"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

"Σήμερα θα σας τραγουδήσω..."

"Και αν δεν σας τραγουδήσω είμαι σίγουρη ότι δεν θα σας λείψει. Ούτε εγώ θα σας λείψω. Αλλά είναι κάτι τέτοιες νύχτες, ανοιξιάτικες, που το φεγγάρι φωτίζει τόσο δυνατά που δεν μπορεί να κρύψει τις αμαρτίες μου. Το αίμα στα χέρια μου έχει ξεραθεί εδώ και χρόνια αλλά η οσμή δεν μπορεί να φύγει. Τα μάτια μου έχουν θρυνήσει, η φωνή μου έχει σπάσει, αλλά τα δάκρυα και οι κραυγές δεν παύουν να υπάρχουν.
Είναι ίσως που συνεχίζω να σκέφτομαι νεκρούς και να ονειρεύομαι μονίμως με ανοιχτούς οφθαλμούς. Ο ύπνος είναι άλλωστε πολυτέλεια. Η μοίρα μου είναι προδιαγεγγραμένη. Δεν μένει άλλο παρά να το δεχτώ. Όμως μπορώ να σας τραγουδήσω για τις πληγές μου και για τα λάθη μου, και εσείς να με ακούσετε, και να με κοιτάξετε με λύπηση και οίκτο, όπως κάνουν όλοι οι εραστές μου.
Ίσως εσείς που με ακούτε κάποτε να είσασταν εραστές μου. Της μιας ώρας, της μιας βραδιάς, της μιας εβδομάδας. Και μαντεύω ότι δεν σας ένοιαξε που δεν σας ανοίχτηκα ή που δεν έμαθα ποτέ τα ονόματα σας. Ούτε και τα πρόσωπα σας, αυτό είναι αλήθεια. Μα σε αυτό το σημείο που φτάσαμε, ποιό το νόημα πλέον? Ίσως είσαστε παντρεμένοι, ίσως έχετε παιδιά, ή μπορεί να μην ζείτε καν πιά. Μπορεί να μην με θυμάστε, νομίζω αυτό θα ήταν το χειρότερο που θα μπορούσατε να μου κάνετε.
Τώρα που το σκέφτομαι αυτό είναι ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης. Να πεθάνω και να μην μείνει τίποτα απο εμένα. Ούτε καν μια μακρυά ανάμνηση.
Χρόνια τώρα στο σανίδι και δεν έπαιξα ποτέ κάτι συνταρακτικό.Το μόνο συνταρακτικό που πέρασε ποτέ από πάνω μου είναι ίσως το ποτό. Έπινα πολύ και πίνω πολύ, γι αυτό έχω γεράσει έτσι άσχημα που με βλέπετε τώρα. Ούτε μια Οφηλία, ούτε μια Βιρτζίνια Γούλφ...πάντα δεύτεροι ρόλοι, πάντα το σχήμα του καμπαρέ να με ακολουθεί ακόμα και στο σπίτι μου. Κάποια στιγμή το αποδέχτηκα και έγινα ένα με αυτό, έτσι, για να σταματήσει να με κυνηγάει. Και όταν το έκανα, άρχισα να το ζώ. Έγινα ένα με τον ρόλο, ένα με την ψεύτικη πραγματικότητα του. Τι ειρωνικό. Από την μία υπάρχει από την άλλη όχι. Σίγουρα στις καλοφτιαγμένες, όμορφες και καθαρές ζωές των διαφημιστικών δεν υπάρχει. Στις ανθρώπινες, βρώμικες με λάθη, εάν θέλεις να το δείς, θα το δείς ξεκάθαρα. Θα καταλάβεις ότι υπάρχει. Και είτε θα το αγκαλιάσεις, είτε θα τρέχει μακρυά του. Νομίζω μπορείς να κάνεις και τα δύο. Το σκότος της ψυχής δεν κρύβεται όσο φωτεινό και αν είναι το χαμόγελο σου. Και το καμπαρέ δεν είναι τίποτα άλλο από σκότος. Μια άβυσσος με απόκοσμη, κουρδιστή μουσική
Αλλά και πάλι, και να έπαιζα τους ρόλους που ήθελα, ποιά θα ήταν η κατάληξη? Θα γινόμουν ένα, και πάλι, με όλα αυτά τα ψέματα. Όμως το θέατρο δεν είναι ψέμα, αλλά ούτε και αλήθεια. Το θέατρο ζεί από την αλήθεια, και ποτίζεται στο ψέμα. Πεινάει για φώς αλλά καλύπτεται με μανδύες ομίχλης. Μα πάνω από όλα, πεινάει για ψυχές και εγώ την δική μου, του την τάισα οικειωθελώς χρόνια πίσω.
