σε 'μένα..”.



Τα λόγια του αντηχούσαν στο κεφάλι της σαν κραυγές. Τα μάτια της δάκρυζαν και οι αναμνήσεις κυλούσαν στα νεανικά μάγουλα της. Χείμαρροι τα συναισθήματα, την έπνιγαν για το ποιό θα υπερισχύσει και ποιό θα την κατακλύσει απόλυτα. Πώς μπόρεσε? Γιατί? Γιατί τέτοια μέρα, τέτοια ώρα?
Από παιδιά γνωριζόντουσαν. Γεννήθηκαν σε γειτονικά σπίτια, πήγαιναν στο ίδιο σχολείο, πέρασαν σε πανεπιστήμια της ίδιας πόλης και τελικά κατέληξαν συγκάτοικοι, και κάτι παραπάνω. Αυτή η εξέλιξη τους οδήγησε 4 χρόνια μετά στα σκαλιά της εκκλησίας και κάτι μήνες αργότερα στον πρώτο τους απόγονο. Ήταν ενθουσιασμένοι με τη νέα ζωή που μεγάλωνε μέσα της, θα έδιναν τα πάντα για αυτή μέχρι που η Χριστίνα εμφάνισε κάποιες επιπλοκές. Μια φθινοπωρινή νύχτα, οι πόνοι και το αίμα που έχανε ,τους οδήγησαν στο νοσοκομείο απλά για να τους ενημερώσουν ότι είχαν χάσει το παιδί. Από εκείνο το βράδυ η σχέση τους βάλτωσε. Ο Νίκος είχε χαθεί στη δίνη του ποτού και της παρανομίας σε σημείο που η Χριστίνα αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει ένα πρωί που τη χτύπησε, ακόμα μεθυσμένος από το προηγούμενο βράδυ. Φυγάς του παρελθόντος, φρόντισε να εξαφανίσει κάθε ίχνος της προσπαθώντας να βεβαιωθεί ότι δεν θα την ξαναβρεί και ότι δεν θα την ακολουθήσει.
Και όντως, όλα πήγαν καλά για τις πρώτες εβδομάδες, μέχρι που βρήκε λουλούδια στην πόρτα της, και έναν Νίκο δακρυσμένο να σιγοψιθυρίζει συγγνώμες. Μετά από μια μακροσκελής συζήτηση, άπειρες υποσχέσεις και χίλια παρακάλια, η Χριστίνα γύρισε στο σπίτι τους στην Αθήνα αφήνοντας πίσω την Καστοριά στην οποία είχε καταφύγει. Ξεκίνησαν από το μηδέν. Σαν να γνωριζόντουσαν για πρώτη φορά τότε και να ζούσαν για πρώτη φορά μαζί.


Αλλά απ'ότι φαίνεται η μοίρα είχε άλλα σχέδια τα οποία η ίδια δεν μπορούσε να προβλέψει. Σήμερα, ημέρα επετείου επανασύνδεσης ενός χρόνου ο Νίκος είχε αποφασίσει να το γιορτάσει με λίγο διαφορετικό τρόπο από αυτόν που νόμιζε η Χριστίνα...και με άλλα πρόσωπα. Οπότε, μάζεψε τα κομμάτια της, πήρε τις αναμνήσεις της, φόρτωσε και τις εικόνες δευτερολέπτων που κατέστρεψαν τα τελευταία 5 χρόνια της ζωής της και έφυγε. Δεν ήξερε που πήγαινε, δεν την ενδιέφερε, αρκεί να έφευγε από όλα εκείνα τα μέρη που της θύμιζαν οτιδήποτε δικό του. Έτρεχε να ξεφύγει από την καταστροφή της, από εκείνο το άτομο που είχε συγχωρήσει και τελικά για μια ακόμα φορά την εξαπάτησε, από τις σκιές που όσο ανέβαινε η ταχύτητα στο γκάζι, τόσο πιο κοντά της, τις ένιωθε, από όλες εκείνες τις στιγμές που δεν θα διέγραφε ποτέ και από εκείνη την ενοχλητική φωνή που γελούσε μέσα στο κεφάλι της. Η όραση της ήταν μειωμένη και η βροχή που έπεφτε από τον ουρανό σαν άπειρες μικροσκοπικές κατάρες δεν βοηθούσε. Εδώ και πολύ ώρα είχε χαθεί και σε λίγο θα της τελείωναν και τα καύσιμα, αφήνοντας την στη μέση του πουθενά. Συντετριμμένη, πήρε και την τελευταία απόφαση της ζωής της χωρίς να το ξέρει.


Τράβηξε το αμάξι στην άκρη, έβαλε χειρόφρενο, κάθισε μαζεμένη σαν έμβρυο στην θέση του οδηγού και έκλαψε για όλα αυτά τα χρόνια που σπατάλησε σε ένα σκάρτο άνθρωπο. Έκλαιγε, έκλαιγε, έβγαζε όλη τη κατακραυγή του κόσμου από τα σωθικά της σαν αγρίμι αιμόφυρτο στην άσφαλτο. O θυμός και η λύπη είχαν μετατραπεί σε αναφιλητά και πόνο. Δεν μπορούσε να το ελέγξει πλέον, απλώς ευχόταν να σταματήσει να την ξεσκίζει αυτό το τέρας μέσα της και αυτή η ενοχλητική φωνή να σταματήσει επιτέλους να γελάει.
Ξαφνικά, εκεί, στη μέση του πουθενά, στον άδειο δρόμο προς μια τυχαία επαρχιακή πόλη, μια λάμψη έκοψε τον ουρανό στα δύο, και από τη σχισμή βγήκε ένα κόκκινο υγρό που συναγωνιζόταν την βροχή για το ποιό στοιχείο από τα δύο θα γεμίσει πιο πολύ το χώμα. Με δάκρυα ακόμα στα μάτια, σήκωσε το κεφάλι της παραξενεμένη από την λάμψη και το χρωματισμένο υγρό γέμισε το παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Σχεδόν ανήμπορη να αντιδράσει στο θέαμα που διαδραματιζόταν μπροστά της, έμεινε να το κοιτάζει σίγουρη πως είχε παραισθήσεις. Σε λίγο δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα πέραν του σκούρου κόκκινου σαν αίμα υγρού το οποίο λέκιαζε το τζάμι. Κατέβασε το παράθυρο της και έβγαλε δειλά το χέρι της έξω. Τα δάχτυλα της σύντομα γέμισαν αυτό το πηχτό παρασκεύασμα το οποίο είχε τρομερή ομοιότητα με το αίμα που τόσες φορές είχε αντιμετωπίσει και η ίδια. Έβαλε μέσα το χέρι της και πλησίασε να μυρίσει το υγρό. Η οσμή του ήταν φριχτή, απαίσια, σαν να είναι όντως αίμα, ένα βήμα πρίν ξεραθεί πάνω σε κάποιο πτώμα. Είχε σταματήσει το κλάμα αλλά η περιέργεια της όλο και μεγάλωνε. Τι μπορεί να ήταν αυτό? Και γιατί έπεφτε από τον ουρανό? Ποιό φυσικό φαινόμενο μπορεί να προκαλέσει τέτοια αντίδραση?
Πρώτη της σκέψη ήταν να πάρει κάποιον τηλέφωνο πίσω στην πόλη να δει τι συμβαίνει. Δεν μπορεί να το είχε δει μόνο εκείνη. Με γρήγορες κινήσεις άνοιξε την τσάντα της και άρχισε να ψάχνει το κινητό της...που δεν ήταν εκεί. Θα το είχε ξεχάσει πίσω στο σπίτι όταν έφυγε πιο γρήγορα και από τον άνεμο χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η επόμενη κίνηση ήταν να βάλει ραδιόφωνο. Γύρισε το κλειδί στη μηχανή για να πάρει μπρός. Κενό. Απόλυτη ησυχία και ο ήχος της παράξενης βροχής. Το ξαναγύρισε. Ούτε καν προσπάθεια, ούτε καν κάποιο παράπονο της μηχανής από έλλειψη μπαταρίας. Τίποτα. Τα πράγματα άρχισαν να φαίνονται σαν σε όνειρο. Δεν γίνεται να μην παίρνει μπροστά, σίγουρα κάποιον ήχο έπρεπε να κάνει το αμάξι, ήταν σχεδόν ολοκαίνουργιο, δεν μπορεί, δεν γίνεται...
Ο ουρανός ξανάνοιξε. Σαν να έγινε έκρηξη στην ατμόσφαιρα, ο ήχος έκανε τα τζάμια να τρίξουν παραπονεμένα. Τα μάτια της γούρλωσαν στο θέαμα που αντίκρισε. Όργανα και μέλη έπεφταν από τον ουρανό, ατάραχα, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Μια καρδιά προσγειώθηκε απότομα στο παρμπρίζ ενώ κάτι πιο βαρύ έκανε θόρυβο πέφτοντας στην οροφή του αμαξιού. Πλέον είχε πανικοβληθεί. Κοιτούσε γύρω της με μάτια να ξεχειλίζουν από φρίκη, κατατρομαγμένη για αυτό που μπορεί να ακολουθούσε. Κοιτούσε γύρω της σπασμωδικά προσπαθώντας να αντικρίσει κάτι,οτιδήποτε, μέσα από το πηχτό πέπλο που είχε καλύψει τα πάντα γύρω της. Η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στήθος της και στο κεφάλι της. Οι φλέβες στο λαιμό της πάλλονταν σπαστικά και γρήγορα. Η λογική ήταν πέρα από όσα έβλεπε. Ξαναέφερε το λερωμένο χέρι της κοντά στα μάτια της. Το λιγοστό φώς δεν βοηθούσε τα μάτια της και το μυαλό της να δεχτούν ότι αυτό που ένιωθε ζεστό και πηχτό, ήταν όντως αίμα.
Οι σκέψεις έτρεχαν αδιάκοπα στα στενά του εγκεφάλου της, και η στοιχειώδης φυσική και χημεία πάσχιζαν να αποκαταστήσουν την τάξη. Μάταια. Ήταν μάρτυρας ενός φαινομένου που δεν είχε καμία υπόσταση, καμία ύπαρξη στον κόσμο αυτό. Δεν υπήρχε περίπτωση να βγει από το αμάξι. Θα περίμενε υπομονετικά να τελειώσει όλη αυτή η πληγή του ουρανού και μετά θα έβγαινε να αναζητήσει βοήθεια.
Και ο ουρανός, άνοιξε για τελευταία φορά αφήνοντας μια κραυγή στην ατμόσφαιρα. Από το πουθενά εμφανίστηκαν χέρια, παλάμες, να στιγματίζουν το γυαλί γύρω της. Χτυπήματα έπληξαν την ακεραιότητα του αυτοκινήτου, την στιγμή που ένιωθε το έδαφος από κάτω της περίεργα ασταθές. Το αμάξι με μια αποφασιστική κίνηση, γύρισε απότομα και έπεσε στο αριστερό πλάι. Άκουσε τον καθρέφτη να συνθλίβεται στην πίεση του οδοστρώματος και τραντάχτηκε ενώ ούρλιαζε σαν παρανοϊκή. Το αμάξι ξαναγύρισε για να καταλήξει σε μια αναποδογυρισμένη στάση. Και ξανά. Και ξανά. Μέχρι που άρχισε να πέφτει στον γκρεμό που είχε αγνοήσει εντελώς σε όλη την διαδρομή.
Ο αερόσακος άνοιξε, η μύτη της έτρεχε, το δεξί της μάτι σίγουρα είχε πληγωθεί και τα πλευρά της πιεζόντουσαν από κάτι βαρύ. Δύσκολα ενέπνεε και όταν το κατάφερνε πονούσε. Όταν τελείωσε αυτή η κάθοδος του τρόμου, προσπάθησε να ηρεμήσει και να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει. Αλλά φαίνεται ότι κανείς δεν ήταν πρόθυμος να της κάνει την χάρη. Ένιωσε χέρια να την τραβούν με βία, να την βγάλουν από το αμάξι. Χτύπησε το κεφάλι της στο μέταλλο του παραθύρου και λιποθύμησε.




