"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Το ψάξιμο της ψυχής.

[Γυναίκα εμφανίζεται στην άκρη της σκηνής. Βγάζει δειλά το κεφάλι της και κοιτάει το κοινό. Γελάει ελαφρώς και εμφνανίζεται ολόκληρη. Είναι βουτηγμένη στο αίμα και περπατάει υποκριτικά γενναία. Κάθεται, και ανάβει τσιγάρο]


Ο άντρας μου...ήταν η ζωή μου. Ερωτευτήκαμε νέοι, σχεδόν παιδιά. Εγώ στα 16 και εκείνος στα 18. Νεανικοί, πλατωνικοί έρωτες, καταλαβαίνεις τώρα. Περπατάγαμε χεράκι-χεράκι στους δρόμους, τρώγαμε παγωτό και βλέπαμε την άδεια πόλη μας να σαπίζει, ονειρευόμενοι πως κάποια μέρα θα φεύγαμε. Και όντως, φύγαμε. Όταν ενηλικιώθηκα πια, με πήρε από το χέρι και το σκάσαμε σαν κηνυγημένοι.
[Σηκώνεται ζαλισμένη] Ω είμαι τόσο κουρασμένη. Τα κόκαλα μου πονάνε και κρυώνω φρικτά. Νιώθω αδύναμα τα πόδια μου..θα πέσω κάτω...Μα όχι! [ανεβαίνει τόνος] Του άξιζε! Ό,τι και αν έπαθε του άξιζε! Γιατί ο καθένας έχει χρέη να πληρώσει σε αυτή τη ζωή και εγώ τα δικά μου τα πλήρωσα! Ακούς?? Τα πλήρωσα!! [πτώση]
Όταν φύγαμε δεν ξέραμε που ακριβώς πηγαίναμε. Βάλαμε για σημαία τον έρωτα μας και πλεύσαμε στο άπειρο. Όμως ξεκίνησαν οι φουρτούνες. Δεν είχαμε σταθερή κατοικία -που να την βρούμε, άλλωστε δύο άνεργα παιδαρέλια?- δεν είχαμε χρόνο και δεν είχαμε καμία ειδίκευση. Σύντομα εκείνος έπιασε δουλειά σε ένα ξυλουργείο και εγώ με τις ταπεινές μου γνώσεις έραβα φορέματα σε μια βιοτεχνία. Μόλις αρχίσαμε να στεκόμαστε στα πόδια μας, ήρθε το πρώτο χτύπημα. Ο πατέρας μου πέθανε, και πριν περάσουν λίγες μέρες μέχρι να επισκεφθώ την μάνα μου, πέθανε και εκείνη.
[ανεβαίνει] Και εκείνος αντί να με παρηγορήσει, να με πάρει μια αγκαλιά, να με αφήσει να κλάψω στον ώμο του και να μου υποσχθεί ένα καλύτερο αύριο έκανε υπερωρίες! Μα τι άνθρωπος είναι αυτός? Εσείς θα το δεχόσασταν? Φυσικά και όχι!Ε..ούτε και εγώ το δέχτηκα..
[πτώση] Λοιπόν..το ξεπέρασα και αυτό χωρίς να βγάλω κουβέντα. Τι να έλεγα δηλαδή...δούλευε ο άνθρωπος. Η τουλάχιστον έτσι έλεγε. Η ζήλεια μέσα μου άρχισε να θεριεύει και οι υπερωρίες όλο και πολλαπλασιάζονταν. Δεν γύριζε σπίτι μέχρι τις 3 το ξημέρωμα μερικές φορές και 4. Ποτέ δεν βρήκα σημάδι πάνω του, ούτε κραγιόν, ούτε τίποτα. Όμως οι ενδείξεις αυξάνονταν και εγώ τρελαινόμουν. Δεν μου έδινε σημασία και όταν το συνειδητοποιούσε άρχιζε τις γλύκιες και τα μέλια και τα "αγάπη μου, λατρεία μου, μάτια μου". Δεν το έβλεπε ότι έβραζα, δεν έβλεπε ότι καταλάβαινα τις τυχαίες ματιές προς την πόρτα. Δεν ήξερε ότι έβλεπα μέσα του, ότι μπορούσα να συνειδητοποιήσω κάθε του κίνηση και πράξη. Όχι, όχι, δεν το έβλεπε. Ήξερα τα πάντα. Ποιά ήταν, γιατί αυτή, κάθε πότε, πώς...τα πάντα. Μου τα έλεγε και τα επιδείκνυε περήφανα μπροστά μου για να με δεί να πέφτω πρός τη σωτηρία της αγάπης μας.
[Παρανοικά] Γι' αυτό και μια μέρα, τρελαμένη από την ζήλεια...πήρα το μαχαίρι και άνοιξα το στήθος του να δώ αν είχε ακόμα καρδιά ή την είχε δώσει ολοκληρωτικά στην άλλη. Και ενώ εκείνος ούρλιαζε εγώ του φώναζα σε ποιά κόλαση είχε κάψει την ψυχή του, σε ποιό δαίμονα είχε ορκιστεί το μυαλό του, σε ποιό κορμί είχε χαρίσει το σώμα του. Ποιά χέρια, ποιά στήθη είχαν χαιδέψει αυτά τα μπράτσα που κάποτε με άγγιζαν και έτρεμαν από προσμονή? Και ούρλιαζε και φώναζα και κάρφωνα με μανία το μαχαίρι μου πάνω του ξανά και ξανά μέχρι που πλέον δεν υπήρχε αντίσταση. Του άξιζε! Όλα του άξιζαν! Με είχε τρελάνει, με είχε κάνει παρανοική απλά για να παίξει με μια κοπελίτσα που είχε τα μισά του χρόνια! Του άξιζε, του άξιζε σας λέω!
Η καρδιά του ήταν ακόμα εκεί. Η ψυχή του όχι. Και η μέρα αυτή...τυχαίνει... να είναι σήμερα!
[Παρανοικό γέλιο]

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Η πορεία του παιχνιδιού (Prt III)



Το κέντρο που είχε ονομάσει το πλάσμα, ήταν απλώς ο κρατήρας που είχε ανοίξει με την πτώση του. Το κοριτσάκι, πλέον, έτρεμε.
"Τι παιχνίδι θέλεις να παίξουμε?" Ρώτησε με δακρυσμένα μάτια που έσταζαν φόβο.
"Τίποτα ιδιαίτερο. Είναι απλώς ένα παιχνίδι που πρέπει να παίξουμε. Άλλωστε το ήξερες όταν με πλησίαζες" γρύλλισε μέσα από τα σάπια δόντια του. Το στόμα του ήταν άσχημα παραμορφωμένο.
"Βγάλε την τράπουλα." την διέταξε.
Η μικρή μας ηρωίδα δίστασε. Γιατί ήταν τόσο σημαντικός αυτός ο πάκος με τα χαρτιά? Τα νούμερα, τα χρώματα, ναι ήταν εντυπωσιακά, αλλά όχι τόσο.
Έπρεπε να σκεφτεί κάτι γρήγορα. Κάτι που θα έκανε το τέρας να αμφιβάλλει για την ίδια του την υπόσταση.
"Μα δεν ξέρεις να παίζεις!" αναφώνησε η μικρή!
Το τέρας γούρλωσε τα μάτια. Το στόμα του άνοιξε και σάλια έτρεξαν από τα πλάγια. Πράγματι, το σχέδιο της μικρής μας φίλης είχε πιάσει. Τον έβλεπε να στέκεται μπροστά της, θεόρατος, να μην καταλαβαίνει.
Πώς τολμούσε αυτή η μικρή να τον αμφισβητεί? Πώς αυθαδίαζε τόσο φανερά μπροστά του? Πώς μπόρεσε να αμφιβάλλει για την υπόσταση του?
Τον έβλεπε να θεριεύει, να μεγαλώνει μπροστά της από τον θυμό του. Τον είχε εξοργίσει.
"Τι είπες?" ψέλλισε το τέρας, μην παίρνοντας τα μάτια του από πάνω της.
"Είπα, ότι δεν ξέρεις να παίζεις." είπε φωναχτά το κοριτσάκι. "Κανείς δεν ξέρει, μόνο εγώ!"
Και τότε τον είδε να χαλαρώνει, και αν την κοιτάει αινιγματικά. Πίστευε ότι το σαμιαμίθι αυτό δεν αμφισβητούσε τον ίδιο, αλλά τον κόσμο. Είχε υπερυψώσει τόσο πολύ την νοημοσύνη της και τον εαυτό της που δεν ήξερε τι έκανε. Νόμιζε πώς η τράπουλα ήταν συγκεκριμένη, μονόδρομη και άτυχη. Ω, θα έβλεπε!
Το κοριτσάκι κοιτούσε με απορία την έκφραση του. Ανησυχούσε για το αν έπιανε το κόλπο.
Όμως το τέρας ακόμα δεν είχε καταλάβει.
Η μικρή έβγαλε την τράπουλα από την τσέπη της και την άφησε να γλιστρίσει για λίγο στα χέρια της.
"Θέλεις να σου μάθω?" φώναξε με χαρά, παίζοντας το θέατρο του παραλόγου. Θα τον έπειθε, ήταν τόσο κοντά!
Το πλάσμα την κοίταζε αποσβολωμένο. Το ίδιο κοριτσάκι που πρίν έτρεμε και ήταν τρομοκρατημένο, τώρα στεκόταν μπροστά του και χοροπηδούσε και χαιρόταν να του μάθει πώς να παίζει χαρτιά!
Ανήκουστο! Απίστευτο! Αδύνατο! Δεν θα τον έκανε αυτό το πιτσιρδόνι ό,τι ήθελε!
" Σαφώς...για μάθε μου." είπε χαιρέκακα το πλάσμα.
Το νεύμα, έδωσε ό,τι πληροφορία χρειαζόταν το κοριτσάκι. Από τα μάτια και μόνο κατάλαβε κάθε διάθεση, κάθε κίνηση που θα ακολουθούσε.
Είχε πλέον βρεί τον εαυτό του. Δεν θα ήταν αυτός ο άσχημος ο αρχηγός! Η ίδια ήταν, είναι, και θα είναι ο αρχηγός!
"Κοίτα...τα βγάζεις έτσι. Μόνο 3 κάθε φορά. Και τα απλώνεις, έτσι..."
Το κόλπο σιγά σιγά έπιανε. Τον μπέρδευε όλο και περισσότερο και η νύχτα είχε πέσει για τα καλά. Το πλάσμα δεν έβλεπε τι του έδειχνε, ότι και αν έλεγε εκείνη, το έπαιρνε ώς δεδομένο.
 Η μικρή μας ηρωίδα έβλεπε την έκφραση του δέους και της απορίας στα μάτια του. Τώρα ήταν η στιγμή.
"Κατάλαβες? Έλα να παίξουμε τώρα! Θα δου δείξω εγώ!"
Τον παρέσυρε σε ένα περίπλοκο μονοπάτι, σε ένα παιχνίδι χωρίς καμία λογική, χωρίς κανένα κανόνα και τον μπέρδευε όλο και περισσότερο. Χόρευε πλέον στους δικούς της ρυθμούς.
Λίγα λεπτά πρίν τελειώσει η τράπουλα, πρίν πέσουν τα τελευταία άσκοπα χαρτιά, τον κοίταξε στα απαίσια μάτια του.
"Θέλεις τώρα να κάνουμε μια συμφωνία?". Πήρε ένα αθώο βλέμα, πιο αθώο και από ανυπεράσπιστο ζώο.
"Όχι πριν παίξουμε και το δίκο μου παιχνίδι..." απάντησε με γέλιο το γλοιώδες πλάσμα.
Οι ελπίδες της έσκασαν σαν μια έκρηξη μέσα στη νύχτα. Τα χεράκια της και το πρόσωπο της χλώμιασαν μονομιάς, μα ήταν πολύ σκοτεινά για να το παρατηρήσει εκείνος.
"Όχι! Τώρα!" φώναξε με οργή. " Μου το υποσχέθηκες να με αφήσεις να φύγω! Το ήξερα, το έβλεπα μέσα σου! Ήξερα ότι ήθελες την τράπουλα αν έχανα, και θα με άφηνες να φύγω αν κέρδιζα! Κοίτα, κέρδισα!" και πέταξε στην στοίβα τα τυχαία χαρτιά που κρατούσε. " Κοίτα! Άσσος, Ντάμα κούπα και Σπαθί!"
Το τέρας έβαλε τα γέλια.