Και τι κέρδισα από τα κρεβάτια, τι κέρδισα από τους αμέτρητους και αθώους εραστές μου? Τι κέρδισα από τον πληγωμένο μου εγωισμό, τι κέρδισα από το ζωντανό κοινό που με έθρεφε κάθε βράδυ και κάθε πρωί πέθαινα...Τι μπορεί να κέρδισαν οι άλλοι? Πικρή απάντηση το τίποτα. Νομίζω δεν θα σας το πώ. Μια κυρία δεν λέει πικρά και κακά πράγματα. Και αν μη τι άλλο, μετά από τόσα χρόνια, κανείς δεν διαφωνεί ότι είμαι κυρία. Και ας ξέρουν το σχήμα και το χρώμα των μηρών μου οι θεατές μου. Ας γνωρίζουν τα λακάκια στο λαιμό μου. Ας βλέπουν το γηρασμένο μου δέρμα, το πεσμένο μου στήθος. Είμαι μια κυρία.
Και απόψε θα σας τραγουδήσω, δεν θα σας παίξω πάλι κάποιο δεύτερο ρολάκι που ο σκηνοθέτης χάρισε απλόχερα σε κάποια πιο νέα, πιο πρόθυμη να δώσει το κορμί της ώς αντάλλαγμα. Μα παρά τους εραστές μου, αυτό δεν το έκανα ποτέ. Εγώ αγαπούσα τον κάθε ένα τους, με τον δικό μου, ντελικάτο, τρόπο. Δεν δέχθηκα ανταλλάγματα, μόνο αγάπη, ή περιφρόνυση. Δικά μου λάθη, δικές μου αμαρτίες, δικά μου σημεία χαραγμένα στο μυαλό και το σώμα. 
Τραγούδι λοιπόν. Η βραδιά σηκώνει τραγούδι. Τραγουδήστε μαζί μου, να πνίξουμε τους πόνους μας σε αυτό, να καλύψουμε τις αμαρτίες μας με νότες και...."

Την είδα να σταματάει απότομα και να πέφτει. Τα μάτια της κλαμμένα εδώ και ώρα, ενώ εκείνη πάσχιζε να κρύψει τους πόνους στην καρδιά. Το μακιγιάζ είναι κυλήσει στα μάγουλα της, και όταν εκείνη έπεφτε άκουσα έναν αναστεναγμό ανακούφισης να φεύγει απο τα βαμένα χείλη της. Πόσα να αντέξει πια μια τόσο ταλαιπωρημένη καρδιά. Πόσο πόνο, πόση πίκρα. Πόση αποτυχία.

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

ΠαγίδαΧ

Τα βράδια φοβάμαι και την σκιά μου. Μην με ρωτάς γιατί, δεν έχω ιδέα. Με κατακλύζουν όλοι αυτοί οι παράλογοι φόβοι περί ποντικιών, εντόμων και ψυχών. Το σπίτι μου έχει περάσει από τα πρώτα δύο, για το τρίτο δεν ξέρω. Γι' αυτό και το αποκαλώ παράλογο φόβο. Σαν μια αίσθηση κάποιος να σε κοιτάει από τα σκοτάδια της κουζίνας μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνεσαι να κλέισεις την πόρτα και μετά ακούς ανύπαρκτους θορύβους. Και δεν ξέρω τι είναι χειρότερο να πιστέψω, τα ποντίκια, οι κατσαρίδες ή ανύπαρκτες οντότητες είναι αυτά που κάνουν τον θόρυβο? Φάκες έχω, δεν μπορεί θα το πιάσει το ποντίκι. Για τις κατσαρίδες έχω προνοήσει και έχω ψεκάσει το σπίτι και το μπαλκόνι. Για τις ψυχές δεν ξέρω. Νομίζω απλά ότι συνεχίζουν να με περιμένουν μέχρι τα ξημερώματα, να με βρούν αδύναμη πίσω από τις σκιές και να με καταβροχθίσουν. Να φάνε κάθε τελευταία ίνα της ύπαρξης  μου και να με εξαφανίσουν δια παντός. Ή ίσως να με κάνουν και εμένα απειλή για την ανθρωπότητα. Ή ίσως να με τραβήξουν από το σώμα μου και μπεί κάποια από εκείνες στο δικό μου καλούπι.
Γι αυτό έχω ζωγραφίσει στην κοιλιά μου ένα μεγάλο Χ και όποτε κάνω μπάνιο και φεύγει, το ξαναζωγραφίζω. Να ξέρουν ότι από εκεί θα πρέπει να περάσουν την ψυχή μου για να βγεί από το σώμα μου και ότι από εκεί πρέπει να μπούν για να πάρουν τον έλεγχο. Αυτό που δεν τους έχω όμως δείξει, είναι πώς θα ξαναφύγουν από το σώμα μου. Γι'αυτό όταν με τραβήξουν μέσα από αυτήν την κόλαση της ύπαρξης και της οντότητας, να πρέπει να μείνουν αιώνια με τις φωνές στο κεφάλι μου και τον εγκέφαλο μου. Και ετούτη θα είναι η τιμωρία τους.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Ο θάνατος του.

