"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Ο θάνατος του.

Έχω καιρό να δώ κάποιο όνειρο. Και δεν εννοώ κάποιο οποιοδήποτε όνειρο. Εννοώ...αυτά τα όνειρα που έβλεπα στο παρελθόν, με το αίμα, τον εγκλεισμό, την τρέλα. Αυτά είναι τα όνειρα για εμένα. Μόνο αυτά μπορούν να θεωρηθούν όνειρα γιατί μόνο αυτά με σπρώχνουν στο να γράψω. Το γράψιμο όπως και άλλες τέχνες χρειάζονται ερεθίσματα, χρειάζονται υλικό μελέτης, χρειάζονται χρώματα και ας είναι και μουντά και σκούρα. Χρειάζονται νύχτες πόνου, γεμάτες συναισθήματα και ουρανό. Αλλά εγώ εχθές τα έζησα όλα αυτά, για μια ακόμα φορά, και ώ πόσο μου είχε λείψει.
Έχω μεγάλο μπαλκόνι και με καλή θέα. Βλέπω θάλασσα. Κάπου στις 3 το ξημέρωμα λοιπόν, και μη μπορώντας να κοιμηθώ, πήρα τα τσιγάρα μου και ακόμα ξυπόλητη, βγήκα να πατήσω το υγρό από την βραδινή υγρασία χώμα του κήπου. Έκατσα κάτω οκλαδόν ενώ το χώμα ακούμπαγε τις γάμπες μου και με έκανε να νιώθω ένα με την Μητέρα Γη. Άναψα ένα τσιγάρο και έγειρα το κεφάλι μου πίσω. Ο καπνός όσο περίεργο και αν ακούγεται, μαζί με τα ταραγμένα νεύρα μου, ηρεμούσε και την καρδιά μου. Παρακολουθήσα τους χτύπους της να μειώνονται, να χαλαρώνουν και να μου προσφέρουν μια ακατανόητη ευφορία. Όσο κάπνιζα έτρεχε το μυαλό μου, πέρα από τον ουρανό, πέρα από το διάστημα, πέρα από κάθε παράδεισο και κάθε κόλαση. Και νομίζω τότε ήταν που άκουσα τις πρώτες νότες.
Ναι, σίγουρα ήταν νότες. Ήταν νότες από πιάνο. Στην αρχή δεν έδωσα έντονη σημασία, αν και σίγουρα μου κίνησε την προσοχή ένα πιάνο που παίζει από το πουθενά στις 3 το ξημέρωμα. Έπαιζε μια γνωστή μελωδία όμως που δύσκολα μπορούσε να μην με δελεάσει να ψάξω την πηγή απ' όπου ερχόταν όλη αυτή η μαγεία. Το βλέμα μου έτρεξε στα γύρω σπίτια, στα γύρω μπαλκόνια, στους κήπους. Δεν ένιωθα απολύτως σίγουρη ότι η μελωδία ήταν πραγματική...έχω μια τάση να απορροφούμαι από το συναίσθημα- θα μπορούσα κάλλιστα να τα φαντάζομαι όλα μόνη μου. Φαινόταν πάραυτα υπερβολικά αληθινό για να είναι ψέμα. Το ένιωθα να με ηλεκτρίζει και να με διαπερνά ενώ τότε κατάλαβα τι αντιπροσώπευε η μπλούζ μελωδία του. Ήταν το πολύ αγαπημένο μου τραγούδι του Tom Waits, ένα τραγούδι που με συντρόφευε σε όλη μου την ζωή, το Invitation to the blues. Άρχισα να κινούμαι ελαφρώς στη μελωδία του ενώ ψιθύριζα άτσαλα τους στίχους. Δεν είχα ποτέ μου καλή φωνή, πόσο μάλλον σε ένα τόσο ιδιότροπο τραγούδι. Ξεκίνησα να περιφέρομαι απαλά από την μια μεριά του κήπου ώς την άλλη, απορροφημένη εντελώς από τους ήχους μέχρι που άκουσα και την φωνή. Ω τι φωνή Θεέ μου, απαλή και ερωτική, σαν να προσπαθούσε ένας άγγελος να με αποπλανήσει.