Και τότε η μικρή κατάλαβε. 
Εκείνος ήξερε. Δεν τον ξεγέλασε πότε.


"Μα μικρή μου, τα Καρό νικάνε...εσύ δεν το είπες?" και απίθωσε κάτω τρία τυχαία Καρό. Ξέσπασε σε ένα σατανικό γέλιο, πιο δυνατό από το προηγούμενο, πιο ηχηρό και τρομακτικό.
Το κορμάκι της μικρής μας φίλης σείστηκε ολόκληρο, μαζί και η γή.
 Απλό το πουθενά, ακούστηκε ένας κρότος, μια έκρηξη μέσα στην νύχτα που φώτισε το δάσος. Βγήκε ήλιος και εκείνη απότομα έκλεισε το προσωπάκι της στα χέρια της, όπως την πρώτη φορά που έκλαψε στην ρίζα του δέντρου. Ο κόσμος καιγόταν, καταστρεφόταν και εκείνη καθόταν ακίνητη, προφυλαγμένη στη γελοία της στάση σαν μωρό.
Το γέλιο συνέχιζε, της στοίχειωνε το μυαλό, αντηχούσε μέσα της... και εκείνη περίμενε.
Περίμενε.
Ξαφνικά οι ήχοι σταμάτησαν. Δεν ακουγόταν τίποτα. Κενό, ησυχία, κόφωση. Άνοιξε τα μάτια της και αντίκρυσε το χάος.
Το τέρας να στροβιλίζεται στην ατμόσφαιρα σε μια απερίγραπτη οργή θεού και της φύσης,να γελάει, να γελάει με ένα τόσο φρικτό και τραβηγμένο χαμόγελο που το στομάχι της αντέδρασε.
Έγειρε στο πλάι και άφησε το σώμα της να εκτονωθεί.
Πρίν αποκτήσει ξανά την ακοή της και γυρίσει μπροστά, ένα χέρι της ακουμπούσε απλά τον ώμο για να της τραβήξει την προσοχή.
Ένα αγοράκι με βαθιά καστανοπράσινα μάτια στεκόταν από πάνω της, με την τράπουλα της στα χέρια του.
"Αυτό έψαχνες?" είπε με την πιο μελωδική φωνή που είχε ακούσει ποτέ.




Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Το σκηνικό του τρόμου



Εκείνη τη μέρα θα πηγαίναμε σινεμά. Μου είχες πεί ότι είχες βρεί μια υπέροχη ταινία, από εκείνες που μου άρεσαν, από εκείνες τις περίεργες με τα πολλά πρόσωπα και τους δολοφόνους. Σε έβλεπα να με κοιτάς και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να στο πώ. Θα σε έκανε τόσο ευτυχισμένο μα και τόσο λυπημένο ταυτόχρονα. Σε όλη την ταινία δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου και εσύ ακόμα με κοιτούσες να γελάω αχνά χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί.
Βγήκαμε έξω στο διάλλειμα και βαλθήκαμε να κοιτάμε τις αφίσες παλιών ταινιών. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιές ήταν αλλά εσύ, τις ήξερες όλες και εγώ σε θαύμαζα με ένα αθώο παιδικό ύφος. Άρχισες να μου λές ιστορίες από την εποχή που ήσουν παιδί. Πέρασες δύσκολα χρόνια τότε, το ξέρω, μου το είχες ξαναπεί όταν σε είχα πρωτογνωρίσει. Ο πατέρας σου πέθανε πρίν σε γνωρίσει και η μητέρα σου σε εγκατέλειψε λίγα χρόνια μετά αφού δεν μπορούσε να σε συντηρήσει. Μεγάλωσες σε μια φάρμα, έξω από το Κεντάκυ, σε ένα ζευγάρι που σε αγάπησε περισσότερο από όσο θα μπορούσα ποτέ εγώ να σε αγαπήσω. Κάθε φορά που μου έλεγες την ιστορία τα μάτια σου έλαμπαν και τα σωθικά σου έσπαγαν σε μια προσπάθεια να μην χυθεί αυτή η λάμψη στα μάγουλα σου. Σου έπιασα το χέρι και σου είπα ότι όλα ανήκουν πια στο παρελθόν. Ό,τι και αν είχε γίνει, εγώ θα ήμουν εκεί πλέον. Το ήξερα, μα πάνω απ' όλα, το ένιωθα ότι τίποτα δεν ήταν καλά και πώς έπαιρνα μεγάλο βάρος πάνω μου, αλλά ήθελα να το κάνω. Άλλωστε είχα τα καλύτερα νέα να σου αναγγείλω.
Μπήκαμε ξανά στην αίθουσα μόλις χτύπησε το κουδούνι και καθίσαμε στις ίδιες θέσεις. Κάτι είχε αλλάξει μεταξύ μας. Δεν με κοιτούσες πια καθόλου, και έμενες σιωπηλός ότι και αν έκανα. Ένιωθα τους παλμούς σου να χτυπούν φρενιασμένα και άρχισες να ιδρώνεις. Όταν η ταινία μπροστά μας έσβησε απότομα γύρισα και σε κοίταξα με αγωνία.
"Και τώρα τι?" σε ρώτησα.
"Τίποτα. Τίποτα απολύτως" ψέλλισες ενώ γύρισες να με κοιτάξεις με το πιο παγωμένο βλέμμα που είχα δει ποτέ.
Ο κόσμος γύρω μας αγχώθηκε, αναδεύτηκε. Ακούστηκε ένα βουητό σαν να έβγαινε από τα σπλάχνα της γής και εγώ πιάστηκα σφιχτά από το μπράτσο σου. Η αίθουσα σείστηκε, σαν να ήθελε να μας αποτινάξει όλους από μέσα της. Άρχισαν να τρέχουν έξω και σε τράβηξα. Ήσουν ακίνητος σαν πέτρα και χλωμός. Σου φώναζα, "αγάπη μου, έλα σε παρακαλώ, πάμε έξω, λατρεία μου κινδυνεύουμε έλα," μα εσύ, τίποτα. Δεν ήθελες να κουνηθείς. Έκανα να φύγω και εκείνη την στιγμή μου άρπαξες το χέρι. Πρίν γυρίσω να σε κοιτάξω σκέφτηκα ότι το κόλπο μου έπιασε, είχα καταφέρει να σου αποσπάσω την προσοχή. Μα όταν σε είδα κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω όσο πιο γρήγορα γινόταν από κοντά σου. Τα μάτια σου είχαν γουρλώσει και το πρόσωπο που τόσο αγάπησα είχε διαστρεβλωθεί σε μια γκροτέσκα, σκοτεινή μορφή που με κοιτούσε απειλητικά. Μου ξέφυγε μια κραυγή και κατάφερα να χαλαρώσω την λαβή σου τραβώντας απότομα το χέρι μου.
Η μόνη μου σωτηρία ήταν τα πόδια μου. Σκόνταψα πολλές φορές ενώ σε άκουγα από πίσω μου να βρυχάσαι και να φτύνεις καθώς προσπαθούσες να παραμερίσεις το πλήθος που βρισκόταν σε έκσταση. Προσπάθησα να ανέβω τις σκάλες, γλίστρισα σαν παιδάκι, και έπεσα κάτω. Η μύτη μου μάτωσε και κανείς δεν σταμάτησε να με βοηθήσει. Ήταν σαν αυτή η τυχαία αίθουσα σε αυτό το τυχαίο σινεμά να είχε εκπέμψει κάποιο αέριο που έκανε τους πάντες τρελούς. Τους πάντες εκτός από εμένα.
Σηκώθηκα όπως μπορούσα και έφτασα επιτέλους έξω. Μια γυναίκα με στολή σερβιτόρας του 60 στεκόταν μπροστά από την είσοδο με γυρισμένη την πλάτη. Η πόλη ήταν άδεια, και είχε ξαναβγεί ο ήλιος, παρ' όλο που δεν είχαν περάσει καν δύο ώρες από την ώρα που σκοτείνιασε. Σαν ταινία, οι δρόμοι που έφτανε το μάτι μου ήταν σκονισμένοι, βρώμικοι και άδειοι. Εφημερίδες σκορπισμένες εδώ και εκεί, και ένα ελαφρύ αεράκι να περικυκλώνει το χαμένο χώρο. Πλησίασα την σερβιτόρα η οποία φαινόταν να μιλάει στο κενό. Πέρασα μπροστά της, ακουμπώντας την απαλά και αντίκρυσα το ίδιο το χάος στο πρόσωπο της.
Τα χαρακτηριστικά της είχαν λιώσει σε ένα ανάποδο χαμόγελο, ενώ τα μάτια της χύνονταν πρόστυχα στα σάπια μάγουλα της. Μια άναρθρη κραυγή ξέφυγε από τα μαυρισμένα χείλη της και εγώ άρχισα ξανά να τρέχω, να γλιτώσω από αυτόν τον παραμορφωμένο εφιάλτη. Το πλήθος στο σινεμά προσπαθούσε να βγεί και να τρέξει και αυτό, μα κάτι το εμπόδιζε. Δεν ξέρω ακόμα και σήμερα γιατί απλά δεν άνοιγαν τις πόρτες. Ήταν σαν να είχαν παραλύσει και τα χέρια τους να μην λειτουργούσαν πλέον. Με διέκρινες φευγαλέα όταν ήρθα αντιμέτωπη με τον τρόμο και ούρλιαξες από προσμονή. Έσπασες τις πόρτες και άφησες το ξέφρενο κύμμα από παραζαλισμένους ανθρώπους να ξεχυθεί στους δρόμους.
Και εγώ συνέχισα να τρέχω, με εσένα από πίσω μου να κραυγάζεις, να ουρλιάζεις, να σου φωνάζω πώς με τρομάζεις και να μην με ακούς...
Προσπάθησα να σε κάνω να χαθείς. Θυμάμαι ξεκάθαρα τα στενά του βρώμικου λιμανιού που σε οδήγησα μα εσύ με μύριζες. Ακολουθούσες την αχνή όψη της οσμής μου και σχεδόν στρατηγικά, ανίχνευες τον χώρο γύρω σου για να με εντοπίσεις. Δάκρυα αυλάκωναν τα μάγουλα μου και η καρδιά μου σπάραζε αλλά δεν σε ένοιαζε. Δεν διέσχισαν σκιές τα γαλανά σου μάτια, ούτε πληγώθηκε η ψυχή σου στο βωμό της αγάπης μας. Απλά συνέχισες να με κυνηγάς ενώ έτρεχαν τα σάλια από τις άκρες του στόματος σου. Σωστό αγρίμι.
Σαν τελευταία προσπάθεια διαφυγής, έτρεξα όσο άντεχα προς το δικό μου οχυρό, το σπίτι μου. Με το ζόρι κρατήθηκα όρθια και αναζήτησα τα κλειδιά μου στην βαθιά τσέπη που κοσμούσε το φόρεμα μου. Η ανάσα σου που ακουγόταν τόσο κοντά μου, μα και τόσο μακρυά μου ταυτόχρονα με άγχωνε και μου πήρε αρκετή ώρα μέχρι να καταφέρω να ανοίξω την πόρτα. Ούρλιαζα κάθε φορά που τα χέρια μου έτρεμαν και δεν έβρισκαν τον στόχο και αυτό σε βοηθούσε να με βρείς. Όταν επιτέλους άνοιξα, αντίκρυσα το τελειωτικό χτύπημα της παράνοιας.
Στον άδειο χώρο μπροστά μου οι τοίχοι είχαν βαφτεί κάτασπροι και ένα ογκώδες, ψηλό έπιπλο στεκόταν δίπλα στον τοίχο. Πίνακες στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κρεμόντουσαν αφύσικοι πάνω στον τοίχο μπροστά και δεξιά του επίπλου. Δύο μίζερες, αποστεομένες κοπέλες καθόντουσαν δίπλα δίπλα στο ογκώδες έπιπλο, και κοιτούσαν το κενό. Η γυμνία τους τις έκανε να τρέμουν και να κλάινε κάτω από το αδηφάγο βλέμμα ενός δυνάστη ζωγράφου, που ζωγράφιζε χωρίς χρώμματα.
Η σκηνή με τρέλανε. Τα μάτια μου δεν νοούσαν την κατάσταση, δεν αντιλαμβάνονταν το περιστατικό και γι' αυτό του εναντιώθηκαν την στιγμή που το πρωτοείδαν. Όρμησα φρενιασμένα πάνω στους στοιβαγμένους πίνακες και τους έσκισαν με τα νύχια και τα δόντια μου. Οι κοπέλες τρόμαξαν από την αναμαλλιασμένη και βρώμικη όψη μου αλλά δεν αντέδρασαν. Παρέμειναν ακίνητες, τα αποστεομένα, περήφανα μοντέλα ενός τρελού αχρήστου. Ο ζωγράφος με κοιτούσε με απόλυτη απάθεια, λές και οι πίνακες δεν ήταν δικοί του, σαν να μην τον ενδιέφερε ούτε στο ελάχιστο. Γύρισα και τον κοίταξα με τον θυμό να ξεχειλίζει από τα σωθικά μου και εκείνη την στιγμή ακούστηκε ένας απίστευτος κρότος.
Στεκόσουν εσύ, πίσω μας έχοντας σπάσει την πόρτα και εισβάλει μέσα. Ο παρανοικός ζωγράφος χαμογέλασε και κούνησε ενδεικτικά το καθαρό πινέλο του στη μεριά σου. Σαν υπνωτισμένος υπάκουσες, και έκατσες και εσύ στο ογκώδες έπιπλο δίπλα στα μοντέλα. Ακίνητος, με μάτια που γυάλιζαν σαν να ήταν φτιαγμένα από λευκό γυαλί.
Τελικώς, απευθυνόμενος σε εμένα, ο ζωγράφος έκρωξε με την πιο σατανική φωνή που έχω ακούσει ποτέ μου να κάτσω κάτω, στην βάση του επίπλου. Τα χείλη του δεν κινήθηκαν ούτε στιγμή, μα η φωνή του ακούστηκε καθάρια στο μυαλό μου. Χωρίς να το θέλω, γδύθηκα με αηδία και φρίκη και έκατσα στο πάτωμα. Ο μικρός Θεός μας κοίταξε, χαμογέλασε και πάλι, και ξεκίνησε τον αόρατο πίνακα του, με τα αόρατα χρώματα του, από την αρχή. Τα δάκρυα των κοριτσιών από πάνω μου ράντιζαν τα μαλλιά μου αλλά δεν μίλησα.
Όσο περνούσαν οι μήνες και εμείς μέναμε εκεί, αναλλοίωτοι και ακίνητοι, η κοιλιά μου φούσκωνε. Δεν στο  είπα ποτέ, τελικά, ότι είμαι έγγυος. Η συνεχής αλλαγή στο σκηνικό του τρόμου που είχαμε συνθέσει, έστελνε τον ζωγράφο κάθε μέρα σε έκσταση, την ίδια που είχαν αντιμετωπίσει τα μάτια μου μια μέρα πριν με σκοτώσει.
Γιατί, αυτό το σκηνικό του τρόμου, μόνο αιώνιος θάνατος μπορεί να είναι.