Έχω καιρό να δώ κάποιο όνειρο. Και δεν εννοώ κάποιο οποιοδήποτε όνειρο. Εννοώ...αυτά τα όνειρα που έβλεπα στο παρελθόν, με το αίμα, τον εγκλεισμό, την τρέλα. Αυτά είναι τα όνειρα για εμένα. Μόνο αυτά μπορούν να θεωρηθούν όνειρα γιατί μόνο αυτά με σπρώχνουν στο να γράψω. Το γράψιμο όπως και άλλες τέχνες χρειάζονται ερεθίσματα, χρειάζονται υλικό μελέτης, χρειάζονται χρώματα και ας είναι και μουντά και σκούρα. Χρειάζονται νύχτες πόνου, γεμάτες συναισθήματα και ουρανό. Αλλά εγώ εχθές τα έζησα όλα αυτά, για μια ακόμα φορά, και ώ πόσο μου είχε λείψει.
Έχω μεγάλο μπαλκόνι και με καλή θέα. Βλέπω θάλασσα. Κάπου στις 3 το ξημέρωμα λοιπόν, και μη μπορώντας να κοιμηθώ, πήρα τα τσιγάρα μου και ακόμα ξυπόλητη, βγήκα να πατήσω το υγρό από την βραδινή υγρασία χώμα του κήπου. Έκατσα κάτω οκλαδόν ενώ το χώμα ακούμπαγε τις γάμπες μου και με έκανε να νιώθω ένα με την Μητέρα Γη. Άναψα ένα τσιγάρο και έγειρα το κεφάλι μου πίσω. Ο καπνός όσο περίεργο και αν ακούγεται, μαζί με τα ταραγμένα νεύρα μου, ηρεμούσε και την καρδιά μου. Παρακολουθήσα τους χτύπους της να μειώνονται, να χαλαρώνουν και να μου προσφέρουν μια ακατανόητη ευφορία. Όσο κάπνιζα έτρεχε το μυαλό μου, πέρα από τον ουρανό, πέρα από το διάστημα, πέρα από κάθε παράδεισο και κάθε κόλαση. Και νομίζω τότε ήταν που άκουσα τις πρώτες νότες.
Ναι, σίγουρα ήταν νότες. Ήταν νότες από πιάνο. Στην αρχή δεν έδωσα έντονη σημασία, αν και σίγουρα μου κίνησε την προσοχή ένα πιάνο που παίζει από το πουθενά στις 3 το ξημέρωμα. Έπαιζε μια γνωστή μελωδία όμως που δύσκολα μπορούσε να μην με δελεάσει να ψάξω την πηγή απ' όπου ερχόταν όλη αυτή η μαγεία. Το βλέμα μου έτρεξε στα γύρω σπίτια, στα γύρω μπαλκόνια, στους κήπους. Δεν ένιωθα απολύτως σίγουρη ότι η μελωδία ήταν πραγματική...έχω μια τάση να απορροφούμαι από το συναίσθημα- θα μπορούσα κάλλιστα να τα φαντάζομαι όλα μόνη μου. Φαινόταν πάραυτα υπερβολικά αληθινό για να είναι ψέμα. Το ένιωθα να με ηλεκτρίζει και να με διαπερνά ενώ τότε κατάλαβα τι αντιπροσώπευε η μπλούζ μελωδία του. Ήταν το πολύ αγαπημένο μου τραγούδι του Tom Waits, ένα τραγούδι που με συντρόφευε σε όλη μου την ζωή, το Invitation to the blues. Άρχισα να κινούμαι ελαφρώς στη μελωδία του ενώ ψιθύριζα άτσαλα τους στίχους. Δεν είχα ποτέ μου καλή φωνή, πόσο μάλλον σε ένα τόσο ιδιότροπο τραγούδι. Ξεκίνησα να περιφέρομαι απαλά από την μια μεριά του κήπου ώς την άλλη, απορροφημένη εντελώς από τους ήχους μέχρι που άκουσα και την φωνή. Ω τι φωνή Θεέ μου, απαλή και ερωτική, σαν να προσπαθούσε ένας άγγελος να με αποπλανήσει.
Για μερικές στιγμές κοκάλωσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι άκουγα. Ήταν η καλύτερη ανδρική φωνή που είχα ακούσει ποτέ μου. Βαθιά και αισθησιακή, σχεδόν πικάντικη από βραχνάδα, και με μπόλικη πίκρα και συναίσθημα. Ο πόνος του έφτανε να πλυμμηρίσει τον κόσμο με δάκρυα. Δεν θα κρύψω ότι σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισα και εγώ να κλαίω. Με είχε συνεπάρει ένα παλλικάρι με τέτοια φωνή και τέτοιο συναίσθημα, τόσο πληγωμένο που μπορούσα να αισθανθώ κάθε σπάσιμο της καρδιάς του, κάθε ράγισμα φωνής, κάθε κίνηση που με δυσκολία έκανε πάνω στα πλήκτρα του πιάνου. Ήταν ένας εξωκοσμικός πόνος, πέρα από κάθε φαντασία, πέρα από κάθε θάνατο και κάθε ερωτική απόρριψη. Ήταν μια πίκρα τόσο έντονη που κατάλαβα ακόμα και πότε άρχισε να κλαίει. Το ένιωθα, το άκουγα. Σαν να ήμουν από πάνω του και έβλεπα τα δάκρυα να στάζουν στα κινούμενα χέρια του, στα πόδια του, στο πιάνο.