Κανείς, ποτέ, δεν κατάφερε να μάθει τι έγινε εκείνο το βράδυ. Κανείς, ποτέ, δεν κατάφερε να την ξαναβρεί ζωντανή, μα ούτε και νεκρή. Πτώμα δεν βρέθηκε, όσο και αν προσπάθησε ο Νίκος, η οικογένεια της, ή οι φίλοι της να βρουν κάποια σημάδια για το που εξαφανίστηκε. Δεν βρέθηκε ούτε το αμάξι της, ούτε κάποια ένδειξη ότι είχε ταξιδέψει για οπουδήποτε. Μόνο ένας μύθος πλανιέται πλέον στην ατμόσφαιρα...ένας μύθος για έναν ουρανό που ανοίγει και για αίμα που ρέει άφθονο από κάποια πληγή...

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα...

Και σήμερα αγαπητά μου παιδιά θα ασχοληθούμε με ένα διαχρονικό θέμα, καθόλου ελαφριάς ανάλυσης ή σχολιασμού. Θα ασχοληθούμε με το θέμα των επιλογών. Ξέρετε..αυτό που πρέπει να γίνει μέσα σου όταν σε ρωτάνε μαύρο ή άσπρο, ή όταν είσαι στην αρχή δύο μονοπατιών ενώ δεν έχεις ιδέα που οδηγεί το καθένα.

Επιλογές είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε από τη στιγμή που θα γεννηθούμε. Από τις πιο απλές ώς και τις πιο τρανταχτές. Για παράδειγμα "Θές να παίξεις ή να φάς?", "Θές να πάς για ύπνο ή να δείς τηλεόραση?" "Θές να έρθεις ή να κάτσεις μέσα?" "Θές να πηδήξεις τη Μαιρούλα ή τον Γιώρ..." Αγκμχ. Καταλάβατε.


Για να μην πολυλογώ, κάτι χρόνια τώρα έχω αρχίσει και συνειδητοποιώ τα αντίκτυπα που προκαλούν οι επιλογές μου. Και όχι μόνο οι επιλογές μου αλλά η τύχη των επιλογών μου, ή η μοίρα, ή όπως θέλετε πείτε το, μου είναι παντελώς αδιάφορο. Θα έχετε προσέξει άλλωστε ότι όταν κάνετε κάτι λάθος χτυπάτε το κεφάλι σας ευχόμενος να είχατε πράξει την δεύτερη επιλογή ή την τρίτη, πάντως σίγουρα όχι την πρώτη. Και τι θα είχε γίνει αν όντως όλα είχαν πάει καλά/όλα είχαν πάει τελείως στραβά?
Είμαι από τα άτομα που έχουν αυτές τις πολύ περίεργες θεωρίες για τον άπονο τούτο κόσμο. Μία από αυτές είναι ότι κάθε φορά που κάνουμε μια επιλογή δημιουργούνται άλλες 5.235.713.294.592.264+ "παράλληλα σύμπαντα". Αυτή τη στιγμή θα μπορούσα να μην γράφω αυτό το κείμενο. Άρα τι θα μπορούσα να κάνω? Θα μπορούσα να παίζω Vampire the Masq, να βολτάρω άσκοπα, να σκιτσάρω, να μαθαίνω μονολόγους, να γράφω κάτι άλλο βρε αδερφέ...Θα, θα, θα. Αλλά όχι. Είμαι εδώ και γράφω αυτό το κείμενο που σημαίνει ότι για την χρονική στιγμή έχω αποκλείσει στην δική μου πραγματικότητα το γεγονός να κάνω οτιδήποτε άλλο, αυτά τα συγκεκριμένα δευτερόλεπτα. Και αν σε 5 λεπτά από τώρα αποφασίσω να το κόψω στη μέση και να κάνω κάτι άλλο, θα δημιουργηθούν άλλες τόσες πραγματικότητες με εμένα να συνεχίζω να γράφω ή να αλλάξω το θέμα ή να το γυρίσω σε παράπονο για την ποσότητα της ηληθιότητας που περιφέρεται. Για την ακρίβεια, ακόμα και με τις αναπνοές μου δημιουργώ σύμπαντα ή πραγματικότητες.


Όπως καταλαβαίνετε μέσα σε όλο αυτό το χάος εσείς ζείτε μόνο το 1/5.235.713.294.592.264+. Που σημαίνει ότι παρ'όλο που έχετε τόσες επιλογές, πρέπει να κρίνετε τι είναι σωστό και τι πρέπει ή δεν πρέπει να γίνει.Ααα...τώρα πάμε σε άλλο θέμα. Που όλα αυτά τα θέματα, γυρνάνε γύρω-γύρω στο θέμα των επιλογών.
Οι επιλογές όπως προανέφερα έχουν και συνέπειες, aka, επιπτώσεις. Το ότι οι Nightwish τα σπάσανε με την Tarja είχε επίπτωση, να χάσουν άπειρους φανς...και να βρούν άλλους τόσους. Σε διαφορετική ποιότητα βέβαια, και σαν διαφορετικό είδος, αλλά έγινε. Το ότι η Βουγιουκλάκη προτίμησε να παίζει κυρίως κωμωδίες και χαζούλικα εργάκια, είχε επίπτωση πολλοί να μην την πήραν στα σοβαρά, αλλά άλλοι τόσοι λάτρεψαν την αιώνια νεότητα της και το μεταδοτικό γέλιο της. Εν ολίγις, ότι και να κάνεις ή θα σου γυρίσει να σε χτυπήσει και να σε αφήσει στο πάτωμα σφαδάζοντας και βρίζοντας θεούς και δαίμονες που δεν πήρες σωστή απόφαση ή το αντίθετο. Ή και τα δύο. Αν και συνήθως συμβαίνει το πρώτο λόγω τους κλασσικούς νόμους γκαντεμιάς του κ. Μέρφι.