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Χωρίς Λόγο



Μα κάθε φορά που κουνιόταν, ο πόνος σούβλιζε τα πλευρά του σαν να τον διαπερνούσε μια λάμα από κακόβουλο ψύχος. Κάθε φορά που έκανε οποιαδήποτε κίνηση, το σώμα του του θύμιζε ότι πλέον δεν είχε αντοχές, δεν είχε το κουράγιο να αντέξει το βάρος της κατάστασης. Δεν θα έφτανε ώς το τέλος. Σύντομα θα πέθαινε και θα γλίτωνε από την ανάμνηση της πτώσης, της μετάνοιας και του πόνου.
Ήταν εκείνο το βράδυ που μη έχοντας τίποτα παραγωγικό να κάνει, είχε βγει μια βόλτα στο πάρκο να ηρεμήσει το μυαλό του. Η δουλειά δεν πήγαινε καλά, αυτό ήταν πια γνωστό και σύντομα η τέχνη του θα αποτελούσε παρελθόν. Οι καιροί ήταν δύσκολοι, ποιός ξόδευε πλέον έστω και μια δεκαρούλα για πολύπλοκα θεατρικά και δύσκολα διηγήματα? Άλλωστε είχε περάσει καιρός από την τελευταία του έκδοση, που μπορούσε να παραδεχτεί και ο ίδιος ότι ήταν ένα μεγαλειώδες φιάσκο. Έπρεπε απλώς να το δεχτεί. Ο κόσμος δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον πλέον για το συγγραφικό του ταλέντο. Όσο πιο γρήγορα το δεχόταν, τόσο πιο γρήγορα θα εξοικειονόταν με την ιδέα να αναζητήσει την τύχη του σε κάποιο άλλο επαγγελματικό κλάδο, μακρυά από τον καλλιτεχνικό χώρο και την αβεβαιότητα που προσέφερε.
Απορροφημένος λοιπόν από τις σκέψεις του, και προχωρώντας όλο και βαθύτερα στο πάρκο της γειτονιάς του, η έμπνευση εισέβαλε στο κουρασμένο του κεφάλι, και ξεκίνησε να πλέκει πιθανότητες και τραγωδίες, γέλιο και πόνο, χαρά και θάνατο, εκατοντάδες, χιλιάδες, αναρίθμητες πιθανότητες ιστοριών με άπειρους χαρακτήρες και άπειρα περιστατικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απόλυτη κατάρρευση του προσώπου. Ανέκαθεν τους χαρακτήρες του, τους σκότωνε ή τους τρέλαινε. Κάποια φυσική η παραφυσική πλοκή προκαλούσε την σταδιακή κατάρρευση και παράνοια του άτυχου μυαλού του χαρακτήρα. Συνήθως πιο πρίν δηλωνόταν η καλή φυσική και νοητική κατάσταση του εξιλαστήριου θύματος για να γίνει πιο τραγική η κατάληξη. Και φυσικά, στο τέλος, στις τελευταίες συνήθως λέξεις πετούσε και τίποτα πιο μυστηριακό και αινιγματικό, έτσι, για να αφήσει μια τρομακτική αίσθηση στον αναγνώστη ή στον θεατή. Αυτό ήταν το αγαπημένο του σημείο.
Είχε αφήσει στα νιάτα του πολλά ανολοκλήρωτα έργα, κυρίως γιατί οι εφηβικές ορμόνες δεν του επέτρεπαν την αφοσίωση στο αντικείμενο. Το ταλέντο του είχε αναγνωριστεί σχετικά νωρίς και έκτοτε, έκρυψε τις αδυναμίες και τα πάθη του στην σκιά του. Σαν ντροπαλός χαρακτήρας ποτέ δεν μιλούσε εύκολα, ούτε ξεκινούσε συζήτηση, μα ούτε και προσπαθούσε για την ανθρώπινη επαφή. Δεν το παραδεχόταν, αλλά στην πορεία θα καταλάβαινε ότι βρισκόταν στα πρώιμα στάδια κατάθλιψης, καθώς πλέον ήταν 42 χρονών και ακόμα τραγικά μόνος. Ποτέ του δεν παντρεύτηκε, ούτε και έκανε παιδιά. Διάολε, δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ακουμπήσει γυναίκα. Όμως κάθε φορά που τον έπιανε το παράπονο, και στριφογυρνούσε στο μυαλό του η σκέψη ότι αυτός έκανε το λάθος και η ζωή του κατέληξε τόσο μίζερη, έβρισκε ξανά κάλυμμα στο έμφυτο ταλέντο του και δικαιολογούσε τον εαυτό του, σαν αδιάβαστο σχολιαρόπαιδο το πρωί της Δευτέρας. Ήταν από τις χειρότερες του μέρες όταν συνέβαινε αυτό. Κάπως έτσι βρέθηκε να περιφέρεται άσκοπα σε ένα σκοτεινό, μουντό πάρκο θρηνώντας τα εξίσου άσκοπα χαμένα του χρόνια και γεμίζοντας για ακόμη μια φορά το κεφάλι του με ψεύτικα πλασμένα πρόσωπα, παρηγορώντας τον εαυτό του. Αυτή ήταν η δική του πραγματικότητα.
Τα δέντρα γύρω του σχημάτιζαν σκιές στους τοίχους των διπλανών κτηρίων και του θύμιζαν τις φορές που είχε συνθέσει στα νιάτα του ένα μαύρο κουκλοθέατρο. Τα παιδιά ξετρελαίνονταν με αυτό. Μια τόσο λιτή, χοντροκομμένη φιγούρα μπορούσε να φέρει συναισθήματα στην επιφάνεια, συναισθήματα που μόνο μέσω των χαρακτήρων του είχε καταφέρει να ζήσει. Σε συνδυασμό με τα αχνά φώτα που διακρίνονταν ελάχιστα στην υγρασία της νύχτας, το τοπίο θα χαρακτηριζόταν το λιγότερο, μαγικό. Αν και δεν ήταν λάτρης του σκοταδιού, αυτή η ώρα της ημέρας αναγκαστικά έφερνε στο μυαλό του απόκοσμες υπάρξεις και τραγικά επεισόδια..που φυσικά όλα λάμβαναν μέρος στα βάθη του μυαλού του. Ποιός χαρακτήρας θα υπέφερε στην άβυσσο της τρέλας αυτή τη φορά? Ποιανού το μυαλό θα βασάνιζε μέχρι θανάτου? Η απάντηση στην ερώτηση αυτή δεν έμελλε να είναι παρά μόνο “ο εαυτός σου” και βαθιά μέσα του το ήξερε. Ο επικείμενος κίνδυνος όμως, δεν ήταν αρκετά φανερός για να τον υποψιάσει. Φαίνεται πώς οι σκέψεις του τον είχαν αποσπάσει αρκετά από την πραγματικότητα και τώρα πλέον βάδιζε σε δρόμους που, όπως έλεγαν οι ντόπιοι, έκρυβαν πολλά μυστικά. Και ποιός μπορεί να είναι τόσο ανόητος, να τους βαδίσει τόσο απερίσκεπτα?
Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να παρατηρήσει ότι πλέον γύρω του δεν υπήρχαν ξεκάθαρα φώτα. Οι δρόμοι είχαν πλέον σκοτεινιάσει σε βαθμό να μην ξέρει που πατάει. Την πρώτη φορά που σκόνταψε δεν ενοχλήθηκε, ούτε όταν βούλιαξε το πόδι του σε λακούβα με λασπόνερο. Η στιγμή που άρχισε να νιώθει μια απειλή να πλανιέται στην ατμόσφαιρα ήταν όταν συνειδητοποιήσε πώς πλέον δεν υπήρχαν ήχοι πόλης. Καμία πόλη δεν είναι απόλυτα ήσυχη, πόσο μάλλον η δική του που έχει ξεπεράσει το πολεοδομικό όριο κατοίκων της από τότε που καταστράφηκε το Δυτικό Βερολίνο λόγω αποτυχημένης κυβέρνησης.
Πρίν από περίπου μια δεκαετία το κύμα μετανάστευσης ήταν αβάσταχτο, αναγκάζοντας την πόλη να διευρύνει τους ορίζοντες τις ενσωματώνοντας παλιές, υποανάπτυκτες, περιφερειακές περιοχές, περιοχές που αποτελούσαν απαγορευμένα όρια για έναν νομοταγή πολίτη. Εκείνος είχε μεταναστεύσει λίγο πρίν την μεγάλη καταστροφή, στην συγκεκριμένη πόλη, χωρίς να γνωρίζει που ακριβώς πάει και τι ζωή θα βίωνε εκεί. Το μόνο που τον ενδιέφερε είναι ότι ήταν ομόγλωσση, αν και του είχε φανεί περίεργο καθώς όλη η υπόλοιπη χώρα μιλούσε μόνο Ιταλικά. Ο ίδιος δεν αντιμετώπισε πρόβλημα λόγω της έμφυτης αγάπης τους για τις γλώσσες, συνεπώς ταξίδευε συχνά στην υπόλοιπη χώρα, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει σχεδόν καθόλου την ίδια του την πόλη. Γι' αυτό και εκείνο το βράδυ, θα επιβεβαίωνε και ο ίδιος ότι είχε πλέον απόλυτα χαθεί.