Είχε κάνει το πιάνο εραστή του, στην προσπάθεια του να βρεί μια αγκαλιά να κλάψει. Και μπορεί να μην ήξερα ποιός έπαιζε το πιάνο, μπορεί να μην τον είχα δεί ποτέ μου, μπορεί να ήταν δολοφόνος, βιαστής, απατεώνας....αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελα τόσο πολύ να τρέξω, να τον πάρω στα χέρια μου και να τον φιλήσω στο μέτωπο, με την στοργή της μάνας που ένα χάδι της διώχνει κάθε πόνο μακρυά. Και πικράθηκα γιατί ένιωσα ανήμπορη. Πικράθηκα που δεν ήξερα σε ποιά κατεύθυνση να τρέξω. Πικράθηκα που δεν ήμουν εγώ το πιάνο, που δεν ήμουν εγώ η μελωδία στην οποία εκείνος ο άγνωστος έβρισκε εξιλέωση. Και τότε η μελωδία σταμάτησε και άκουσα καθαρά το κλάμμα του να σκίζει τη νύχτα στα δύο. Ο άγνωστος ξέσκιζε την καρδιά του στα δύο. Ήταν το κλάμμα ενός μωρού που δεν καταλαβαίνει τον κόσμο. Ή καλύτερα το κλάμμα ενός εφήβου που δεν τον καταλαβαίνει ο κόσμος. Το παιδί πέθαινε στο ίδιο του το παράπονο και εγώ πέθαινα που δεν μπορούσα να το σώσω.
Έκατσα και πάλι στο χώμα και πήρα τα γόνατα μου αγκαλιά. Άρχισα να κινούμαι μπροστά και πίσω ρυθμικά προσπαθώντας να μην κλάψω τόσο γοερά όσο εκείνος. Άφηνα απλά τα δάκρυα να πέφτουν, αυτή τη φορά, επάνω μου. Και κάπως έτσι μας βρήκε και τους δύο το ξημέρωμα, και κάπως έτσι σταμάτησε και το βασανιστικό κλάμα ενός ανθρώπου που υποφέρει.
Τον άγνωστο δεν τον είδα ποτέ αν και πολύ θα ήθελα. Και σας παρακαλώ, αν δείτε ποτέ κάποιον, και σκεφτείτε ότι μπορεί να ήταν εκείνος, πείτε του ότι τον ψάχνω. Του χρωστάω μια αγκαλιά και ένα φιλί στο μέτωπο. Σαν μια μάνα.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Χαμένες ώρες



Είναι 4 καταναγκαστικοί τοίχοι. Απειλητικά, άσπρα παραπετάσματα κελιών. Με τρώει αυτό το σπίτι. Ρουφάει κάθε ενέργεια που μπορεί να έχω, ρουφάει όλη μου την έμπνευση,όλη μου την όρεξη για ζωή. Γυρνάω σπίτι από τον μακρύ περίπατο μου και σιγά σιγά γίνομαι ένα με το πάτωμα. Ο χώρος είναι φορτισμένος αρνητικά και μόνο. Όποιος περνάει απ'έξω ανατριχιάζει, και αυτοί που μπαίνουν μέσα μετά από λίγη ώρα επιθυμούν να φύγουν,μη γνωρίζοντας το γιατί. Μα δεν θα σας πώ ψέματα αν σας πώ ότι οι τοίχοι το βράδυ ζωντανεύουν. Δεν θα σας πώ ψέματα αν σας πώ ότι κάθομαι εκεί, σε αυτήν εκεί την γωνία και κλαίω,μέχρι που αποφασίζω να ξεφύγω τρέχοντας! Τότε τρέχω στην πόρτα ακόμα δακρυσμένη και την ανοίγω...μετά δεν θυμάμαι. Ποτέ δεν θυμάμαι. Δεν είμαι σίγουρη αν βγαίνω έξω ή αν μένω εκεί να κοιτάω την χάσκουσα πόρτα που στο σκοτάδι φαίνεται σαν στόμα τέρατος έτοιμη να με φάει. Τα ξημερώματα πια όταν ξυπνάω από την ζάλη και τον τρόμο είμαι στο κρεβάτι μου, σκεπασμένη μέχρι το κεφάλι ακόμα και αν έχει 40 βαθμούς! Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς βρέθηκα εκεί, ή πόσες ώρες κοιμόμουν...δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα μετά απο το άνοιγμα της πόρτας. Δεν ξέρω αν βγήκα έξω, δεν ξέρω αν έτρεξα, αν μίλησα με κάποιον άνθρωπο, αν κάποιος με έφερε σπίτι...δεν ξέρω καν πώς μπορεί να ξαναμπήκα σπίτι μου δεδομένου ότι τα κλειδιά του σπιτιού τα έχει μόνο η σπιτονοικοκυρά και μου ανοίγει αυτή κάθε φορά.Αυτές οι συνοικίες είναι επικίνδυνες,κανείς δεν εμπιστέυεται τον διπλανό του πλέον. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για κανέναν. Γι'αυτό η σπιτονοικοκυρά αποφάσισε ότι για να μπαίνω σπίτι μου θα χρειάζεται να της ζητάω κάθε φορά τα κλειδιά και να της τα επιστρέφω αμέσως. Ίσως για να μην βγάλω αντίγραφα. Ίσως για να ελέγχει με ποιόν γυρνάω κάθε φορά σπίτι. Άλλωστε αυτή φοβάται ότι όλες οι γυναίκες στα διαμερίσματα της μπορεί να θελήσουν να εκπορνευτούν προκειμένου να ζήσουν. Αλλά όχι εγώ.Εγώ κάθομαι εδώ, σε αυτό το κρύο κουβούκλιο να μετράω τις ώρες που περνάω συνειδητά και τις ώρες που χάνομαι από τον κόσμο.Γιατί ξέρω...ξέρω ότι αν χάσω το μέτρημα θα χαθώ και εγώ η ίδια. Τα έχω σημειωμένα όλα σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι. Πρέπει να ξέρω πόσες ώρες χάνω κάθε βράδυ, πόσα εκατοστά κινούνται οι τοίχοι...ποιός με κοιτάει από το απέναντι μπαλκόνι, ποιος μου χτύπησε την πόρτα στις 3 η ώρα το ξημέρωμα για να μου ζητήσει ζάχαρη...Δεν ακούγεται και πολύ φυσιολογικό ε? Και εγώ το ίδιο σκέφτομαι...αλλά δεν μπορώ να παραδεχτώ ότι ήταν στην φαντασία μου...δεν πρόκειται ποτέ να το παραδεχτώ. Και γι'αυτό, δεν πρόκειται ποτέ να το αλλάξω.


Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

H αληθινή ιστορία της νύχτας I



Έστιψε ένα τσιγάρο και με κοίταξε πρόστυχα. Έλαμπε ολόκληρη από χαρά, τα μάτια της σπινθύριζαν κάτω από το φώς της φωτιάς. Έβλεπα το τσιγάρο να μπλέκεται στα δάχτυλα της και να ξεπροβάλλει από τις χλωμές παλάμες της και τότε κατάλαβα πώς ήταν ώρα για αφήγηση. Πήγα λοιπόν κοντά της, έκατσα οκλαδόν μπροστά στη φωτιά και την κοίταξα με ενδιαφέρον. Εκείνη χαμογέλασε κλείνοντας τα μάτια της και άναψε το τσιγάρο. Ήταν έτοιμη να αρχίσει.
"Δεν ξέρω αν σου έχω μιλήσει ποτέ...για την νύχτα. Την ίδια την νύχτα, το βάθος της, το σκότος της, το είναι της.." ψέλλισε και κοίταξε έξω,στο απέραντο σκοτάδι.
"Όχι...ποτέ." Με το ζόρι κρατούσα την περιέργεια μου να μην της επιτεθεί με ερωτήσεις και φράσεις,στις οποίες ήξερα ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ απάντηση. Έπρεπε να μου πεί την ιστορία με τον δικό της τρόπο και στον δικό της χρόνο.
"Έχεις μουδιάσει από την αγωνία, το νιώθω. Όλο σου το κορμί έλκεται από το δικό μου στόμα. Η γλώσσα βλέπεις είναι πολύτιμος σύμμαχος."
Έκανε μια μακρυά παύση ρίχνοντας μου κλεφτές ματιές να δεί αν θα συγκρατηθώ. Με δοκίμαζε κάθε φορά πριν μου εμπιστευτεί την σοφία της, αλλά την είχα πλέον συνηθίσει οπότε δεν έβγαλα τον παραμικρό ήχο.
"Ξέρω ότι είσαι έτοιμος να μάθεις.Δεν ξέρω αν εγώ είμαι έτοιμη να σου πώ, αλλά δεν με νοιάζει. Πρέπει να ξέρεις...
Δεν πρέπει να ήμουν 15 χρονών όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα στην μαγεία, αγόρι μου. Ήμουν μικρή αλλά το πάθος και η ένταση της περιέργειας μου δεν με άφησαν να ησυχάσω. Έπρεπε να εξελιχθώ, έπρεπε να μαθαίνω συνεχώς περισσότερα, όλο και περισσότερα και πάλι ένιωθα αχόρταγη. Δεν θέλω να μπώ σε λεπτομέρειες,άλλωστε τις ξέρεις και εσύ. Όμως αυτό που μου έκανε πάντοτε την περισσότερη εντύπωση ήταν ένα. Όση δύναμη και αν εξέπεμπε ο ήλιος,πάντα η σελήνη εξέπεμπε περισσότερη. Όσο φώς και αν προσέδιδε ο ήλιος, το φεγγάρι πάντοτε στις πανσελήνους τον νικούσε. Όσο όμορφο και αν ήταν το κίτρινο, ζεστό του χρώμα, τόσο μαγική, μυστήρια ήταν η ασημένια χροιά της σελήνης. Σαν παιδιά δεν θέλουμε το κοινότυπο αλλά ψάχνουμε το εξεζητημένο, ψάχνουμε εκείνο  που δε βλέπεις κάθε μέρα γιατί έτσι το συνηθίζεις. Και εγώ μαγεύτηκα και ερωτεύτηκα παράφορα,γιέ μου, την σελήνη.