Γιατί σας τα πρήζω λοιπόν με αυτό το κείμενο? Γιατί πρόσφατα έπρεπε να πάρω πολλές αποφάσεις για πολλούς τομείς, μαζεμένες. Και ακόμα, μερικές από αυτές δεν είμαι σίγουρη για το αν έπραξα σωστά.Ωπ. Να το πάλι. Το σωστά. Τι σημαίνει να πράττεις σωστά? Σημαίνει να αντιμετωπίζεις μια κατάσταση με αρκετά ηθικό τρόπο και όσο περισσότερους επιζώντες μπορείς. Πράγμα το οποίο είναι φύσιν αδύνατο να επιτευχθεί σε κάθε μα κάθε περίπτωση που αντιμετωπίζεις. Απλά δεν γίνεται! Βασικά λέω ψέματα. Γίνεται. Απλά δεν θές γιατί μετά γεννιούνται άλλες απορίες, άλλα μονοπάτια, πιο δυσβάσταχτα για 'σένα. Οπότε πυρπολείς ότι μπορείς για να σώσεις το κούφιο τομάρι σου. Οκ υπερβάλλω...αρκετά...αλλά όπως και να το δείς έτσι είναι.


Οι επιπτώσεις ήδη αρχίζουν και εμφανίζονται. Και επειδή είσαι άνθρωπος, κάθεται και τις παπαρίζεις, τις σκέφτεσαι, τις ξανασκέφτεσαι και φτου και από την αρχή, μήπως μπορώ να κάνω πίσω, μήπως έχω ακόμα λίγο χρόνο, μήπως να το δώ και αλλιώς τελικά κτλπ. Τώρα πάμε στη φάση δειλός ή έξυπνος. Η οποία φάση χωρίζεται με μια πααααρα πολύ λεπτή γραμμή. Πάρα πολύ όμως. Γιατί καλό είναι να προσπαθείς και μπράβο σου και πείσμα, και έι 'ωπ-έι ώπ, αλλά πρέπει να ξέρεις και πότε να φεύγεις. Κα δυστηχώς πολλοί από εμάς ακόμα το παίζουν Λόττο για το πότε είναι η σωστή στιγμή.


Ο μόνος τρόπος λοιπόν να αποφύγεις τις λοιπές τύψεις, μετάνοιες, πισωγυρίσματα είναι να φροντίζεις να ξέρεις περίπου τι προκαλείς γύρω σου. Πήγαινε σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες, βάλε το μυαλό σου να δουλέψει, δεν έχει καμία σημασία, αρκεί να ξέρεις τι πάς να κάνεις. Γιατί πολλοί τον αυθορμητισμό εκτίμησαν, τις συνέπειες ουδείς.


Και για να κλείσω, και να γυρίσω πάλι στα δικά μου ( γιατί για εμένα γράφω βρε εγωιστή! ) οι επιλογές που πήρα θα κριθούν εν μέρη από άλλες επιλογές δικές μου, και από άλλες επιλογές των γύρω μου. Επιπρόσθετα, θα κριθεί και από την ποσότητα τύχης που κουβαλάει το DNA μου, και από το αν θα υπάρχει κόσμος το 2012.(λέμε τώρα).Επίσης, άλλου είδους επιλογές που πήρα λίγο καιρό πρίν, αρχίζουν και εμφανίζουν αποτελέσματα τώρα. Και αυτό οδηγεί σε ένα ακόμα λαβύρινθο των "αν" και του "τι θα γινόταν" κτλπ.
 Άρα έχω ακόμα μπροστά μου πολύ καιρό μέχρι να δω καρπούς. Άρα θα βασανίζομαι για αρκετό καιρό για το αν πήρα τις αναθεματισμένες  σωστές αποφάσεις. Και δεν είναι καλό.


Καθόλου καλό.

Καλησπέρα.



Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Καμπαρέ ο Κόσμος-review


Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου το θεατρικό έργο της Κωστούλας Μητροπούλου, εν ονόματι Καμπαρέ ο Κόσμος. Δεν κρύβομαι, ήταν το καλύτερο θεατρικό που διάβασα εδώ και ΠΟΛΥ καιρό. Τα γούστα μου δεν περιορίζονται σε αυτό το θέμα, όμως πάντα εκτιμώ μια καλοστημένη παράνοια με έντονα στοιχεία χυδαιότητας χωρίς βρίσιμο, χωρίς προστυχόλογα, αλλά πραγματική μακάβρια και σκοτεινή ποίηση. Θα παραθέσω τους μονολόγους που με έκαναν να τους λατρέψω περισσότερο, παρ'όλο που υπάρχουν ακόμα πάρα πολλές σκόρπιες φράσεις και λόγια σε όλο το κείμενο, καθώς και ο μονόλογος της Θεατρίνας, που με εντυπωσίασαν εξίσου, αλλά για λόγους συντομίας και για το φινάλε(στην τελική διαβάστε το ρε,μην βαριέστε :P ) δεν θα γράψω εδώ.

Ξεκινάμε. Οι χαρακτήρες υποτίθεται ότι είναι για 20 θεατρίνους, όμως ή έφυγαν ή πέθαναν και οι υπόλοιποι 6 πρέπει να τους αναπληρώσουν. Πρώτος μονόλογος Κλεόμβροτου. Έχω παραλείψει τις πολιτικές παρεμβολές.

Το όνομα μου είναι Κλεόμβροτος. Πρέπει να σας μιλήσω.Αμέσως. Το πρόβλημα μου μοιάζει εκ πρώτης όψεως απλό. Αλλά δεν είναι. Καθόλου Μάλιστα. Με 2 λόγια, έχουμε παγιδευτεί. Δηλαδή εγώ νιώθω έτσι. Σε παγίδα. Οι λέξεις που λέω δεν είναι αυτές που θα ήθελα να πώ και οι λέξεις που δεν είπα ποτέ, ίσως να είναι οι πιο κατάλληλες για την περίσταση. Έχω μπερδευτεί. Ακούω φράσεις που δεν μου λένε τίποτα αφού δεν μοιάζουν με ελληνικά. Απάντάω με κάτι άλλο, που εγώ τουλάχιστον το έμαθα στο σχολείο και είναι σίγουρα μέρος της μητρικής μου γλώσσας, Καμία συννενόηση. Και το κακό επιδεινώνεται στις επετείους. Γενικώς στις εορταστικές ημέρες. Το έχω προσέξει. Τότε ακριβώς παθαίνω αλλεργία με συμπτώματα μανιοκατάθλιψης. Ακούγονται διάλεκτοι αγνώστου προελεύσεως και καταγωγής και εκφωνούνται πανηγυρικοί ή άλλοι λόγοι εορταστικοί. Πάντως λόγοι. Και μου έρχονται δάκρυα γιατί δεν καταλαβαίνω που βρίσκομαι και ούτε θέλω να αρχίσω ξαφνικά να ρωτάω "τι θα πεί αυτό" αφού όλοι ισχυρίζονται ότι μιλάνε ελληνικά. Η απελπισία μου μεγαλώνει και μαζί με τον αριθμό των λέξεων που με κατακλύζει. Τώρα που είμαστε μεταξύ μας και είναι μέρες εορταστικές, θα ήθελα να σας εμπιστευτώ μερικές από τις ακατανόητες λέξεις και φράσεις που μου καταστρέφουν την ζωή. Πάρτε χαρτί γρήγορα και σημειώνετε. Έτοιμοι?
"Τη βρίσκω" κόμα "καραφλιάστηκα" κόμα "κουφάθηκα" κόμα "αναδόμηση" κόμα "μου την έσπασες" κόμα "κλαδικές" κόμα " δακτύλιος" κόμα " δέσμες" κόμα " τη βάψαμε" κόμα "θεσμικός" κόμα "γουστάρω" κόμα "μικρομεσαίοι" κόμα "βασικά" κόμα "τσαμπουκάς" κόμα "επιστροφή στις ρίζες" κι άλλο κόμα "υλοποίηση" κενό, "την πατήσαμε" τελεία.
[Έξαλλος] Μερακλώνεται ένας ολόκληρος λαός χωρίς κανένα λόγο.
[Ήρεμα]Συνεχίζω! "χαβαλέ" κόμα "λούμπεν" κόμα ¨κινδυνολογία" κόμα "φεστιβάλ γενικής" αναπνοή, σταματάω.
Τελικά το πρόβλημα μου είναι εάν φαινόμενο που δεν αποφασίστηκε ακόμα αν θα ασχοληθεί μαζί του το Υπουργείο Ψυχικής Υγείας ή το Αθλητισμού και Παλαιάς Γενιάς. Το τελευταίο αυτό με εξόντωσε κυριολεκτικά και παραιτούμαι προκαταβολικά από κάθε αγώνα αθλητικό και μή.
[Βαθιά ανάσα] Το όνομα μου είναι Κλεόμβροτος, λοιπά στοιχεία ταυτότητας, χωρίς σημασία. Καληνύχτα σας και Χρόνια Πολλά.