Η αίσθηση του ότι πλέον δεν είχε τον έλεγχο τον έκανε να βγει από τις σκέψεις του και να κοιτάξει γύρω του απορημένος. Φυσικά και δεν θυμόταν πώς είχε καταλήξει στα στενά του παλιού λιμανιού, σε εκείνα τα στενά που το μόνο φώς το οποίο σε βοηθούσε το βράδυ ήταν αυτό του φεγγαριού. Για κακή του τύχη, εκείνο το βράδυ, φεγγάρι δεν υπήρχε. Βάδιζε απολύτως μόνος, χαμένος, στα σκοτεινά. Οι πέτρινες πλάκες που τον περικύκλωναν από τα γύρω κτήρια είχαν φθαρεί από τον καιρό και τις πλημμύρες κάνοντας την επιφάνεια τους να φαίνεται σάπια και μουχλιασμένη. Κάποιο είδος φυτού αναπτυσσόταν ανάμεσα στις χαραμάδες τους, και έμοιαζε σαν να δέσποζε εκεί καρτερικά περιμένοντας το επόμενο θύμα που θα ήθελε να κόψει κάποιο από τα μικροσκοπικά λουλουδάκια του. Αγκάθια κάλυπταν την περισσότερη επιφάνεια του φυτού, σκούρα και γερά. Καθώς περιεργαζόταν την πρωτοφανή για εκείνον χλωρίδα της παρακμιακής γειτονιάς, άκουσε ξαφνικά βήματα από πίσω του. Ερχόντουσαν γρήγορα και νευρικά πρός το μέρος του, κουβαλώντας μαζί τους μια ογκώδης σκιά που στο σκοτάδι δύσκολα διακρινόταν.
“Παρακαλώ...ποιός είναι εκεί?” είπε με όσο το δυνατόν πιο σταθερή φωνή. Ευχόταν το τρέμουλο στα χέρια του να μην φαινόταν στο σκοτάδι. Δεν ήθελε να καταλάβει κανείς την σύγχυση του που χάθηκε, ούτε τον παράλογο φόβο του για το σκοτάδι.
Τα βήματα δεν αποκρίθηκαν στο κάλεσμα του. Συνέχισαν να περπατούν γρήγορα και νευρικά, και εκείνος τα άκουγε όλο και πιο κοντά του. Ήταν σαν να προσπαθούσε κάποιος να ξεφύγει από κάτι που τον κυνηγάει, χωρίς όμως να βιάζεται τόσο πολύ για να τρέξει, ή να μην φοβάται καθόλου έτσι ώστε απλά να περπατήσει. Τα βήματα είχαν τον χαρακτηριστικό βηματισμό, τον χαρακτηριστικό ήχο που ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει πάμπολλες φορές στα κείμενα του. Το θύμα συνήθως περπατούσε με αυτό το βήμα όταν ένιωθε απειλή, όταν φοβόταν σαν παιδί, χωρίς όμως να θέλει να το δείξει. Ήταν το παιδικό, νευρικό βηματάκι σαν να ψάχνει την μαμά του ένα οχτάχρονο.
“Παρακαλώ...ποιός είναι? Που πάτε, έχετε χαθεί?” Το τρέμουλο άρχισε να ξεφεύγει από τα σωθικά του. Όσο πιο κοντά του άκουγε τους ήχους των βημάτων του αγνώστου ατόμου, τόσο πιο πολύ ένιωθε την ανάγκη να τρέξει ουρλιάζοντας προς οποιαδήποτε κατεύθυνση του φαινόταν πιο ασφαλής. Όντως, όμως, εκείνη την στιγμή το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κλείσει τα μάτια του, να πάρει μια βαθιά ανάσα και να μείνει εκεί, ακίνητος, ένα με τον τοίχο δίπλα στο περίεργο φυτό. Ο τοίχος γλιστρούσε λόγω της υγρασίας και η απότομη επαφή της πλάτης του με αυτόν, έκανε το σώμα του να μετατοπιστεί απότομα στο πλάι. Μια μικρή κραυγή του ξέφυγε καθώς ένιωθε αόρατα χέρια να απλώνουν τα δάχτυλα τους και να διατρέχουν όλο του το σώμα, σαν μια σκοτεινή μάζα από πυκνό καπνό να παραβίαζε τα ρουθούνια του και να γέμιζε τα ταλαιπωρημένα του πνευμόνια.
Τα βήματα σταμάτησαν ακριβώς εκεί, ακριβώς μπροστά του. Ένιωθε μάτια να στυλώνονται πάνω του γεμάτα μίσος, γεμάτα σκοτεινό πάθος που αναζητούσε ζεστό αίμα και σάρκα να μασήσει.
Σύνελθε! Ούρλιαξε η φωνή μέσα στο κεφάλι του.
Σύνελθε γιατί αν δεν ανοίξεις τα μάτια σου να αντιμετωπίσεις ό,τι ή όποιον είναι μπροστά σου, δεν σε βλέπω καλά!
Επέμεινε η φωνή της λογικής. Και η φωνή της λογικής από όσα μπορούσε να θυμηθεί συνήθως είχε δίκιο. Μια απόφαση ήταν άλλωστε. Τι μπορούσε να στέκεται εκεί μπροστά του? Κάποιο μικρό αβοήθητο κοριτσάκι που θα το ηρεμούσε, θα το ανέβαζε στην πλάτη του και θα πήγαιναν μαζί να βρούν τούς γονείς του. Κάποιο μικρό παιδί που θα ήταν τόσο παρανοϊκά αβοήθητο όσο και εκείνος και αντί να χρειαστεί να το παρηγορήσει αυτός, θα τον παρηγορούσε εκείνο.
Όχι! Ξανά το ουρλιαχτό στο κεφάλι του.
Εσύ είσαι ο ενήλικας, για όνομα του Θεού! Άνοιξε τα μάτια σου και βοήθα το παιδί!
Μα δεν υπήρχε τίποτα. Τίποτα, απολύτως τίποτα, κενό ησυχία. Καμία σκιά στο βάθος να πλησιάζει, κανένας ήχος να τον τρομάζει με το σταθερό ρυθμό του, κανείς να τον κυνηγάει, τίποτα. Απολύτως τίποτα. Πλέον από μέσα του αναδυόταν ο θυμός.
“Μα μου κάνετε πλάκα?” Κραύγασε στο πουθενά. “Είσαστε σοβαροί? Τέτοιο άγχος και φόβος για να μου κάνετε μια γαμημένη πλάκα? Ποιός είναι? Βγείτε βρε δειλοί από τις κρυψώνες σας, γίνετε άντρες!”
Όμως κανείς δεν απαντούσε, και τίποτα δεν φαινόταν να βγαίνει από κάποιο μυστικό σημείο. Ήταν μόνος του, το ίδιος μόνος του όπως και την στιγμή που έβγαινε από το σπίτι του, την στιγμή που βάδιζε στο πάρκο, και στο δρόμο με τα ψηλά δέντρα. Παρέμενε το ίδιο μόνος, όπως ήταν πάντα.
Έριξε το κεφάλι κάτω και προσπάθησε να συνέλθει. Αργά η πλάτη του σύρθηκε στον γλιστερό τοίχο και έκατσε στα λυγισμένα πόδια του βάζοντας το κεφάλι στις παλάμες. Τίποτε από όλα αυτά δεν μπορούσε να είναι αληθινό. Σωστά? Σωστά. Τίποτε δεν είχε ακούσει πραγματικά? Σωστά? Σωστά?
Τότε τι είναι οι ήχοι που ακούγονται?
Σήκωσε τα μάτια του που γυάλιζαν βουτηγμένα στην τρέλα και την έλλειψη λογικής για να αντικρίσει γύρω του μαζεμένους αιωρούμενους ανθρώπους. Ο καθένας από αυτούς είχε μεγάλα μαύρα απαθή μάτια, με ανοιχτά στόματα και σκούρα πρασινωπά δέρματα, αποτέλεσμα της σήψης. Η απόκοσμη μάζα ανέδιδε μια μυρωδιά θυμιάματος και βρεγμένου χώματος. Η αιώρηση δεν ήταν σταθερή και οι φιγούρες κινούνταν ατάκτως πάνω και κάτω, ενώ μερικές ήταν σαν να έσβηναν, σαν να είχαν χιόνια, όπως πολύ συχνά του συνέβαινε και του ίδιου με την τηλεόραση του. Ίσως στο μυαλό του, ίσως στην μεταφυσική ατμόσφαιρα των ψευδαισθήσεων με τις οποίες ερχόταν αντιμέτωπος, η φιγούρες αυτές να έβγαζαν από μέσα τους ένα περίεργο, υπόκωφο βουητό. Σαν οι φωνητικές χορδές των φαντασμάτων να είχαν διαστρεβλωθεί με τέτοιο τραγικό τρόπο που τα ανοιχτά τους στόματα να μπορούσαν να προκαλέσουν μόνο αυτόν τον ήχο.
Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα σπαραξικάρδιο ουρλιαχτό που έβγαινε απευθείας από την ψυχή του. Κάτι μέσα του είχε σπάσει, κάποιο μικρό κομμάτι του μυαλού του δεν ήταν στο σημείο που έπρεπε να είναι. Τα πόδια του τον έβγαλαν από αυτή την κινητή παράνοια που συνέχισε να τον ακολουθεί για πολύ δρόμο, μέχρι που εξαντλημένος έφτασε στο σπίτι του. Τα χέρια του είχαν λερωθεί από τα χώματα των δρόμων, καθώς και το τζιν του. Έπεσε πολλές φορές στην προσπάθεια του να βγει από εκείνο το βρώμικο λιμάνι, και να φτάσει έστω και σωματικά σώος στο σπίτι του.
Μα σίγουρα, σίγουρα τα πράγματα μόνο χειρότερα θα μπορούσαν να εξελιχθούν.
Ω, αλήθεια. Το ήξερε. Ήταν μόνο η αρχή.