Τάχθηκα υπέρ της και την υποστήριξα με όποιο τρόπο μπορούσα όποτε μπορούσα. Είχαμε πλέον γίνει ένα. Μου μιλούσε τις νύχτες που φοβόμουν και με συμβούλευε τις νύχτες που περιφερόμουν έξω άσκοπα. Ο ήλιος ήταν απλά ένας πατέρας που γνωρίζεις την ύπαρξη του αλλά δεν παίρνει ποτέ παραπάνω τον χρόνο σου,ούτε και ασχολείται και πολύ μαζί σου. Τον σέβεσαι, σου δίνει ζωή, αλλά ώς εκεί.  Η σελήνη ήταν η μάνα, που σε προσέχει, σε φροντίζει, σε νοιάζεται και είναι εκεί σε κάθε σου βήμα. Ακόμα και τώρα που στα λέω αγάπη μου νιώθω το ζεστό της χάδι στο μάγουλο μου, την βεβαίωση της ότι όλα θα πάνε καλά. Μεγάλωσα λοιπόν και εγώ, εξελίχθηκα σε γυναίκα, κόρη της σελήνης και πλέον ενήλικη. Από τότε άρχισα να την αγνοώ, είχα έναν ολόκληρο κόσμο ενηλικίωσης να εξερευνήσω και να δοκιμάσω..τόσες γεύσεις, αρώματα, εμπειρίες! Η σελήνη έμεινε μόνη της...ο ήλιος λίγα μόνο μπορούσε να κάνει για να την παρηγορήσει καθώς δεν είχε και πολύ χρόνο στη διάθεση του κάθε μέρα.Μόνο τη στιγμή που συναντιόντουσαν τα βλέματα τους πριν αποχωρήσει ο ένας από τους 2 για να δώσει την θέση του στον άλλο. Η σελήνη πληγώθηκε βαθιά και εγώ ήμουν τυφλή από τα νιάτα, δεν έβλεπα πόσο κακό της έκανα. Σταμάτησε να με βοηθάει, δεν ακολουθούσε κάθε βήμα μου, δεν την ένιωθα κοντά μου και το χειρότερο είναι ότι δεν με ένοιαζε. Δεν με ενδιέφερε πλέον η σελήνη, δεν θεωρούσα ότι μου χρειάζεται, πίστευτα ότι ήμουν αρκετά μεγάλη να χειριστώ τα πάντα μόνη μου. Ένιωθα ολοκληρωμένη και παντοδύναμη.
Μέχρι που το σκότος άρχισε να κυριαρχεί. Ο ήλιος ήταν ανύμπορος να κυριαρχήσει επί του χάους και σκιές μας κυνηγούσαν στους δρόμους. Είχε λυθεί όλη η δαιμονική πλάση και έτρεχε ξέφρενη μετά την αποχώρηση του ηλίου. Η σελήνη, χαμένη στην θλίψη της, πέτρωσε και δεν ξαναολοκληρώθηκε να δώσει το μαγευτικό της φώς στον κόσμο. Οι δαίμονες ήταν πλέον παντού. Κρυμμένοι μέσα σε άλλους ανθρώπους, θαμμένοι στα έγκατα της γής, κάτω από την επιφάνεια του νερού, πάνω στον ουρανό, είχαν κατακλύσει τον πλανήτη. Και εγώ να τρέχω σαν μανιακή στους δρόμους να ξεφύγω από τους εφιάλτες μου ευχόμενη με όλη την ψυχή μου να ξημερώσει, να μην πονάνε άλλο οι τύψεις και οι καταχνιές. Αλλά ο ήλιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και εγώ έτρεχα και έτρεχα λαχανιασμένη ψάχνοντας κάπου σωτηρία. Οι νύχτες του παρελθόντος είχαν πια περάσει ανεπιστρεπτί, αυτές οι νύχτες που φώναζες κάτω από το φώς Της, "κάνει να μην ξημερώσει μάνα! Κάνε να μην φύγει ποτέ αυτό το βράδυ!". Όχι,όχι, αυτές οι νύχτες ήταν πια ξεχασμένες. Κυρίως για εμένα. Σε βλέπω και ανατριχιάζεις αγόρι μου...σε εκπλήσει να με βλέπεις τόσο ανήμπορη και υπαίτια? Ήμουν μικρή...δεν ήξερα. Δεν ήξερα. Η δύναμη του σκότους ώς τότε ήταν άγνωστη παρουσία για μένα.