Για τον δεύτερο μονόλογο δεν έχω τι να πώ. Αφορά μια εξιστόρηση του Κλόουν, ενός χαρακτήρα μιας γυναίκας που πήρε τον συγκεκριμένο ρόλο επειδή ήταν η πιό κοντή και άσχημη του θίασου. Σαν χαρακτήρας είναι βασικά ασήμαντος αλλά παίζει σοβαρό ρόλο στο background σαν πραγματικός Κλόουν.

Λένε πώς δεν πρέπει να μπλέκουμε τη ζωή με το θέατρο. Εγώ όμως απόψε θυμήθηκα κάτι που μοιάζει με θέατρο και είναι η αληθινή μου ζωή. Θα σας το πώ λοιπόν και ύστερα θα τραγουδήσουμε μαζί ένα μεγάλο σουξέ μου, τη Μπαγιαντέρα. Μην με ρωτήσετε τι θα πεί Μπαγιαντέρα γιατί δεν ξέρω, αλλά αυτή η άγνωστη λέξη μου φέρνει πάντα δάκρυα. Ας είναι. Ήταν λοιπόν στη γειτονιά που έμενα, μια γυναίκα χοντρή και άσχημη, με πολύ καλή καρδιά και τα παιδιά την αγαπούσαν και οι μεγάλοι την κορόιδευαν. Δεν είχε όνομα, η "μπαγιαντέρα", έτσι την φώναζαν, και αυτό, από εκείνο το τραγουδάκι που μου το έμαθε μετά και το έλεγα και όλο έκλαιγα, δεν ξέρω γιατί, μόνο έκλαιγα. Ένα βράδυ, η Μπαγιαντέρα άναψε όλα τα φώτα στο μικρό της σπίτι και άνοιξε τα παράθυρα και τραγουδούσε με εκείνη την καταπληκτική φωνή που είχε και όλοι φώναζαν "Σταμάτα θέλουμε να κοιμηθούμε!" και εκείνη όλο και πιο δυνατά τραγουδούσε και μ'ένα καημό, Θέ μου! Και τότε πήγανε σπίτι της δέκα άντρες με την αστυνομία και τι να δούν?
Η Μπαγιαντέρα χοντρή και άσχημη και γεμάτη μπογιές, κρατούσε στην αγγαλιά της ένα γυμνό αγόρι και του τραγουδούσε και ούτε που πρόσεξε ποιοί μπήκαν και ποιοί βγήκανε, και εκείνη τραγουδούσε και το γυμνό κορμί του αγοριού ήτανε πεθαμένο![Κλαίει, έρχεται ο Φωτογράφος να την πάρει]


Και ο τελευταίος μονόλογος, πάλι από τον Κλεόμβροτο, και προσωπικά ο καλύτερος όλου του έργου μακράν.

Πρόκειται για την δική μου αυτοκτονία. Η λέξη απαγορεύεται από την εκκλησία, από το στρατό, από τους τακτοποιημένους νόμους και την πολιτεία που μισεί τα παράδοξα. Η δική μου αυτοκτονία δεν είχε κανένα τέτοιο εμπόδιο γιατί οι άδειοι δρόμοι τις νύχτες είναι φιλικοί και τα σκοτάδια αγαπημένα. Το μοναδικό πράγμα που έπρεπε να ξέρω ήταν οι αντιδράσεις αυτών που αγαπάω και που θα ήθελα οπωσδήποτε να ξέρω πώς θα ένιωθαν μόλις θα μ'έβλεπαν νεκρό! Μέτρησα τους αγαπημένους μου, ήτανε πολλοί, η μάνα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια, οι φίλες, οι φίλοι, ένα κορίτσι, ένα αγόρι που μεγαλώσαμε μαζί, συνάδελφοι, παρέες, ένας ολόκληρος κόσμος Θέ μου! Και εγώ νεκρός να τους βλέπω. Ζήτησα τη βοήθεια του Φωτογράφου και εκείνος μου έβγαλε τις πιο ωραίες νεκρικές μου φωτογραφίες. Ήμουν έτοιμος. "Καθόλου προτότυπο το κόλπο" είχε πεί ο μάγος του Θιάσου και πρότεινε να βάλω μια αγγελία θανάτου. Δεν μου άρεσε η ιδέα. Τότε τους φώναξα όλους να μου πούνε την γνώμη τους. Απελπίστηκα! Λέγανε ανοησίες, πολυλογίες, άσχετες φράσεις, λόγια, λόγια και εγώ εκεί στη μέση μιας άδειας νύχτας να μην τολμάω να σκεφτώ αν είναι αλήθεια ή ψέμα αυτό το ακίνητο άσπρο πρόσωπο που ήτανε δικό μου. Έτσι ήταν που περπάτησα έξω τη νύχτα, στην πόλη, ψάχνοντας για κάποιον που θα μου έλεγε "Πρέπει να ζήσεις" ή αλλιώς "Καλύτερα να πεθάνεις" ή έστω "Πές μου γι΄ αυτά που σε βασανίζουν". Ούτε ένας δεν έδειξε ενδιαφέρον για την ιστορία μου, και τότε εγώ αποφάσισα να την κάνω τραγούδι και να σας την πώ. Οι δικές σας αντιδράσεις θα μου πούνε ναί η όχι, να μείνω ή να φύγω, να τραγουδάω ή να πάω να πνιγώ, να παίξω θέατρο ή να γίνω αεροπόρος, τέλως πάντων κάτι, αφού η ζωή μου έτσι και αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα χωρίς εσάς, θέλω να με πιστέψετε.
Ένα νέο παιδί κρεμάστηκε γιατί κανένας δεν του είχε πει "σ'αγαπώ". Μια πόρνη έκοψε το λαιμό της γιατί κουράστηκε να παίζει τον ίδο ρόλο κάθε βράδυ και να μην μπορεί να πεί την λέξη "αγαπάω". Μια γερασμένη αδελφή ήπιε όλα μαζί τα χάπια για τον ύπνο και πέθανε. Και ήταν ο Κόσμος όλος που ντρεπόταν για αυτό το θάνατο, και για τον άλλο, και για όλους αυτούς τους καθημερινούς θανάτους των νυχτερινών δρόμων που καμία πολιτεία και κανέναν στρατός και καμία εκκλησία δεν νοιάζονται για αυτούς και ούτε τους απαγόρεψαν ποτέ, ούτε που φρόντισαν να προβλέψουν για να μην γίνουν ποτέ.
Η δική μου αυτοκτονία αγαπητό μου κοινό, είναι μια διαμαρτυρία για το χαμένο μας πρόσωπο μέσα σε μια πόλη αδιάφορη και ξένη που δυναμώνει τις μουσικές της για να καλύψει τις φωνές των ασθενοφόρων λίγο πρίν ξημερώσει. Ο φόβος κυρίες και κύριοι, ο φόβος για όλα. Μαέστρο, ο θίασος είναι όλος εδώ. Μπορείτε να ξεκινήσετε. Τελείωσα.

Υ.Γ. Η καλύτερα φράση-ατάκα ήταν από τον μονόλογο της Ντόλλυ.

Ο άντρας που αγαπούσε δεν την αγκάλιασε ποτέ με εκείνο το πάθος που είναι το Θέατρο. Ήταν λογικός και μετρημένος σαν τον κόσμο που γυρίζει γύρω μας άχρηστα και αδέξια.



Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Και με το έτσι θέλω, και με τσαμπουκά!