Το πρωί, το κεφάλι του το ένιωθε κάτι παραπάνω από τεράστιο και βαρύ. Το ένιωθε παραβιασμένο. Σπασμένο. Ραγισμένο. Προσπάθησε να σηκωθεί μα το μόνο που συνάντησε ήταν τραγική αντίσταση. Σαν να του κρατούσε κάποιος το κεφάλι κάτω, αφού το είχε γεμίσει με άμμο. Σύρθηκε και έπεσε από την ασφάλεια του κρεβατιού, στο οποίο δεν θυμόταν καν πώς είχε βρεθεί. Χωρίς να το περιμένει, πέφτοντας αντίκρισε άλλο ένα κορμί δίπλα του. Ένας ξαπλωμένος άνδρας βρισκόταν σε ένα ντιβάνι δίπλα στο κρεβάτι του. Ένας άνδρας που μόλις τώρα ξυπνούσε, και δεν μπορούσε με τίποτα να αναγνωρίσει.
Χωρίς πια να μετράει καθόλου το πώς ένιωθε το κεφάλι του, τινάχτηκε πάνω με γουρλωμένα μάτια. Έτρεξε στην κουζίνα του, κατά τα άλλα μικρού διαμερίσματος του, και αναζήτησε με πανικό το τηλέφωνο του. Έριξε μια ολόκληρη στοίβα με χαρτιά, χτύπησε μια καρέκλα που βρισκόταν μπροστά του, μα το χάος του διαμερίσματος του όσο και αν παραγκωνιζόταν δεν θα φανέρωνε το τηλέφωνο. Γιατί το τηλέφωνο βρισκόταν στο χέρι του ήρεμου άντρα που ερχόταν νυσταγμένος από το δωμάτιο του.
“Αυτό ψάχνεις?” είπε ψύχραιμα, τείνοντας το χέρι του. Έκλεισε τα μάτια και χασμουρήθηκε δυνατά.
Το φρενιασμένο βλέμμα του φαίνεται πώς τρόμαξε τον συνομιλητή του. Μα πώς τον έλεγαν? Δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς τον έλεγαν. Γιατί για να βρίσκεται εκεί, άνετος και ψύχραιμος, του προσφέρει το τηλέφωνο για όνομα του Θεού, αυτόν τον άνθρωπο τον ήξερε και δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιός είναι!
“Είσαι καλά...?” ρώτησε ο άγνωστος με ένα βλέμμα έντονης ανησυχίας. Τώρα πλέον πραγματικά ανησυχούσε.
“Ναι, ναι, είμαι μια χαρά. Πρέπει να πάω στο μπάνιο.”
Έκανε να φύγει περνώντας από δίπλα του, και ο άγνωστος τον λοξοκοίταξε με περιέργεια.
Δεν πειράζει, όλα είναι καλά. Απλά πρέπει να συνέλθεις. Όπως και εχθές, απλά έχεις κολλήσει. Τα παθαίνουν αυτά οι συγγραφείς.
Όχι. Δεν έπιανε. Δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό του ότι όλα ήταν καλά. Δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό του ότι θα θυμόταν ποιός ήταν αυτός ο άνδρας και τι έκανε στο διαμέρισμα του. Μα πάνω απ' όλα...δεν θυμόταν το ίδιο του το όνομα.
Μάρκ...όχι. Μάικ...όχι, όχι, σίγουρα όχι. Μικέλ! Όχι, δεν ήταν Λατίνος..όχι, όχι, δεν συνέβαινε αυτό, δεν γίνεται να έχει ξεχάσει το όνομα του!
Η γρήγορη ματιά που έριξε στον καθρέφτη του μπάνιου δεν του θύμισε τίποτα από τον παλιό εαυτό του. Μπροστά του βρισκόταν ένας άγνωστος άνδρας, το ίδιο άγνωστος με τον άνδρα που τώρα έπινε καφέ στην κουζίνα του. Πρόσταξε τον εαυτό του να συγκεντρωθεί. Δεν ήταν φυσιολογικό να μην θυμόταν το όνομα του. Δεν ήταν φυσιολογικό να μην ξέρει ποιός ήταν αυτός εκεί μέσα. Δεν ήταν φυσιολογικό, τίποτα από όλα γύρω του δεν ήταν φυσιολογικά. Ο κόσμος καταστρεφόταν, και τον έβρισκε στο κέντρο.
Τα χέρια του αυτόματα βρήκαν τον δρόμο τους αγκαλιάζοντας το κεφάλι του. Έσυρε την πλάτη του αργά στην πόρτα του μπάνιου και έκατσε κάτω με ένα μικρό τράνταγμα. H κίνηση αυτή, του θύμισε το χθεσινό βράδυ και ένας αναστεναγμός σκαρφάλωσε στα χείλη του από την ανάμνηση. Πρώτη φορά ένιωθε πραγματικά συναισθήματα, πραγματικές εμπειρίες. Δεν ήταν δημιουργήματα του μυαλού του, δεν τα ζούσε κάποιος ψεύτικος φανταστικός χαρακτήρας, δεν τα άλλαζε αυτός όπως ήθελε, τίποτα από όλα αυτά δεν τα προκαλούσε ο ίδιος. Του συνέβαιναν πραγματικά, και αυτός δεν ήξερε τι να κάνει. Μα το Θεό, δεν θυμόταν το ίδιο του το όνομα. Το όνομα που τον συντρόφευε εδώ και τόσα χρόνια.
Περίμενε. Πόσα χρόνια?
Τον έπιασε ξανά πανικός. Πλέον ήταν σίγουρος ότι η τρέλα είχε χτυπήσει την πόρτα του. Όλα έβγαζαν νόημα. Οι παραισθήσεις, οι ήχοι, η αμνησία, ένας Θεός ήξερε πώς έφτασε χθές σπίτι του, δεν θυμόταν το όνομα του ούτε καν την ηλικία του και...
“Όλα καλά εκεί μέσα?” φώναξε ο άγνωστος απ' έξω διακόπτοντας τις σκέψεις του.
“Ναι, φυσικά...σε λιγάκι βγαίνω” αποκρίθηκε. Κανείς δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα. Θα έβγαζε άκρη μόνος του. Σκούπισε τα μάτια του που είχαν δακρύσει, σηκώθηκε όσο πιο αποφασιστικά μπορούσε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Η μορφή του τον τρόμαζε, αλλά έπρεπε να την δεχτεί και να την βελτιώσει. Θα ζούσε με αυτήν για την υπόλοιπη ζωή του. Όπως ζούσε και όλα τα προηγούμενα χρόνια...χωρίς να το θυμάται.
Βγήκε έξω όσο πιο ήρεμα και χαρωπά γινόταν. Δύσκολο μεν, αλλά το είχαν κάνει χιλιάδες φορές οι χαρακτήρες του πριν από αυτόν. Αυτός δεν θα τα κατάφερνε? Αδύνατον. Πείσμωνε τόσο απελπιστικά εύκολα όσο ένα γαϊδούρι.
Ήρεμος και πάνω απ' όλα προσποιούμενος ψυχραιμία, πλησίασε τον άγνωστο που πλέον φαινόταν απερίγραπτα αγχωμένος και ανήσυχος. Για κάποιο περίεργο λόγο όλα ξαφνικά θα έβγαζαν νόημα αν παραδεχόταν μια απλή φράση. Μια απλή λέξη, που θα την ανέπτυσε σε μια πρόταση. Δύο λέξεις μόνο που έκρυβαν μέσα τους την αλήθεια όλου του κόσμου, την αλήθεια που θα τον λύτρωνε από την μιζέρια και το άγχος και τον φόβο που είχε φωλιάσει στην καρδιά του.
Είμαι τρελός.
Κοιτώντας με νόημα τον άγνωστο, προσπάθησε να το προσεγγίσει διαφορετικά. Αν το έλεγε ξεκάθαρα θα τον τρόμαζε. Τον έβαλε λοιπόν να κάτσει κάτω, για να μην τον ταράξει πολύ. Ήδη το βλέμμα του δήλωνε απόλυτη ταραχή. Ας έκανε σταθερά, μικρά βηματάκια. Ω, ας ήταν τόσο εύκολο όσο πίστευε. Ας ήταν τόσο εύκολο να πεί σε κάποιον που ήξερε και έμενε σπίτι του ότι του είχε στρίψει, ότι ήταν θεότρελος, διαταραγμένος, σαν τους χαρακτήρες που έφτιαχνε κάθε μέρα προσποιούμενος τον παντοδύναμο στην δική του μικρή μιζέρια. Ω, ας ήταν εύκολο να το παραδεχθεί.
Μα όχι, όχι...δεν θα ήταν. Κανείς δεν θα του έκανε την χάρη. Ξαφνικά, δεχόμενος την κατάσταση επαναλαμβάνοντας την μέσα του, ήθελε μόνο ένα πράγμα. Ήθελε απλά να τρέξει, να χαθεί κάπου στο κενό της πλάνης του, να μην χρειαστεί να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει. Να μην κάνει τίποτα.
Και χωρίς να λογαριάσει τίποτα και κανέναν, τινάχτηκε πάνω φρενιασμένος και άρχισε να τρέχει. Η αντίσταση που συνάντησε στο γυαλί του παραθύρου δεν τον πείραξε την δεδομένη στιγμή. Όσο περνούσε η ώρα όμως, η πτώση τον έσκιζε στα δύο και η καρδιά του ούρλιαζε από τρόμο. Τα μάτια του δάκρυσαν σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να συνειδητοποιήσει τι είχε κάνει μόλις. Είχε πέσει οικειοθελώς από ένα παράθυρο πολυκατοικίας. Μόνος του. Οικειοθελώς.
Ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα, και σταματώντας τον χρόνο το μετάνιωσε. Εκεί, στον αέρα, πέφτοντας στο χώμα, μετάνιωσε τον αυθορμητισμό της κατά τα άλλα αφύσικης κίνησης του. Γιατί δεν μίλησε σε κάποιον? Έστω γιατί δεν προσπάθησε λίγο ακόμα να το λύσει μόνος του? Καλύτερα να έβλεπε για όλη την υπόλοιπη ζωή του φιγούρες που δεν υπήρχαν, καλύτερα να μην θυμόταν καν ποιός είναι αλλά όχι, όχι αυτό. Δεν σκέφτηκε, όχι, δεν ήθελε να πεθάνει. Ήταν πολύ γρήγορη απόφαση, δεν έπρεπε να την πάρει.
Μα ήταν αργά πλέον. Εκείνος δεν θα μάθαινε το όνομα του αγνώστου και ο άγνωστος δεν θα καταλάβαινε ποτέ τι συνέβη, κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ τι ένιωσε σε μόλις λίγες ώρες. Θα μείνει στην ιστορία ώς ένας άγνωστος, μέτριος συγγραφέας που αυτοκτόνησε χωρίς λόγο. Χωρίς λόγο.
Όχι από τρέλα.
Χωρίς κανένα, απολύτως λόγο.


Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Θέλω να σε δώ να υποφέρεις.




Θέλω να δώ τα δάκρυα να κυλούν στο χονδρό και ατελές προσωπείο που έχεις στήσει.Να δώ το τσίρκο σου να χάνεται στην ομίχλη της θεικής οργής. Πρέπει να πέσεις, να χτυπήσεις, να πονέσεις, να παρακαλέσεις για βοήθεια. Καθώς τα σίδερα θα φυλακίζουν τα σωθικά σου και εσύ θα προσπαθείς να μην δείξεις πως πονάς, εγώ θα θερμαίνω το μέταλο που θα σε πυρώσει στο μέτωπο με την λέξη "ΠΡΟΔΟΤΗΣ". Θα γελάω σαν παρανοικός, σαν παιδί σε πάρκο και θα σε πονάω.