Ο κόσμος έχασε την αγνότητα του. Μαζική παράνοια κατέκλυσε όλους τους ανθρώπους. Κανείς δεν γλίτωσε. Αργότερα από ερευνητές ειπώθηκε ότι αυτό έγινε ώς αντίδραση του εγκεφάλου να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Και αφού τα δεδομένα ήταν εκτός λογικής,ο εγκέφαλος προσπάθησε να την αποβάλλει. Οποιαδήποτε μορφή λογικής. Η τρέλα κυριάρχησε..Άνθρωποι πέθαιναν, οι έγγυες αυτοκτονούσαν, οι άντρες σφάζονταν μεταξύ τους, οι γέροι δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους και βίωναν ένα αργό και ψυχοφθόρο θάνατο.Όλα φαίνονταν μάταια και όλοι ήθελαν μέσα στην τρέλα τους επιβεβαίωση. Κάπου να κρατηθούν, να τους πεί κάποιος ότι όλα θα πάνε καλά. Αυτά δεν θα τα βρείς σε κανένα βιβλίο ιστορίας, σε κανένα χειρόγραφο, σε καμία βιβλιοθήκη. Μόνο κάτι παλιές μάγισσες σαν και εμένα μπορούν να στα πούν και κάποιες τα έχουν αποτυπώσει σε απαγορευμένα βιβλία μαγείας περιγραφικά. Ο "μαύρος θάνατος" όπως ονομάστηκε αργότερα δεν φαινόταν να αποδυναμώνεται.
Η μόνη που ουσιαστικά μπορούσε να αντιδράσει ήταν η σελήνη. Όμως μέσα στην θλίψη της είχε αποσυρθεί πίσω από τον ήλιο και κρυβόταν στα πιο απομονωμένα σημεία. Ήταν αδύνατο να βρεθεί και μόνο ένα άτομο γινόταν να επικοινωνήσει μαζί της. Δεν πρόκειται να σου πώ πώς αγόρι μου, μην με κοιτάς έτσι. Έχω ορκιστεί και θα το πάρω στον τάφο μου μαζί μου.Δεν μπορώ να σου πώ το πώς το έκανα. Θέλω απλά να ξέρεις ότι το έκανα. Και την έπεισα να γυρίσει, και την έπεισα ότι είναι παντοδύναμη και ξόρισε τα άψυχα δολερά πλάσματα στα έγκατα της γής.
Αυτό δεν θές να ακούσεις? Κρίμα που δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Οι δαίμονες ξέσκιζαν σάρκα και ψυχή καθε βράδυ σε όλο τον πλανήτη. Οι μάγισσες και οι μάγοι προσπαθούσαν να επικαλεστούν την μάνα σελήνη, χωρίς αποτέλεσμα. Αργότερα προσπάθησαν να απωθήσουν έστω και προσωρινά τα δαιμόνια, έχοντας μικρή επιτυχία. Μια χρονιά ξεκληρίστηκαν 20 οικογένειες μάγων από αυτά τα θανατηφόρα πλάσματα ως επίδειξη δύναμης και κυριαρχίας. Λούστηκαν το αίμα των θυμάτων και για ένα βράδυ φανερώθηκαν σε όλες τις πόρτες αφήνοντας σημάδια αίματος σε κάθε αυλή, πόρτα,πόμολο...Παντού το έκαναν να μοιάζει με θυσιαστήριο.Οι εναπομείναντες μάγοι, έχοντας εξ'αρχής λιγότερο κουράγιο και θάρρος, έκαναν πίσω και δεν ξαναπροσπάθησαν ποτέ να αντιταχθούν στις σκοτεινές δυνάμεις.Μερικοί από αυτούς αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα βήματα τους. Μερικοί αποσύρθηκαν στα βουνά προσπαθώντας να ησυχάσουν,χωρίς αποτέλεσμα. Κάθε βράδυ τα δαιμόνια τους ζητούσαν και μια θυσία. Ένα κομμάτι της ψυχής τους κάθε βράδυ. Μέχρι που πέθαναν όλοι όσοι είχαν παραιτηθεί από την προσπάθεια να εξοντώσουν τους κατακτητές.
Βλέποντας τα αυτά η σελήνη,κρυμμένη πίσω από τον καυτό ήλιο, έπεσε σε ακόμα βαθύτερη θλίψη. Ένιωθε υπαίτια της καταστάσεως και χωρίς αυτοσυγκέντρωση και εμπιστοσύνη στον εαυτό της δεν θα κατάφερνε τίποτα. Την μέρα ο ήλιος προσέφερε λίγες ώρες ηρεμίας και το βράδυ όλα ήταν ξανά τα ίδια. Μέχρι που ήρθε το καλοκαίρι,κάτι που τα ήδη χαζά δαιμόνια δεν είχαν υπολογίσει.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Η παραίτηση του συγγραφέα


Είναι πραγματικά λυπηρό που τόσες κόλλες μένουν κενές και εσύ ποτέ δεν ξέρεις πότε και πώς να ξεκινήσεις. Ακόμα πιο λυπηρό είναι και που όταν ξεκινάς μένεις μετέωρος πάνω από τα σβησμένα σου. Είναι η άρνηση να δεχτείς ότι όλα έχουν αλλάξει αλλά δεν μπορείς να προσδιορίσεις τι ακριβώς σε έχει απογοητεύσει πιο πολύ από όλα, ο εαυτός σου ή μήπως τα υπόλοιπα? Και τι είναι τα υπόλοιπα?