-Μάλιστα κύριε!! Όπως το ακούτε!! Ναι, με το έτσι θέλω!
-Τι πάει να πεί με το έτσι θέλω?
-Πάει να πεί ότι αυτό που θέλω θα γίνει.
-Και γιατί?
-Γιατί έτσι! Γιατί μπορώ.
-Πφ. Ξεπερασμένο.
-Δεν ζήτησα την άποψη σου.
-Και πως ακριβώς θα με αναγκάσεις να το κάνω?
-Νομίζεις ότι δεν μπορώ?
-Ναι, νομίζω ότι είσαι επιεικώς ανίκανη.
-Ανίκανη??? Εγώ???
-Ναι κυρία μου. Εσείς.
-Για άκου να σου πώ εσένα...δεν είμαι εγώ ανίκανη!! Εσύ είσαι ανίκανος που δεν μπορείς να κάνεις ένα πράγμα σωστό στην ώρα του!!
-Τι είπες τώρα? Είπε η ΑΡΧΙ-ανίκανη τον άντρα του σπιτιού άχρηστο.
-Α σας καίει αγαπητέ ε? Σας καίει! Να το σκεφτόσασταν νωρίτερα. Τώρα αναλαμβάνω εγώ.
-Και τι θα κάνεις ακριβώς?
-Ξέρω εγώ τι θα κάνω και μην ανακατεύεσαι.
-Μα δεν γίνεται να μην ανακατεύομαι.
-Προφανώς και γίνεται. Είναι απλό. Έλα να σου δείξω( τον παίρνει από το χεράκι σαν μικρό παιδί, τον πάει λίγο πιο πέρα, και του δείχνει την πόρτα) Το βλέπεις αυτό?
-Ναι...μα τι θ..
-Αυτό είναι μια πόρτα! Θα ανοίξεις το γυαλιστερό πραγματάκι που έχει κάπου στο ύψος της μέσης σου και θα βγείς έξω!
-Θες να με διώξεις?(κλονισμένος)
-Εσύ αναρωτήθηκες πώς δεν γίνεται να μην ανακατεύεσαι και εγώ απλά σου απάντησα!
-Α έτσι..μετά από όλα όσα ζήσαμε..μετά από όλα όσα περάσαμε μαζί...απλά..με διώχνεις!(δακρύζει)
-Ωχ Θέε μου, πές μου ότι δεν άρχισε τους θεατρινισμούς πάλι..
-Με πλήγωσες βαθύτατα...με πόνεσες..με σκότωσες...δεν αντέχω!
-Φτού...μία φορά βρε,μια χάρη και εγώ δεν μπορώ να έχω?
-(Σπαραξικάρδια) θέλω να πεθάνω....
-Άντε μωρέ σταμάτα την κλάψα επιτέλους!
-Αφού θέλεις να φύγω!!
-Ναι θέλω να με αφήσεις να κάνω αυτό που δεν κατάφερες εσύ να κάνεις.
-Αν μου εξηγούσες τα πράγματα θα ήταν όλα τόσο απλά!
-Τι να σου εξηγήσω?? Λές και δεν το είχες καταλάβει τόσο καιρό!
-Γιατί, άνοιξες καθόλου το στοματάκι σου να μιλήσεις? Να πείς: "ναι θέλω αυτ.."
-ΕΞΩ!!
-Όχι, τώρα δεν φεύγω. Θα κάτσω εδώ μέχρι να μιλήσουμε.(κάθεται σε μια πολυθρόνα)
-Βρε αγάπη μου, βρε ψυχή μου, πήγαινε βρε καμια βόλτα..
-Όχι. Θα κάτσω εδώ μέχρι να μου πείς τι θές.
-Γιατί, και να σου πώ τι θέλω θα μου το δώσεις?
-Ναι μανδάμ! Θα σας το δώσω! Και επειδή εγώ είμαι άντρας και τιμάω τα παντελόνια που φοράω θα σας το δώσω!
-Ωραία!(κάθεται δίπλα του) Θέλω μια βόλτα στο φεγγάρι!
-Έλα!(την σηκώνει, πάει στο παράθυρο και το ανοίγει) Το βλέπεις αυτό?
-(Κάνει καταφατικό νεύμα)
-Κλείσε τα μάτια σου τώρα! (Έρχεται πίσω της και της κλείνει τα μάτια) Σκέψου πώς σιγά σιγά αρχίζεις και χάνεις βάρος...σιγά σιγά γίνεσαι πιο ελαφριά..
-Με λές χοντρή?
-Σούτ! Σταμάτα και συγκεντρώσου! Χάνεις βάρος...αρχίζεις να αιωρείσαι...βγαίνεις από το παράθυρο και πηγαίνεις προς το φεγγάρι εκεί ψηλά στον ουρανό..
-Δηλαδή πετάω?
-Ναι πετάς!
-Ψηλά, πολύ ψηλά?
-Ναι, ναι πάρα πολύ ψηλά..όσο πιο ψηλά γίνεται...φτάνεις στο φεγγάρι. Νιώθεις το έδαφος από κάτω σου ασταθές...
-Εσύ που είσαι?
-Δίπλα σου ακριβώς!
-Και τι κάνεις?
-Σου κρατάω το χέρι και χοροπηδάμε αργά στην έλλειψη της βαρύτητας(της πιάνει το χέρι και αρχίζουν να χορεύουν)
-Αχ κάτσε ζαλίζομαι..
-Μην φοβάσαι σε κρατάω!
-Σφιχτά?
-Ναι πολύ σφιχτά!
-Το βλέπεις αυτό?(του δείχνει κάτι, ακόμα κλειστά τα μάτια)
-Ποιό?
-Αυτό, εκεί που λάμπει! Νομίζω πώς είναι αστέρι!
-Ναι, το βλέπω..θές να γυρίσουμε τώρα?
-Ναι, γύρνα με σπίτι...
-Σιγά σιγά γύρνα πρός τα πίσω...(την γυρνάει στην ίδια θέση, και της αφήνει τα μάτια, όχι το χέρι) Βουαλά!
-Το είπες και το έκανες!
-Το είπα και το έκανα!
-Θέλω...
-Ναι??
-Θέλω...
-Πές το μου!
-Θέλω να το πείς εσύ!!
-Τι να πώ εγώ?
-Μην ρωτάς, ξέρεις!
-Όχι δεν ξέρω...(κοροιδευτικά με γέλιο)
-Τότε εγώ δεν λέω τίποτα!
-Μα μην μου γυρνάς την πλάτη!
-Θα σε κάνω να το πείς με τον τσαμπουκά και με το έτσι θέλω!
-Ωραία λοιπόν! (Την γυρνάει απότομα) Με αγαπάς?
-Σε αγαπάω!
-Πολύ?
-Αρκετά...
-Θα με παντρευτείς..?(γονατίζει)
-(ταλαντεύεται λιγο, κάνει ένα βήμα πίσω, παλεύει με τον εαυτό της) Εεεε..
-Τι ε?
-(σιωπή-κοιτιούνται)
-Πολύ όμορφα. Υπέροχα. Ανεπανάληπτα!(γυρνάει να φύγει)
-ΜΗ!
-Τι θές?
-(Σιωπή, κοιτάει το κοινό...)
-(Πλησιάζει, υποψιαζόμενος τι συμβαίνει)Λοιπόν?
-(σιγανά και ντροπαλά) Ναι..
-Δεν άκουσα
-(το ίδιο σιγά)Ναι λέω..
-Δεν ακούω τι λές!!
-ΝΑΙ!!


(Σιωπή.Κενό.Κοιτιούνται. Και της χυμάει και την παίρνει αγγαλιά.)


-Εγώ στο είπα ότι θα σε αναγκάσω να το κάνεις!

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Η Φωνή


Έχω να κοιμηθώ μέρες. Δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Φοβάμαι.
Μένω μόνη μου. Μερικά βράδια με επισκέπτεται μια φωνή. Είναι αντρική μα είναι ήρεμη...τις περισσότερες φορές. Μου διηγήται ιστορίες από το παρελθόν. Αλλά...μερικές φορές νευριάζει και ξεσπά σε ουρλιαχτά μέσα στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω τι είναι αυτή η φωνή, δεν την έχω ξανακούσει σε κανέναν ζωντανό.

Φοβάμαι. Τώρα τελευταία η φωνή έχει γίνει απειλητική. Με τρομάζει. Μου λέει πως είμαι όμορφη, και πώς τα όμορφα πράγματα πεθαίνουν όμορφα. Λέει πως θα ζει στο κεφάλι μου για πολύ καιρό, και τότε εγώ αρχίζω να χτυπιέμαι σαν να νομίζω ότι ξεσκίζοντας τη σάρκα μου θα φύγει από μέσα μου.
Δεν είναι στο μυαλό μου, όχι. Είναι στο κεφάλι μου!



Φοβάμαι. Τις νύχτες πρέπει να κάθομαι κάπου φωτεινά. Το σκοτάδι με τρομάζει. Νομίζω ότι τρελαίνομαι. Κάποτε, είχα διαβάσει για κάποιον που πέθανε από την αγωνία του. Κάπως έτσι θα πεθάνω και εγώ. Θα πεθάνω από φόβο....
Σιχαίνομαι το γέλιο του. Είναι υστερικό. Με τρελαίνει, δεν το αντέχω. Σφυροκοπάει στα τοιχώματα του κρανίου μου και με αφήνει σχεδόν παράλυτη, να προσπαθώ να ανασάνω.
Τώρα τελευταία έρχεται πολύ συχνά. Φαίνεται του αρέσει να με φοβίζει. Το ξέρω ότι σιγά σιγά θα με τρελάνει, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Μένει μέσα μου. Τρέφεται από τον πόνο και τη μιζέρια μου.