Θα βγάλω ένα ένα όλα σου τα δόντια και θα τα διασκορπίζω στο πάτωμα ενώ εσύ θα βλέπεις. Θα σε αναγκάζω εγώ να βλέπεις. Θα κόψω τα μαλλιά σου που τόσο αγαπάς, σε ένα δωμάτιο με χιλιάδες καθρέφτες και θα ουρλιάζεις. Οι τούφες σου θα συλλέγονται σε ένα κουβά που στο τέλος θα γεμίσει με πύρινες φλόγες. Χαρακιές θα στιγματίσουν το σώμα σου και θα δηλώνουν τις χειρότερες ιδιότητες σου. Ασέβεια, εκμετάλλευση, μίσος, ζήλεια, όλα θα φαίνονται στα πιο κρυφά και φανερά σου μέρη.

Το σώμα σου θα ατιμαστεί με κάθε πιθανό τρόπο. Θα ψάχνεις τα χαμένα σου κομμάτια, αυτά που έσπασες με δική σου θέληση και τα σκόρπισες, ένα σε κάθε κρεβάτι. Τα κομμάτιασες με μίσος, πιστεύοντας ότι έτσι θα κερδίσεις σεβασμό και καταξίωση. Θεώρησες ότι η συμβίωση με τον πόνο θα προκαλούσε δέος, και ότι η αναισθησία θα έκανε πιο εύκολη την χρήση ναρκωτικών. Όχι όμως.

Μα τι συμβαίνει άραγε κάθε φορά που πέφτεις το βράδυ να κοιμηθείς? Σε κατακλίζει η ευχαρίστηση του εαυτού σου? Σε τραβάει η δίνη της ικανοποίησης που επιτρέπει να μην αυτοτιμωρείσαι για τις πράξεις σου? Δεν έχεις κανένα ενδοιασμό άραγε? Και αν έχεις, τον λαμβάνεις υπ' όψιν σου για να μην επαναληφθεί? Γιατί προτιμάς να πληγώνεις από το να ευχαριστείς? Τι συμβάν σε κατέστρεψε τόσο πολύ που να θέλεις να εκδικηθείς το ανθρώπινο γένος?

Δεν έφταιγαν ποτέ οι άλλοι. Εσύ έφταιγες πάντα, όλα, εξ' αρχής, ήταν δικές σου πράξεις. Δικοί σου χειρισμοί, και παρ' όλο που ήξερες ότι ήταν λάθος εξακολουθούσες να τους επιλέγεις.
Γι' αυτό και η τιμωρία σου τώρα δεν είναι άδικη. Δεν είναι ούτε στο ελάχιστο.
Γι' αυτό και θα αφήσω το καλύτερο για το τέλος...

Θα σου γδάρω τον φλοιό των ματιών σου, και θα σε αναγκάσω να εισπνεύσεις τόση κοκαίνη... ω, τόση κοκαίνη και όπιο και θα σε βάλω να πάρεις πρέζα ενώ θα σε γδύνω από τις αμαρτίες σου βάζοντας φωτιά στο δέρμα σου.

Θέλω να σε δώ να υποφέρεις.


Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Μελλοντικές χρήσιμες συμβουλές, ώ Εαυτέ μου.

Καλησπέρα! Με θυμάσαι? Μα σαφώς και με θυμάσαι..με ακούς στο κεφάλι σου κάθε μερά!
Ας μην λέμε βλακειούλες όμως. Ας μπούμε στο θέμα. Το παρακάτω κείμενο είναι αφιερωμένο σε εσένα και μόνο εσένα. Γιατί τόσο καιρό κάθομαι και σε ακούω που μεμψιμοιρείς, εσύ, που σιχαινόσουν την λύπηση και την γκρίνια. Τόσο καιρό κάθομαι και ανέχομαι τα μούτρα σου μέχρι το πάτωμα. Αγανάκτισα! Θέλεις να σου δείξω τι είσαι εν έτη 2011?
"Μα πήρα φόρα..πήρα τραγική φόρα και κουτούλησα μεγαλειωδώς το κεφάλι μου στον τοίχο."
"Μα δεν βρέθηκε ένας να μου πεί πρόσεχε θα φάς τα μούτρα σου?"
"Και γιατί, ω Θεοί, γιατί στο διάολο την πήρα εγώ αυτήν την απόφαση?"


Ω ναι. Ω ναί. Εσύ κατέληξες έτσι. Και επειδή δεν θέλω πάλι του χρόνου τέτοια εποχή να κατηγορείς εμένα που δεν σε προειδοποίησα θέλω να έχω αποδείξεις προς υπεράσπιση μου. Και γι' αυτό σε αναγκάζω να ανεβάσεις αυτό το κείμενο, γιατί αν το αποθηκεύσεις απλά σε αρχείο θα πείς μια ωραία μέρα " δεν γαμιέται, το έγραψα σε κατάσταση υστερίας, ας το σβήσουμε!". Όοοοχι. Τώρα το δημοσιεύεις. Και ξέρω ότι ο τσαμπουκάς που έχεις δεν θα σου επιτρέψει να ρίξεις τα μούτρα σου κάτω και να το σβήσεις γιατί μετά θα ντρέπεσαι τον ιντερνετόκοσμο, ε? Σε έχω στο χέρι μουσίτσα!
Πάρε λοιπόν μια λίστα πραγμάτων που θέλω να προσέξεις στο πολύ κοντινό σου μέλλον. Γιατί ξέρω ότι σε μερικές εβδομάδες, ίσως και μέρες, να μην μπορείς να γράψεις, ούτε να βγείς, ούτε τίποτα. Δεν θα μπορείς καν να σκεφτείς, πόσο μάλλον να συλλογιστείς. Πάρε λοιπόν από τώρα την λίστα, γιατί ξέρω ότι και το καλοκαίρι θα είσαι τελείως αλλού για να δώσεις σημασία, να τα γράψεις και να τα κάνεις.


1) Ξέρω ότι είσαι χεσμένη. Ήσουν χεσμένη και πρίν και ας μην το έδειχνες. Θα συνεχίσεις να είσαι χεσμένη, αλλά στο λέω, όλα μια φούσκα είναι. Μια φούσκα που σε έχει στο κέντρο και αιωρήσαι χάνοντας την ισορροπία σου σε κάθε βήμα. Όμως θα σκάσει αυτή η φούσκα, και όταν προσγειωθείς στα πόδια σου θα είναι όλα πολύ καλύτερα, αρκεί με το σκάσιμο αυτό να επανακτήσεις και τον τσαμπουκά που σου πήρανε με την βία πέρυσι. Αλήθεια σου λέω, σου μιλάω νηφάλια, εμπιστεύσου με. Μην φοβηθείς τίποτα και κανέναν. Χίλιες φορές στο παρελθόν τα έβγαλες πέρα μόνη σου, έτσι θα κάνεις και τώρα.


2) Ξέχνα τους. Όλους. Μα όλους. Δεν θα σε ακολουθήσει κανεις. Δεν θα είναι εκεί κανείς. Μερικοί το ξέρεις και τώρα, δεν θα γυρίσουν ποτέ, αλλά δεν ήταν και ποτέ εκεί. Αυτό να το θυμάσαι πάντα, δεν ήταν ποτέ εκεί. Και ούτε αυτός που πιστεύεις θα είναι, ούτε ο άλλος που τόσο το θέλεις, ούτε εκείνη μα ούτε και Αυτός. Γι' αυτό φρόντισε να μεγαλώσεις ένα ζευγάρι αρχίδια και...α ξέχασα. Δεν θα είναι εκεί ούτε αυτή που νομίζεις. Όχι γιατί την άφησες, αλλά γιατί όντως δεν ήταν ούτε πέρυσι. Αλλά δεν μπορούσα να στο πώ τότε, γιατί πέρυσι την χρειαζόσουν. Φεύγοντας δεν μπορείς να κουβαλάς φορτίο. Θα είσαι υπερβολικά πολύ απασχολημένη και πίστεψε με, τα χειρότερα αρχίζουν.


3) Πάρε τα πάντα. Θέλω να πάρεις και το καβαλέτο σου, και τα σκίτσα σου, και τα βιβλία σου, και τα σύνεργα σου, και το μικρόφωνο και καλώδια και την κιθάρα, αφίσες, ρούχα, χαρτιά, φωτογραφίες τα πάντα. Δεν θα ξαναγυρίσεις, και ξέρω ότι δεν το θέλεις, αλλά πρέπει να το δεχτείς γιατί είναι γεγονός. Δεν θα ξαναγυρίσεις ποτέ πίσω, παρά μόνο για να πείς ένα γειά, να θυμηθείς ποια είσαι και να ξαναφύγεις. Δεν έχεις πλέον άσυλο, και σίγουρα δεν θα το βρείς εκεί. Πάρε λοιπόν τα πάντα, γιατί θα σου χρειαστούν και πίστεψε με, αυτά, θα είναι πάντα εκεί για εσένα όταν κανείς άλλος δεν θα είναι. Ίσως να μην έχεις χρόνο, αλλά σε παρακαλώ πάρε τα ΟΛΑ. Θα τα θέλεις υπερβολικά πολύ σε ορισμένες φάσεις.


4)Μην ξεχάσεις ποιά είσαι. Ξέρω ότι έχεις υπερβολική εμπιστοσύνη σε αυτόν τον τομέα στον εαυτό σου, και ξέρω ότι την μέρα εκείνη θα έχεις ακόμα περισσότερη παρ' όλο που θα είσαι κλασμένη, αλλά μην το ξεχάσεις ποτέ. Είσαι τα πάντα για τον εαυτό σου, και θυμάσαι πώς είναι να μην ξέρεις ποιά είσαι. Γι' αυτό στο λέω, και θα τσακωθούμε πολλές φορές για αυτό, αλλά άν ξεχάσεις ποια είσαι ορκίζομαι θα ξυπνήσω και θα σε σύρω πίσω μέχρι να συνέλθεις. Στο ορκίζομαι, σε ότι έχεις ιερό και σε ότι πιστεύεις, μα μην θεωρήσεις στιγμή ότι δεν θα το κάνω. Επίσης, μην ακούς πολύ Άσιμο εκεί. Θα σου γαμήσει το μυαλό και την ψυχολογία, και στην αρχή τουλάχιστον δεν θα μπορείς να το χειριστείς. Άσ' το. Άλλωστε μπορεί να σε φέρει σε επαφή με τις αριστερές παρατάξεις και, αλήθεια, δεν θές να γαμήσεις τόσο τραγικά πολύ το μυαλό σου.


5) ΜΗΝ, ΜΗΝ, ΜΗΝ αφήσεις την τέχνη. Θα φάς άπειρες φορές τα μούτρα σου, το ήξερες εξ αρχής, αλλά αυτό είναι που θές να κάνεις. Αλλιώς αν είναι να κλαψομουνιάζεις πάρε τον οματιών σου και έλα πίσω. Τουλάχιστον εδώ κάποιος θα σου πλένει, θα σου μαγειρεύει και θα σε νταντεύει. Αυτό θές? Όχι? Ωραία τότε βγάλε τον σκασμό και φάε το αγγούρι. Θα περάσει, και όταν περάσει θα δείς, θα είναι μεγαλειώδες. Άλλωστε έφαγες ήδη ένα αγγούρι για να καταλήξεις εκεί. Πάνω απ' όλα..μην αφήσεις την συγγραφή. Μην την αφήσεις ποτέ.
Και επίσης...μην αφήσεις ούτε την άλλη τέχνη. Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι εννοώ, και αυτή ήταν που σε έφερε ώς εδώ, ακόμα και αν δεν την εξάσκησες όσο έπρεπε. Έχεις όλο τον καιρό του κόσμου όμως τώρα να ασχοληθείς σοβαρά. Μην την παρατήσεις, είναι κρίμα, θα χάσεις πολλά και θα έχεις τύψεις. Ας μην παραβλέψουμε το τι έχεις καταφέρει ώς τώρα και με ελάχιστη προσπάθεια.