Για μερικές στιγμές κοκάλωσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι άκουγα. Ήταν η καλύτερη ανδρική φωνή που είχα ακούσει ποτέ μου. Βαθιά και αισθησιακή, σχεδόν πικάντικη από βραχνάδα, και με μπόλικη πίκρα και συναίσθημα. Ο πόνος του έφτανε να πλυμμηρίσει τον κόσμο με δάκρυα. Δεν θα κρύψω ότι σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισα και εγώ να κλαίω. Με είχε συνεπάρει ένα παλλικάρι με τέτοια φωνή και τέτοιο συναίσθημα, τόσο πληγωμένο που μπορούσα να αισθανθώ κάθε σπάσιμο της καρδιάς του, κάθε ράγισμα φωνής, κάθε κίνηση που με δυσκολία έκανε πάνω στα πλήκτρα του πιάνου. Ήταν ένας εξωκοσμικός πόνος, πέρα από κάθε φαντασία, πέρα από κάθε θάνατο και κάθε ερωτική απόρριψη. Ήταν μια πίκρα τόσο έντονη που κατάλαβα ακόμα και πότε άρχισε να κλαίει. Το ένιωθα, το άκουγα. Σαν να ήμουν από πάνω του και έβλεπα τα δάκρυα να στάζουν στα κινούμενα χέρια του, στα πόδια του, στο πιάνο.
Είχε κάνει το πιάνο εραστή του, στην προσπάθεια του να βρεί μια αγκαλιά να κλάψει. Και μπορεί να μην ήξερα ποιός έπαιζε το πιάνο, μπορεί να μην τον είχα δεί ποτέ μου, μπορεί να ήταν δολοφόνος, βιαστής, απατεώνας....αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελα τόσο πολύ να τρέξω, να τον πάρω στα χέρια μου και να τον φιλήσω στο μέτωπο, με την στοργή της μάνας που ένα χάδι της διώχνει κάθε πόνο μακρυά. Και πικράθηκα γιατί ένιωσα ανήμπορη. Πικράθηκα που δεν ήξερα σε ποιά κατεύθυνση να τρέξω. Πικράθηκα που δεν ήμουν εγώ το πιάνο, που δεν ήμουν εγώ η μελωδία στην οποία εκείνος ο άγνωστος έβρισκε εξιλέωση. Και τότε η μελωδία σταμάτησε και άκουσα καθαρά το κλάμμα του να σκίζει τη νύχτα στα δύο. Ο άγνωστος ξέσκιζε την καρδιά του στα δύο. Ήταν το κλάμμα ενός μωρού που δεν καταλαβαίνει τον κόσμο. Ή καλύτερα το κλάμμα ενός εφήβου που δεν τον καταλαβαίνει ο κόσμος. Το παιδί πέθαινε στο ίδιο του το παράπονο και εγώ πέθαινα που δεν μπορούσα να το σώσω.
Έκατσα και πάλι στο χώμα και πήρα τα γόνατα μου αγκαλιά. Άρχισα να κινούμαι μπροστά και πίσω ρυθμικά προσπαθώντας να μην κλάψω τόσο γοερά όσο εκείνος. Άφηνα απλά τα δάκρυα να πέφτουν, αυτή τη φορά, επάνω μου. Και κάπως έτσι μας βρήκε και τους δύο το ξημέρωμα, και κάπως έτσι σταμάτησε και το βασανιστικό κλάμα ενός ανθρώπου που υποφέρει.
Τον άγνωστο δεν τον είδα ποτέ αν και πολύ θα ήθελα. Και σας παρακαλώ, αν δείτε ποτέ κάποιον, και σκεφτείτε ότι μπορεί να ήταν εκείνος, πείτε του ότι τον ψάχνω. Του χρωστάω μια αγκαλιά και ένα φιλί στο μέτωπο. Σαν μια μάνα.