Γέρασα. Δεν έχω τις αντοχές ούτε το σθένος που είχα παλιά. Δεν μπορώ να αντισταθώ. Είμαι 30 χρονών μα έχω γεράσει. Καιρό τώρα πονάει όλο μου το σώμα και έχω εμφανίσει ρυτίδες στο πρόσωπο μου. Αυτό φταίει. Αυτός φταίει.


Βοήθησε με...δεν θα αντέξω για πολύ. Δεν θέλω να καταντήσω σαν την μάνα μου.

Βοήθησε με...διώξε την παρανοϊκή φωνή, δεν μπορώ να την ακούω άλλο. Θα με τρελάνει σου λέω, δεν θα είμαι πια αυτή που γνώρισες!

Βοήθα με! Φοβάμαι και την σκιά μου...φοβάμαι ακόμα και εσένα!

Βοήθα με! Σκότωσε με...




Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Είσαι δική μου...

"Είσαι δική μου/ γιατί σε αγάπησα, πολύ/ και δεν άφησα/ να πέσεις/ να φθαρείς/ μέσα σε κάτι/ προβλήματα/ δικά μου/ ναι, δικά μου/ γίνηκαν και αυτά.../ που ίσως άφησα/ που ίσως δάκρυσα/ σε μια ιστορία/ που άρχιζε/ και τέλειωνε/ σε κάποια αγκαλιά/ γεμάτη όνειρα/ και ξημερώματα φωτεινά.../ Είσαι δική μου/ τι κρίμα/ αλύπητα τα χρόνια/ γυρνάνε/ περνάνε/ και όλο ζητάνε/ συντροφιά/ και εσύ τώρα/ με κοιτάς.../ σαν τα χάδια σου/ γίνονται φωλιά/ και εσύ τώρα/ με κοιτάς/ σαν τα χάδια σου/ γίνονται φωτιά/ και ένα φως/ δικό μου φως..."

Γιάννης Βέλλης

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

(Inner)Voice chat

Σήμερα έχω χρόνο και όρεξη, θα γράψω! Ναι, ναι θα γράψω!!
Οκ.Να γράψω. Και τι να γράψω?
Να γράψω κάτι λιγότερο σοβαρό και κλαψομούνικο από τα προηγούμενα.
Ντάξ. Θα γράψω κάτι λιγότερο μιαουμιαου και κλααψ μπιου πιφ.
Ωραία. Θα γράψω. Θα γράψω μια ιστορία τρόμου.
Λοιπόν. Πάμε.


"Περπατούσε μόνος του. Μόνος του εκείνο το σκοτεινό και βαθυστόχαστο και βαθύ και πολύ deepιά ρε παιδί μου, βράδυ..."


Αχμου.Σοβαρέψου.


"Περπατούσε μόνος του. Μόνος του εκείνο το σκοτεινό μονοπάτι για να πάει .....στο παλάτι ΤΗΣ ΜΠΑΡΜΠΙ!"


Fuck. Οκ θα αρχίσουμε κάτι άλλο.


"Σκεφτόταν τι θα γινόταν. Τι θα μπορούσε να γίνει στην οποιαδήποτε πιθανότητα εμφανιζόταν Αυτό. Τα μάτια του είχαν μείνει χαραγμένα στη μνήμη της...και το γούνινο σωβρακάκι του Κόναν που τον προστάτευε από το κρύο όταν μοίραζε φάπες..."


Ε αι συγκεντρώσου!!!


Οκ οκ. Ψυχραιμία. Μην γράψεις ιστορία τρόμου. Γράψε...ξέρω γω, γράψε το πώς πέρασες την μέρα σου. Κάνε και λίγη πλάκα έτσι για να πείς ότι δεν έγραψες κάτι μιαουμιαου κλαψ μπίου πίφ.




Και που λέτε, προχωράς στο δρόμο και τι εμφανίζεται??
.
.
.


Τίποτα. Fail. Δεν το έχω σήμερα.
Ε αι σιχτίρι. Δεν γράφω.




Υ.Γ. Παρόλλο που πλέον δεν θεωρώ τόσο χαριτωμένες τις γάτες γιατί ώς γνωστών ο κόσμος έχει ΦΡΙΚΑΡΕΙ με αυτά τα τετράποδα η εικόνα που ακολουθεί εκφράζει ακριβώς το χαμόγελο που έψαχνα (αλλά δεν μου έκατσε).



Να και το άσχετο τραγούδι της ημέρας.
I.Am.Off.

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Mental Scream

We bow our heads in silence
As tears run down her face
The end was always violence
She falls into Male Gaze




I could never predict his acts
Nor his will, nor his power
The rest are only facts
The rest has been devoured


He didn't like the light
He never wanted love
Monstreous acts of night
The masks are on at dawn


Suffer is her middle name and pain is her disease
Razors falling down from air and no one shall be pleased
Ghosts will haunt her to her past, some skulls in to the closet
And death shall come this mighty night to come and to enclose her


"We always wish to hope for nothing
We always end up hoping for everything"


Scream in to the night, and wake up all the living
Burn your memories down and hope to help your breathing
"I shall come as when I please and take my own revenge,
No land no earth no creature, shall stop me to avenge."


Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Μα απόψε βάζω φωτιά...

"Φωτιά στις αναμνήσεις που με κρατάνε πίσω.
Φωτιά στα όνειρα, φωτιά στην ουσία, φωτία στον πόνο..
Να γίνει στάχτη, πυρανάλωμα, καμμένη σάρκα που απλώνεται στην ατμόσφαιρα.
Θα κάψω αυτό το σπίτι, αυτή τη γή, τα χωράφια που κάποτε περικύκλωναν τις προσδοκίες μου.
Τις εμπειρίες και τα μίση, τα πάθη και την αγάπη, όλα να καούν κάτω από το πύρηνο φεγγάρι.
Θάνατο θα σκορπίσω και φόβο. Αυτή η πόλη θα καεί απόψε σε πολεμικές ιαχές και αλαλαγμούς. Θα κάψω τα δάκρυα τους και τα γέλια τους ενώ θα καίω μαζί και την ζωή μου.
Το παρελθόν μου θα καταστραφεί στις φλόγες που θα τρώνε ότι σταθεί εμπόδιο στο δρόμο τους.

Μα απόψε βάζω φωτιά..."


Είπε και εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι λίγο πριν τα χρυσοκόκκινα φώτα αρχίσουν να εμφανίζονται...




Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Καταραμένη Πόλη

Περπατούσα μόνος μου εκείνο το βράδυ. Σε αυτήν την καταραμένη πόλη με όλους αυτούς τους καταραμένους ανθρώπους, σε εκείνη την καταραμένη ατμόσφαιρα, αυτήν την καταραμένη ώρα.
Περνούσα έναν τυχαίο δρόμο, στον οποίο με είχε οδηγήσει το ποτό και το όπιο. Δεν με ενδιέφερε που πήγαινα, έφευγα για να ξεφύγω από την αλήθεια. Δεν είχα σημασία, δεν ήξερα τι έκανα, δεν με ένοιαζε που θα κατέληγα. Το επόμενο πρωί δεν θα θυμόμουν τίποτα.
 Η ώρα ήταν περασμένη όπως και η υπομονή μου. Έπρεπε να φύγω από την σαπίλα, την δυσωδία, την αποσύνθεσης αυτής της ψυχής. Δεν άντεχα να την βλέπω να βασανίζεται. Έπρεπε να την σκοτώσω.
Το φώς δεν μπορούσε πλέον να φιλοξενήσει την τιποτένια ύπαρξη της.
Η ηδονή  είχε πάψει να βγαίνει από τα βάθη της κραυγής της.
Τα μάτια της, δεν έκρυβαν πλέον μέσα τους την ομορφιά της.

Και εγώ νεκρός και άδειος, πεταμένο κουφάρι ζώου στο έλεος των αρπακτικών..να προχωράω προς την καταδίκη της ελευθερίας ελπίζοντας να σωθώ και να σώσω και εκείνη
Αλλά ήταν αργά.
Ένας άστεγος γέρος καθόταν στο πλάι ενός πεζοδρομείου...έτεινε το χέρι και με κοίταξε με εκείνα τα μάτια...γεμάτα μίσος.
Γνώση.

Η πόλη ήταν ήδη καταραμένη.


Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Καινούργιους τόπους δεν θα βρείς, δεν θα βρείς άλλες θάλασσες...






Είπες, “Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μιά πολις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή,

κ’ είν’ η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.

Ο νούς μου ως πότε μες τον μαρασμόν αυτόν θα μένει.

Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω,

ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,

που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα”

Καινούργιους τόπους δεν θα βρείς, δεν θα βρείς άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους.

Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς, και μες τα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις.