6) Κοίτα. Ξέρω ότι έχεις την ελευθερία να κάνεις ότι θέλεις πια στο σώμα σου. Αλλά σε ικετεύω..πέφτω όσο πιο κάτω γίνεται..μην γαμήσεις το σώμα σου με άπειρες τρύπες και τατουάζ. Μόνο πρόβλημα θα σου προκαλέσουν γιατί το σώμα σου πρέπει να μείνει όπως στο αρχικό καλούπι. Το σώμα σου θα πρέπει να προσαρμόζεται στις περιστάσεις που θα καλούνται, και αυτό δεν γίνεται με ένα τατουάζ ΝΑ στο πλάι του λαιμού σου, ούτε στον καρπό σου. Αν θές να γαμήσεις τα αυτιά σου στις τρύπες, ναι οκ, κάνε το, τα σκουλαρίκια βγαίνουν, αλλά για το θεό ΜΗΝ κάνεις τατουάζ. Θυμήσου τα λόγια της συνείδησης σου, λένε σοφά πράγματα όταν το σκέφονται. Όσο, μα όσο καλή ιδέα και αν σου φαίνεται, απέφυγε το σαν ο διάολος το λιβάνι. Δεν θα είναι καλή ιδέα, ούτε θα εξελιχθεί ποτέ σε καλή ιδέα.


7)Θυμήσου να τρώς. Ξέρω, κάθε φορά που σε άφησα μόνη σου, ξεχνούσες μέχρι και νερό να πιείς. Τι άλλο να σου πω, όταν αρχίσεις και νιώθεις περίεργα απλά φάε. Και υπολόγισε το σίδηρο και τις βιταμίνες, όχι τις θερμίδες. Από αυτό δεν θα έχεις ανάγκη. Και μα τον θεό, μάθε επιτέλους να μαγειρεύεις! Άχρηστη!


8) Μην το γαμήσεις στα ξενύχτια. Κοίτα, ξέρω ότι η ταλαιπωρία είναι ταλαιπωρία, πέρασες πολλά την προηγούμενη χρονιά, και σου υποσχέθηκα ένα ολόκληρο καλοκαίρι ξενύχτια και παπαριές.Βασάνισε όσο θέλεις το συκώτι σου χάρην της νέας σου ελευθερίας,αλλά όλα εδώ πληρώνονται. Γιατί το hangover την επόμενη μέρα δεν θα ρωτήσει αν έχεις να πάς να παίξεις την Λυσιστράτη, ούτε την Οφηλία. Ναι, αλήθεια σου λέω, τα μεθύσια δεν είναι αποτελεσματικά πάνω στο σανίδι.


9) Μην κάνεις υποχωρήσεις. Ξέρεις πολύ καλά τι θέλω να σου πώ, και στο έχουν πει και άλλοι. Μην ακούς κανέναν εκεί πάνω, όλοι είναι τρελοί. Θα προσπαθήσουν να σε εκμετελλευτούν μα πάνω απ' όλα θα γαμηθούν στο να σε πατήσουν κάτω. Μην κολώνεις, υπανθρωπίδια είναι. Εσύ συνέχισε να χειρίζεσαι τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο που το έκανες πάντα. Ήσουν καλή σε αυτό, και θα συνεχίσεις να είσαι καλή σε αυτό αρκεί να μην κάνεις μαλακίες. Όχι μαλακίες κούκλα μου. Συγκεντρώσου. Μπορεί να φανείς σνομπ, μικρή, και αγενής, αλλά δεν χρειάζεται να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις, και κυρίως δεν χρειάζεται να είσαι ανήθικη. Αξιοπρέπεια να θυμάσαι. Μην την ξεχνάς αυτήν την λέξη, κρύβει πίσω της και την λέξη τιμή.


10) Εμπιστοσύνη. Άγνωστη λέξη. Ξέρω ότι σε λίγα λεπτά έχεις καταφέρει να ψυχογραφήσεις καλύτερα και απο τον Βιζυηνό ένα άτομο γι' αυτό και θα σου είναι δύσκολο να βρείς άτομα εμπιστοσύνης, γιατί είσαι και επιλεκτική πανάθεμα σε. Άρα απλά μην το κάνεις. Σε αυτό τουλάχιστον σε εμπιστεύομαι, ούτε σε ναρκωτικά θα πέσεις, ούτε σε καραμελίτσες και παπαριές. Μην ξεχνάς το ζευγάρι αρχίδια που έχεις μεγαλώσει ανάλογα των περιστάσεων. Κυριότερα, μην εμπιστευτείς άλλους ομοίους σου. Ξέρεις τι λένε γι' αυτούς, ακόμα και αν δεν το πιστεύεις. Θα στο αποδείξουν, δεν χρειάζεται καν να επιχειρηματολογήσω. Μόνο, σε παρακαλώ, φρόντισε μην φάς πολύ τα μούτρα σου. Μην βρούν ευκαιρία να πατήσουν και να περάσουν από πάνω σου. Κράτα τις άφθονες δόσεις τσαμπουκά που ήδη έχεις. Α...και μην σε νοιάζει το ιδιαίτερο πρόβλημα σου. Μεγαλώνοντας θα λυθεί και αυτό, στο εγγυώμαι.


11) Τελείωνε γρήγορα. Ναι, ναι, θές να τα ξύνεις, θέλεις να κάτσεις και μπλα μπλα μπλα αλλά όσο πιο νέα τόσο το καλύτερο. Άλλωστε δεν θα τα ζήσεις ούτως ή άλλως όπως θα ήθελες. Το μπουρδέλο με τα νέον φωτάκια θα είναι ακόμα εκεί και θα στέκει αλλά εσύ δεν θα πρέπει να είσαι μέσα. Για άλλο λόγο είσαι εκεί, και αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ των ποτών.


12) Μα πάνω απ'όλα, και πάνω από κάθε κανόνα και τα "πρέπει" της κοινωνίας και του εαυτού σου...σε παρακαλώ. Πρόσεχε. Δεν είναι μέρος που ξέρεις. Δεν είναι η κοινωνία που έζησες. Σίγουρα κρύβει περισσότερους κινδύνους από αυτούς που αντιμετώπισες ποτέ συνολικά ώς τώρα, κυρίως όταν δεν ξέρεις που πατάς και που βρίσκεται. Και για να σε γειώσω λίγο, γιατί ξέρω ότι σίγουρα τώρα που τα ξαναδιαβάζεις ένα χρόνο μετά που τα έγραψες εσύ η ίδια πετάς ολόκληρη, να φοβάσαι. Μην γυρνάς σε περίεργα μέρη μόνη σου το βράδυ, όσο τσαμπουκά και αν έχεις, δύναμη αν μη τι άλλο δεν έχεις. Καλή η εμπιστοσύνη αλλά με όρια. Πρόσεχε τον εαυτό σου. Και αυτό δεν στο λέει η μάνα, ο πατέρας, οι φίλοι και οι γνωστοί. Στο λέει ο νηφάλιος, σκεπτόμενος ακόμα, εαυτός σου. Πρόσεχε. Είναι κρίμα και κυρίως είναι νωρίς να πάθεις κάτι. Σκέψου ότι εκεί θα ζήσεις, ίσως κάνεις οικογένεια, και ίσως γεράσεις και πεθάνεις. Πάνω απ όλα..πρόσεχε τον εαυτό σου.


Α..και κάτι τελευταίο. Μην απογοητευτείς. Θα τα καταφέρεις και μπορεί τώρα που το διαβάζεις να μην το νιώθεις, αλλά πίστεψε με θα τα καταφέρεις. Και υπάρχουν τόσα πολλά που θέλω ακόμα να σου πώ, αλλά είναι κρίμα να στα χαλάσω. Ξέρω ότι θα τα βρείς μόνη σου, δεν είναι ώρα όμως ακόμα. Θα τα δείς..

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Η πορεία του παιχνιδιού (Prt II)

Δεν πέρασε πολύ ώρα, και το κρύο περικύκλωσε το μικρό κοριτσάκι. Σήκωσε τα βρεγμένα μάτια του, τρίβοντας μεταξύ τους τις παλάμες του προς τον ουρανό για να εντοπίσει τον ήλιο.  Αντίκρυσε ένα τεράστιο, μαύρο σύννεφο.
Σαν να κινούταν η γή με ταχύτητα ποδηλάτου, ο μαύρος όγκος παλλόταν και σχημάτιζε αχνά ένα πρόσωπο.
Παραξενεμένη, έτριψε με τα μικροσποπικά χεράκια της το χλωμό προσωπάκι που μόρφαζε έκπληκτο. Οι γνώσεις της, σταματούσαν εκεί. Το γεγονός ήταν ανεξήγητο, δεν το είχε ξαναδεί ποτέ. Γιατί όμως έτρεμε η γή? Γιατί τα δέντρα άνοιγαν μπροστά της? Και ακόμα χειρότερα γιατί ο μαύρος καπνός την πλησίαζε?
Τι γίνεται? αναρωτήθηκε η φωνή στο κεφαλάκι της.


Κατάλαβε ότι το στόμα της είχε ανοίξει με έκπληξη. Τα γουρλωμένα μάτια της γέμιζαν από απορία.
Και εκείνη την στιγμή προσγειώθηκε με δύναμη μια μαυροφορεμένη φιγούρα, ακριβώς εκει, στο κέντρο του ανοιγμένου χώρου. Κουτρουβάλησε από το απότομο πέσιμο και έβηξε.
Παντού απλώθηκαν τα μαύρα ράσα του, σαν σεντόνι που απλώνεται σε μαλακό κρεβάτι. Σήκωσε ελαφρώς το κεφάλι του, έβηξε ξανά με σπασμούς, και ξαναέπεσε κάτω κουρασμένο.