Στηρίζεις το κεφάλι σου στα χέρια και καταρρέεις χαμένος στο λαβύρινθο των όσων δεν μπορείς να πείς. Υποτίθεται όμως ότι εσύ μπορούσες πάντα να εκφράζεσαι ελεύθερα και συνειδητά στο γράψιμο σου.  Αντίθετα με το παρελθόν τώρα είσαι φιμωμένος. Δεμένος χειροπόδαρα, ούτε καν αλληγορία δεν μπορείς να φτιάξεις! Κοίτα σε στον καθρέφτη, κοίτα τι ράκος που κατέληξες! Που είναι τα περασμένα σου μεγαλεία, οι πόλεις, τα ρομάτζα, οι ανείπωτοι τρόμοι και φόβοι τις νύχτες? Σε τι κρεβάτια θυσίασες τα όνειρα σου, συγγραφέα, σε τι χαμένα στενά έχασες την επιθυμία σου για καταξίωση και αξιοπρέπεια? Ποιός ρούφηξε από μέσα σου κάθε δύναμη, κάθε ασπίδα, κάθε ίχνος ζωής? Κλάψε συγγραφέα, γιατί τώρα κανείς δεν θα σε σώσει. Ούτε οι στάχτες από το τασάκι,ούτε τα άδεια μπουκάλια, ούτε καν η συντροφία. Τώρα είσαι στα χέρια της μοναξιάς.
Με ακούς? Κοίτα πώς είσαι! Κοίτα! Δεν έχει πάτο το βαρέλι για σένα? Δεν έχει τέλμα η κάθοδος της απαξίωσης! Α, κοίτα. Κάνεις πως δεν ακούς...Εγώ όμως δεν ήρθα για να φύγω με άδεια χέρια. Εγώ ήρθα για να σε πάρω μαζί μου. Και αλήθεια, δεν πρόκειται να φύγω όσο και αν με αγνοείς, όσο και αν κάνεις ότι δεν με ακούς. Μπορεί να μην μπορώ να σε φέρω με την βία, μπορεί να είμαι ανίκανη επαφής αλλά μπορώ να σε πληγώσω πάρα πολύ. Μην με δοκιμάσεις σε παρακαλώ. Μην με φέρεις σε εκείνο το σημείο.
Μην ανάβεις τσιγάρο ανθρωπάκο, εκεί που πάμε δεν έχει τασάκια.Τι λές? Θέλεις να μείνεις εδώ? Μα πριν λίγο δεν με φώναξες? Επικαλέστηκες με φανερή οργή την αυθεντία μου και τώρα με διώχνεις? Αυτά δεν γίνονται, εγώ καλέστηκα και θα ανταμειφθώ και ας πάρει όλο το βράδυ. Θέλεις να μιλήσουμε, να σε βοηθήσω να το δεχτείς πιο εύκολα? Όχι? Τώρα δεν θα μου μιλάς καθόλου?
Εντάξει λοιπόν...δεν μου αφήνεις άλλη επιλογή. Κοίτα και τις δικές σου επιλογές και σε παρακαλώ μην αρχίσεις να παραληρείς. Τιποτένιες πράξεις χωρίς σημασία, αποφάσεις παρμένες χωρίς λόγο...Μη σβήνεις τα φώτα!! Δεν θα εξαφανιστώ ούτε θα με τρομάξει το σκότάδι. Ανήκω στο σκότος του, όπως και εσύ. Παιδί του είσαι και αγαπημένο τέκνο. Έλα...έλα σταμάτα να κλαίς. Ω έλα εδώ...έχω έναν ώμο και για σένα. Ξέρω ότι θυσιάστηκες. Ξέρω ότι πονάς. Αλλά δεν θα σε αγαπήσει πότε όσο σε αγαπάει η τέχνη. Είναι ανίκανη να το νιώσει αυτό το αίσθημα όπως όλοι οι απλοί άνθρωποι. Έπρεπε και εσύ να αγγίξεις την ευτυχία για να καταλάβεις ότι μόνο δυστυχία κρύβει στις πτυχές της. Έπρεπε να χαιδέψεις τα μαλλιά της και να γευτείς την γλυκιά της μυρωδιά για να συνειδητοποιήσεις ότι δεν θα σου ανήκει ποτέ όπως σου ανήκει αυτή η πένα και αυτό το χαρτί. Η ευτυχία φίλε μου είναι δίκοπο μαχαίρι. Ποτέ δεν επεφύλασε κάτι αποκλειστικά καλό. Το είδες και μόνος σου ότι μόνο κακό σου έχει κάνει. Έλα, έλα μαζί μου συγγραφέα...πάμε κάπου που ανασφάλεια δεν υπάρχει και θα έχεις ότι χρειάζεσαι. Θα είναι δίπλα σου μονάχα αυτοί που σε νοιάζονται. Θα είμαι και εγώ, πιστή σου φίλη, η μοναξιά..Θα έχεις όλο τον χώρο δικό σου για να γράφεις, για να πονάς, για να τρέφεις την πληγή σου...έλα...έλα...έλα...