Για τα αλλού -μη ελπίζεις- δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’όλην την γή την χάλασες.
 Καβάφης: Αλεξάνδρεια 1863 - 1933


Όταν είχα πρωτοδιαβάσει το συγκεκριμένο ποιήμα δεν το είχα νιώσει. Δεν είχα αντιληφθεί το βάθος του, ούτε και την απόλυτη σημασία του. Σήμερα, τα πράγματα είναι διαφορετικά....

Προσωπικά, η φωνή της Λαμπέτη, με μαγεύει πιο πολύ...


Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Lover with Unknown





Look at me
Can't you see?
Where this feeling goes, where this feeling holds

Feel the pain
Die in vain
Where the sky goes, where the sky holds

Let me die
Make me cry
I cannot say no, i cannot go on


But when I say I leave, this means I leave for good
And when your vision goes, and when the world explodes
You shall not exist, you shall not remain
And before the final task, before the final mask
Look into your soul, you will not regret.

Hold my hand
Take me, and,
Whisper me your wish, whisper me your lie

Create a lie
Make them die
Let them go, innocence shall be


Life to the dead
Death to the living
Black and white, gray and black
The world has changed after you

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Θεία Δίκη



«Δεν έχω πολύ χρόνο. Αλλά πριν φύγω πρέπει να αφήσω το στίγμα μου πίσω. Δεν μπορώ να φύγω χωρίς μια εξήγηση, χωρίς τίποτα. Αλλά νιώθω ήδη την καρδιά μου να αδυναμεί. Ναι, ναι δεν έχω πολύ χρόνο…»




Η ραδιοφωνική εκπομπή που άκουγε τον είχε καθηλώσει. Μα ήταν, μα το Θεό, πολύ έξυπνο να βάλουν έναν εκφωνητή να διαβάζει νουβέλες τρόμου τις βραδινές ώρες. Αυτός δεν διάβαζε ποτέ…ούτε τον χρόνο είχε ούτε τα λεφτά για ένα τέτοιο άθλημα. ‘Έτσι αυτή η πειρατική ραδιοφωνική εκπομπή, τον βόλευε, ειδικά τώρα που δούλευε βράδυ. Βοηθούσε στο να μην κλείνουν τα μάτια του όσο ήταν στο τιμόνι. Είναι αλήθεια όμως ότι πέραν του γυμνασίου που είχε τελειώσει πριν πολλά χρόνια δεν είχε ανοίξει βιβλίο.
Μισούσε το σχολείο, και όταν πια πάτησε πόδι στο σπίτι του για να το σταματήσει τον έδιωξαν. Έτσι, μάζεψε τα κομμάτια του και μετά από πολύ καιρό που ζούσε σε άθλιες συνθήκες, κατάφερε να ορθοποδήσει με αυτή τη δουλειά.
Οδηγός νταλίκας.
Ακουγόταν πολύ άσχημα έτσι? Ναι το σκεφτόταν πολύ τα τελευταία χρόνια…αλλά από αυτό ζούσε και δεν μπορούσε απλά να το εγκαταλείψει. Να είναι καλά ο εργοδότης του που παρόλο που δεν είχε δίπλωμα στα 18 του, τον βοήθησε να μάθει να οδηγάει και του έδωσε δουλειά. Παράνομη μεν, κερδοφόρα δε. Μα άλλωστε…ζούσε ποτέ με βάση τον νόμο? Όπλα, ναρκωτικά, και παράνομο χρήμα μετέφερε καθημερινά, από παιδί.
Δεν μπορεί κανείς να πει ότι ο Μπόμπ πέρασε φυσιολογική εφηβεία. Έκλεβε, κάπνιζε, είχε μπλέξει με μαφίες και μυστικές υπηρεσίες. Και πάντα μα πάντα το αφεντικό του τον ξελάσπωνε. Πάντα ήταν εκεί γι αυτόν όποτε έκανε κάτι λάθος. Ναι τον τιμωρούσε όμως. Του έκοβε τον μισθό, μερικές φορές τον χτυπούσε…αλλά τον έσωζε το μόνο βέβαιο. Ποτέ του δεν κατάλαβε όμως γιατί…? Γιατί όλα αυτά, ειδικά στον Μπόμπ? Ναι το είχε απορία… Καλά δεν θα έσκαγε κιόλας. Του αρκούσε που ζούσε την ζωούλα του, χωρίς πολλές έγνοιες και τίποτα να μην πηγαίνει στραβά. Αυτή ήταν η ζωή του και δεν θα άλλαζε τώρα. Είχε συνηθίσει και….
Ντουμπ!
Τι ήταν αυτό? Κάτι πάτησε…η νταλίκα σείστηκε ολόκληρη. Δεν είναι δυνατόν….τι πάτησε, ολόκληρο ελάφι? Σταμάτησε απότομα. Κοιτούσε τα φώτα που φέγγιζαν στον δρόμο και οι σκέψεις πηγαινοέρχονταν σαν αστραπές. Μισούσε τα αίματα. Τα μισούσε, τα μισούσε, τα μισούσε….
Έπρεπε να κατέβει να δει έτσι? Δεν μπορούσε να αφήσει το….οτιδήποτε είχε περάσει κάτω από τις ρόδες της νταλίκας του… Πήρε μια βαθιά ανάσα, μάζεψε και τον φακό που ήταν στο κάθισμα του συνοδηγού, και πήγε να ανοίξει την πόρτα να κατέβει.
Αλλά η πόρτα δεν άνοιγε.
Έσπρωξε. Χτύπησε. Αλλά η πόρτα δεν άνοιγε. Εντάξει...θα έβγαινε από την πόρτα του συνοδηγού, δεν υπήρχε πρόβλημα. Πέρασε το άπλυτο σώμα του πάνω από τον λεβιέ ταχυτήτων και έκατσε στην διπλανή θέση. Και τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι ο εκφωνητής με την απαλή διαπεραστική φωνή δεν μιλούσε πια. Κραυγές διαπερνούσαν τα τύμπανα των αυτιών του. Τινάχτηκε πάνω και το έκλεισε με φρίκη. Έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε το φώς…πόσο του άρεσε το πρωινό και όχι το σκοτάδι. Πήρε κουράγιο και πίεσε τον εαυτό του να πλησιάσει το χερούλι….και το τράβηξε. Όμως η πόρτα, δεν άνοιξε.




Πανικός τον κατέβαλε. Η κλειστοφοβία του έφτανε στα ύψη ενώ άρχιζε να έχει ταχυπαλμίες. Τι θα έκανε ο Μάρκ στη θέση του? Θα τον καλούσε, θα τον έπαιρνε τηλέφωνο να τον βοηθήσει, να τον ξελασπώσει για ακόμα μια φορά. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα είχε σήμα εκεί που είχε βρεθεί…
Άρχισε να ψάχνει μανιωδώς το εσωτερικό της νταλίκας με σπαστικές κινήσεις. Κάτω από το κάθισμα, κοντά στον λεβιέ ταχυτήτων, πίσω από το τιμόνι μέχρι που το βρήκε κάτω από το χαλάκι στο κάθισμα του συνοδηγού. Λίγα ακριβώς δευτερόλεπτα πριν πέσει σε παραλήρημα…
Κάλεσε το νούμερο που είχε μάθει χρόνια τώρα απέξω και περίμενε να ακούσει την άλλη γραμμή να χτυπάει…
-Μπόμπ! Δεν σου έχω πεί να μην με παίρνεις εδώ μόνο όταν είναι έκτακτη ανάγκη? Γρύλισε ο Μάρκ από την άλλη γραμμή.
-Μάρκ έχω μπλέξει…δεν ξέρω τι συμβαίνει, είμαι κολλημένος στη μέση του πουθενά, δεν παίρνω μπρός, έχω κλειδωθεί μέσα, και έχω συγκρουστεί σε κάτι….Μαρκ δεν ξέρω τι να κάνω τι….
-Ρε ηρέμησε!! Τον διέκοψε ο Μαρκ. Τίποτα δεν τρέχει, αν έβαζες το μυαλό σου να δουλέψει θα είχες φύγει ήδη…Κατέβασε ένα από τα δύο παράθυρα και ξεκλείδωσε με τα κλειδιά βγάζοντας το χέρι σου έξω. Δεν ήθελε πολύ σκέψη. Και τώρα σε κλείνω και θα τα πούμε από κοντά όταν έρθεις…
Η γραμμή έπεσε. Υπό άλλες συνθήκες ο Μπομπ θα ήθελε να είχε πεθάνει με την τελευταία απειλή αλλά όχι τώρα. Ήταν υπερβολικά τρομαγμένος για να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο πέραν του πώς θα έβγαινε από εκεί μέσα.
Έβγαλε με βία τα κλειδιά από πίσω από το τιμόνι και κατέβασε το παράθυρο του μόνο λίγα εκατοστά ίσα για να χωράει το χέρι του…Τα μάτια του έκοβαν μανιωδώς βόλτες έξω μήπως καταφέρουν να εντοπίσουν κάτι που θα τον έκανε να ουρλιάξει και να λιποθυμήσει.
Για καλή του τύχη ξεκλείδωσε με επιτυχία και χωρίς κανένα πρόβλημα. Άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα αποφασισμένος τώρα πια να κοιτάξει τι είχε πατήσει νωρίτερα. Προφανώς ήταν κάτι μεγάλο…πολύ μεγάλο…που τώρα θα σπαρτάριζε στην άσφαλτο ανήμπορο χωρίς να μπορεί να περπατήσει.
Τα βήματα του αργά, η ανάσα του γρήγορη, και ο πανικός στα ύψη. Αυτό προσπαθούσε να αποφύγει, και τώρα ήταν αντιμέτωπος μαζί του. Και έπρεπε να δει τι είχε περάσει κάτω από τις ρόδες του.
Φτάνοντας τόσο κοντά στο μπροστινό μέρος της νταλίκας αποφάσισε να το δεί γρήγορα, μια γρήγορα ματιά μόνο, και να κάνει μεταβολή για να χωνέψει αυτό που θα είχε δει.Πετάχτηκε μπροστά στην νταλίκα του σαν να αιφνιδιάζει παιδάκι που κλέβει σοκολάτες από το ντουλάπι, αντικρίζοντας το απόλυτο κενό. Το τίποτα…ούτε καν μια σταγόνα αίμα. Τα μάτια του αν έπαιζε σε κάποιο κινούμενο σχέδιο θα μεταλλάσσονταν σε δύο τεράστια ερωτηματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει με τι είχε συγκρουστεί.
Έκανε μεταβολή και σχεδόν τρεκλίζοντας άρχισε να κάνει ένα-ένα βηματάκια προς την πόρτα της νταλίκας με σκυμμένος κεφάλι προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε μόλις γίνει.Και τότε την αντίκρισε.
Μια κοπέλα στεκόταν μπροστά του. Τα κομμάτια του σώματος της που μπορούσε να δεί, τα ακάλυπτα κομμάτια της, ήταν σάπια…σε μερικά σημεία μπορούσε να διακρίνει κόκαλα…σαπισμένο, πηγμένο αίμα…. Τα μαλλιά της, κάποτε ξανθά, τώρα μέσα στην ακαθαρσία, γεμάτα χώματα και αίμα, κάλυπταν το πρόσωπο της φτάνοντας μέχρι την μέση της. Η όψη της ήταν φρικιαστική και τα κουρέλια που φορούσε δεν βοηθούσαν στο να μην πανικοβληθεί ο Μπόμπ.
Άρχισε να φωνάζει, να οπισθοχωρεί με φρίκη και παραπατώντας βρέθηκε κάτω στην άσφαλτο σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Είχε έρθει κατά πρόσωπο με τον χειρότερο εφιάλτη του. Συνέχισε να φωνάζει, τώρα όμως ζητούσε απεγνωσμένα συγγνώμες και δικαιολογίες ότι δεν έφταιγε αυτός.
Η κοπέλα δεν φάνηκε να πτοείται…προχώρησε με αργό σταθερό βήμα προς το μέρος του ενώ αυτός ανήμπορος πια να αντιδράσει καθόταν στην άσφαλτο και απλά έτρεμε.
Αναμνήσεις περνούσαν πίσω από τα μάτια του, αφήνοντας πίσω τους το στίγμα της ενοχής. Πριν αρκετά χρόνια, είχε βρεθεί στον ίδιο δρόμο μεταφέροντας 35άρια πυροβόλα…καλό εμπόρευμα έπιασε πολλά στην μαύρη αγορά. Καθώς ήταν και πιο νέος είχε και παρέα μαζί του. Η παρέα πρότεινε να σταματήσουν σε μια εκεί κοντά να πιούνε 2-3 μπύρες και να ξεσκάσουν από το μακρύ ταξίδι. Σταμάτησαν λίγα μέτρα πιο κάτω, ένα εστιατόριο διανυκτέρευε με μόνη υπεύθυνη εκεί μια ξανθιά κοπέλα γύρω στα 22. Η παρέα μπήκε με θόρυβο μέσα και πιάνοντας ένα τραπέζι ζήτησαν από την κοπέλα να τους πλησιάσει. Ξεκίνησαν με μπύρα και προχώρησαν στα πιο βαριά. Είχαν όλοι καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ, και δεν καταλάβαιναν τι έκαναν. Η κοπέλα τους πλησίασε και τους ζήτησε ευγενικά να αποχωρήσουν γιατί η ώρα ήταν περασμένη. Ήταν μεθυσμένοι όμως και δεν έλεγχαν τι έκαναν. Το αρρωστημένο μυαλό τους πήγε σε μία μόνο σκέψη, πάνω στο θυμό που είχε τολμήσει η κοπέλα να τους ζητήσει να φύγουν.Την ακινητοποίησαν και πάνω της εκτόνωσαν τις ορέξεις τους…
Την βίασαν. Ξανά και ξανά και ξανά. Η κοπέλα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ούρλιαζε, φώναζε για βοήθεια αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τους εξαγριώνει και να τους προκαλεί για περισσότερα. Όταν πια το ξημέρωμα έφυγαν, ακόμα μεθυσμένοι, η κοπέλα είχε πεθάνει. Φυσικά όλη η παρέα ξελασπώθηκε για άλλη μια φορά από “τα μεγάλα κεφάλια” αφήνοντας πολύ χρήμα στο τραπέζι των ξεπουλημένων.
Και τώρα βρισκόταν ολοζώντανη μπροστά του να έρχεται προς το μέρος του με τα τρεμάμενα ματωμένα χέρια της. Έκατσε στα γόνατα της χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του. Τα μάτια της,κενά από ζωή, κοιτούσαν με μια ειρωνική συμπάθεια τον ανήθικο οδηγό, μεταφέροντας τον φόβο μέσα στο αίμα του. Άπλωσε το χέρι της και το πέρασε από το πρόσωπο του σημαδεύοντας τον με αίμα στο σχήμα της παλάμης της. Και μετά σηκώθηκε και έφυγε, έτσι απλά, όπως ήρθε. Χάθηκε η όψη της στο σκοτάδι, και τότε προσπάθησε το θύμα να βρεί τα λογικά του.
Παραξενεμένος προσπαθούσε να ηρεμήσει την αναπνοή του. Καθάρισε με την αναστροφή του χεριού του τα μάτια του από το αίμα και ξάπλωσε στην άσφαλτο για να ηρεμήσει τους χτύπους της καρδιάς τους. Πίστευε ότι η ανακοπή, ήταν πολύ πιο κοντά από ότι φαινόταν.
Μέχρι που είδε άτομα να τον περικυκλώνουν. Γύρω του, σκοτεινές οπτασίες ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά του όλο και περισσότερο όλο και περισσότερο.. Αερικά με παραμορφωμένα πρόσωπα, με ανοιχτά στόματα, λιωμένα μάτια αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και σαρδόνια χαμόγελα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Οι παλμοί του όλο και ανέβαιναν και οι σκιές όλο και πλησίαζαν. Εκεί έχασε την δύναμη του. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε να αντιδράσει παρά μόνο να φωνάξει και να υπομένει τον πόνο που έβγαινε από το σώμα του που το ξέσκιζαν σαν αγριεμένα ζώα, σαν πεινασμένοι λύκοι που βρήκαν ξαφνικά τροφή μετά από πολύ καιρό. Έβλεπε τον εαυτό του να αιμορραγεί, να πεθαίνει νιώθοντας απόλυτα τον πόνο στο κορμί του. Οι οπτασίες γελούσαν. Η υστερία τους τρυπούσε τα τύμπανα του Μπόμπ και τον οδηγούσαν σε ένα τούνελ παράνοιας και τρέλας. Αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, αλλά ήξερε ότι θα ήταν οι τελευταίες του σκέψεις. Μόνος του, εκεί, στις τελευταίες του στιγμές, κατάλαβε πρώτη φορά τον κόσμο...
Τα ουρλιαχτά του αντηχούσαν παντού. Τρείς μέρες μετά έτυχε να περνάει ένα ζευγάρι νεόνυμφων όπου τον βρήκε σε άθλια κατάσταση, προφανώς νεκρό. Κάλεσαν την αστυνομία όπου βρήκε την ταυτότητα του καθώς και όλη σχεδόν την σπείρα παρανόμων. Το ίδιο και τον Μαρκ. Περιττό να αναφέρω ότι την γλίτωσαν για άλλη μια φορά.
Κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα περισσότερο και κανείς δεν τόλμησε να ξαναμιλήσει για τον ανεξήγητο αυτό θάνατο.


Μόνο που σε αυτό το διάστημα είχαν πεθάνει όλοι.