Η μικρή μας ηρωίδα σηκώθηκα δειλά από την θέση της. Μπροστά της, η παράξενη μορφή φαινόταν γίγαντας. Ακόμα και ξαπλωμένο, το πλάσμα άπλωνε τα υφάσματα του σε όλο τον ανοιγμένο πλέον χώρο. Απλωνόταν σε τέτοιο βαθμό, που το μικρό κοριτσάκι θύμωσε με την αυθάδεια της άνεσης του.
"Ποιός είσαι εσύ?" ρώτησε με ένα τόνο αγανάκτησης το άγνωστο πλάσμα.
Η μαύρη φιγούρα έβηξε, και γέλασε. Σήκωσε ξανά το πρόσωπο του και κοίταξε κατάματα το κοριτσάκι.
Η καρδιά της, η μικροσκοπική, τόση δά καρδά της, τινάχτηκε από την θέση της.
Τα μάτια του πλάσματος ήταν γεμάτα από κόκκινες πιτσιλιές σε μαύρο φόντο. Ρωγμές σχηματίζοντας στις άκρες των χειλιών ενός μαυροκόκκινου δέρματος και το σαρδόνιο χαμόγελο στοίχειωσε την σκέψη της μικρής μας φίλης.
Αυτή, που ποτέ δεν ένιωσε την υπόσταση της να παραβιάζεται, τώρα αναρωτήθηκε για το αν μπορούσε να τρέξει αρκετά γρήγορα. Πρώτη φορά στα σύντομα χρόνια της, ήθελε να φύγει σαν τρελή από εκεί. Η σκέψη της λειτούργησε σαν αστραπή, λέγοντας της το αυτονόητο.
Αν έτρεχε θα την κυνηγούσε.
Αλλά ακόμα και αν ξέφευγε από την βορά του πλάσματος, ποιός θα μπορούσε να της εγγυηθεί ότι θα έβρισκε τον δρόμο της για το σπίτι? Ναι, σίγουρα ήταν φοβισμένη για πρώτη φορά, σίγουρα ήταν κρύα και μόνη , αλλά πάνω απ'όλα ήταν χαμένη...και αυτό δεν έπρεπε να το ξεχνάει.
Αν καταφέρεις να τον πείσεις μόνο...μόνο να σου δείξει προς τα πού...
"Ναι για εσένα είμαι εδώ!" δήλωσε μα πόλυτη ηρεμία το τέρας. Είχε σηκωθεί και τα μαύρα υφάσματα γύρω του, φαινόντουσαν σχεδόν ανεπαρκή. Κάλυπταν το περισσότερο του σώμα, μα έβλεπε καλά τα γυμνά του πόδια και τα χέρια του. Τόσο ύφασμα, και ακόμα δεν τον κάλυπτε. Ήταν πράγματι μεγάλος.
"Και όχι μόνο είμαι εδώ...αλλά ακούω ξεκάθαρα τι σκέφτεσαι. Ακούω ξακάθαρα τους χτύπους της καρδιάς σου..και νιώθω την ανάσα σου σαν ζεστό αέρα καλοκαιριού"
Τώρα την πλησίαζε με αργά βήματα, αργά και σταθερά. Έκοβε κύκλους γύρω από κάποιο υποθετικό σημείο στο κέντρο της, πλέον καθαρής από τα πεσμένα φύλλα, γής.
"Μα εσύ δεν φοβάσαι...έ?" έσκυψε, έκατσε στα γόνατα του και την κοίταξε κατάματα.
Ψύχος διαπέρασε το μικρό της σωματάκι. Τα μάτια της δάκρυσαν σε μια απεγνωσμένη και ύστατη προσπάθεια εκτόνωσης όλου αυτού του πρωτόγνωρου συναισθήματος...του φόβου.
"Ναι. Εγώ δεν φοβάμαι" απάντησε με όσο πιο σταθερή φωνή μπορούσε.
Δενφοβάμαιδενφοβάμαιδενφοβάμαι...
"Ωραία." είπε, σηκώνοντας τον τερατώδη ευατό του. "Έλα μαζί μου στο κέντρο τότε."
Χωρίς να το θέλει, μα ξέροντας ότι πρέπει, υπάκουσε. Το δεξί της χέρι έσφιξε ανεπαίσθητα την τράπουλα στην τσέπη της.
"Ξέρω ότι την έχεις. Άλλωστε γι' αυτό ήρθα..για ένα παιχνίδι. Θέλεις να παίξουμε, σωστά?"
Τα μάτια του δεν δηλωναν τίποτα καλό...ω, αλήθεια, τα μάτια αυτού του παρανοικού πλάσματος δεν θύμιζαν τίποτα καλό, τίποτα, τίποτα....

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Η πορεία του παιχνιδιού (Prt. Ι)





Μιά φορά και ένα καιρό,
ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, καθόλου όμοιο με όλα τα άλλα. Ήταν ένα μικρό,τοσοδούλικο κοριτσάκι, με έξυπνα, μαύρα, σπιρτόζικα μάτια που κοιτούσαν μέσα από το περιτύλιγμα. Ένα τόσο δα παιδί, που όμως είχε τον κόσμο στα πόδια του. Είχε τον κόσμο όπως τον ήθελε, μόνο με την δύναμη που ασκούσε το πνεύμα και τα μάτια της ψυχής του.
Ήταν ένα μικρό, πολύ-πολύ μικρό κοριτσάκι που του άρεσε να κάνει βόλτες στο σκοτάδι, μόνο του.
Το φώς του φεγγαριού το έβρισκε μαγευτικό. Και το φώς του ήλιου. Και όλα ήταν μαγευτικά όσο ήταν έξω στην φύση, στις λίμνες, στα βουνά, στις πεδιάδες και στα δάση.

Δάση. Της άρεσαν τα δάση πιο πολύ από όλα. Δεν χανόταν ποτέ, πάντα ήξερε που βρισκόταν και που πήγαινε.
Ίσως προσανατολισμός.
Ίσως διαίσθηση.
Ίσως τύχη.
Κάποια μέρα,λοιπόν, βγαίνοντας ένα κρύο φθινοπωρινό απόγευμα από το σπίτι, έτυχε να πάρει μαζί της μια καινούργια τράπουλα. Περπατούσε και περιεργαζόταν το αντικείμενο, και περπατούσε, και το κοιτούσε , και δεν έβλεπε που πήγαινε, που βάδιζε. Δεν φοβόταν, δεν ανησυχούσε. Ποτέ δεν αμφέβαλλε για τις δυνατότητες της.
Αρκετή ώρα μετά, αφού έβγαλε ένα τελικό συμπέρασμα για αυτά τα σκληρά χαρτιά με τους αριθμούς που κρατούσε στα χέρια της, ένιωσε μια ανεπαίσθητη απειλή στην ατμόσφαιρα.


Σκοτάδι περικύκλωσε τα βήματα της και μπροστά της απλώθηκε ένα πελώριο μονοπάτι, στοιχισμένο αριστερά και δεξιά με ψηλά, φουντωτά, σκούρα δένδρα.
Το μονοπάτι απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι της, και το βάθος όλο και σκοτείνιαζε.
Η μικρή, τόση δά, καρδούλα της σφίχτηκε. Κοίταξε το ατελείωτο μονοπάτι με αβεβαιότητα και κοίταξε πίσω της. Για μια μόνο στιγμή, ο φόβος φώλιασε βαθιά στο στήθος της. Τα χεράκια της πάγωσαν και το βλέμμα της στυλώθηκε ξανά στο μονοπάτι.
Αυτή δεν φοβόταν. Δεν χανόταν. Δεν τρόμαζε.
Η σιγουριά μέσα της σειόταν από περιπτώσεις και πιθανότητες..
Τα μάτια της πετάριζαν νευρικά ενώ η μάχη της απόφασης μέσα της, ανάλωνε την ψυχική της υπόσταση.
Χωρίς καν να το σκεφτεί, κάνει το πρώτο βήμα μπροστά. Το πρώτο και αρχικό βήμα.
Στέκεται ξανά, κοιτώντας τον ουρανό. Δεν είχε ακόμα πολύ χρόνο μέχρι να σκοτεινιάσει. Αν ήταν να πάρει μια απόφαση, θα έπρεπε να την πάρει τώρα.
Και ήξερε ότι έπρεπε να την πάρει.
Ποιός μπορούσε να εγγυηθεί ότι το μονοπάτι ήταν το σωστό?
Ποιός μπορούσε να της πεί με σιγουριά ότι θα είναι ασφαλής στον δρόμο που δεν έχει βαδίσει ποτέ?
Μόνο ο εαυτός της. Και είχε υπερβολικά πολύ εμπιστοσύνη στον εαυτό της.
"Προχώρα" τον πρόσταξε.
Εκείνος, ανήμπορος να μην υπακούσει τον αφέντη του, ξεκίνησε.


Τα μικρά, μικρούλικα ποδαράκια της έκαναν σταθερά μα αβέβαια βήματα πρός το υπέροχο, μαγευτικό αυτό σκότος. Η έλξη που έβγαινε μέσα από την άβυσσο της φύσης, τράβαγε όλο το είναι της μικρής μας ηρωίδας.
Με την τράπουλα στα χέρια, σφιχτά κλεισμένη στις δύο μικρές της παλάμες, το κοριτσάκι προχωρούσε όλο και πιο βαθιά. Όλο και πιο ασταθή.
Αμφιβολίες γέμισαν τα σωθικά της. Μήπως δεν έπρεπε να μπεί? Μήπως είχε ακόμα περιθώριο να γυρίσει πίσω? Μήπως ήταν η πρώτη φορά που θα χανόταν?
"Όχι!" της φώναξε η φωνή στο κεφαλάκι της.
"Όχι. Τώρα το ξεκίνησες και θα το τελειώσεις. Δεν είσαι δειλή εσύ."
Μα ίσως να είμαι.
"Όχι. Δεν είσαι. Μπορείς να κάνεις τα πάντα αρκεί να το θέλεις."
Ίσως να μην μπορώ.
Η φωνή δεν απάντησε. Την άφησε να σκεφτεί τι είχε μόλις πεί.
Το ατρόμητο, πανέξυπνο κοριτσάκι είχε μόλις δηλώσει ότι δεν ήταν αρκετά έξυπνο ή ατρόμητο. Είχε δηλώσει ότι δεν ήταν αρκετά θαρραλέο και ότι δεν μπορούσε να καταφέρει ό,τι εκείνο ήθελε. Το μοναδικό στον κόσμο κοριτσάκι που ό,τι φανταζόταν μπορούσε να το κάνει πραγματικότητα με μοναδικό όπλο την πίστη και την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, δήλωνε τραναχτά στο πνεύμα της: "Θα αποτύχεις!"
Τα άκρα της είχαν παγώσει, και εκείνη συνέχισε να περπατάει, κάθε βήμα και πιο αργά. Ο αέρας φύσηξε και έφερε χώμα στα καθαρά ματάκια της, που αμέσως δάκρυσαν. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί την δεδομένη στιγμή ήταν το σπίτι της.
Είχε λυγίσει. Και είχε ξεχάσει κάθε στόχο, κάθε σκοπό, κάθε στοίχημα που έβαλε ποτέ στο παρελθόν με τον εαυτό της να μην το κάνει.
Και εκεί, στο σκοτάδι των δέντρων και στο σκοτάδι που έπεφτε σιγά σιγά πάνω από το σωματάκι της, έκατσε σε μια ρίζα, κούρνιασε, και έβαλε τα κλάματα.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Η κατάρα της συγγραφέως



[Γυναίκα στην σκηνή, καθισμένη σε μια καρέκλα, κοιτάει το κενό μπροστά της, χαμμένη στις σκέψεις της]

Καλώς ήρθες. Κάθισε. Βολεύεσαι? Μπράβο...ήρθες για να μιλήσουμε? Ξέρεις δεν νομίζω πώς είμαι σε θέση για την συζήτηση που θές να κάνουμε. [απάντηση αφανή άνδρα-παύση] Μάλιστα. Ναι, καταλαβαίνω. Μπορείς ελεύθερα να φύγεις. Φύγε. Σήκω.[παύση καθώς φεύγει ο αφανής άνδρας]

[Κοιτάει πίσω με την ίδια απάθεια με πρίν. Ξαναγυρνάει μπροστά το κεφάλι της και καρφώνει το βλέμμα στο ίδιο σημείο με πρίν.]

Άλλωστε εγώ θα προσποιηθώ ότι είσαι ακόμα εδώ. Γιατί είναι σκοτεινή νύχτα σήμερα και χρειάζομαι παρέα.[ Σαν να ξεμουδιάζει αρχίσει να αποκτά κίνηση και έκφραση] Τις σκοτεινές νύχτες όλοι θέλουμε κάποιον δίπλα μας. Ακόμα και αν δεν μας μιλάει, ακόμα και αν δεν μας κοιτάει. Απλά πρέπει να ξέρουμε ότι είναι εκεί. Δίπλα μας. Εγώ παλιά..πρίν σε γνωρίσω...είχα ένα μολύβι και ένα κομμάτι χαρτί. Και αν φύγεις...πάλι θα έχω ένα μολύβι και ένα χαρτί. Αλλά τώρα δεν έχεις φύγει, σωστά? [Ξανακοιτάει από εκεί που έφυγε ο αφανής άνδρας με προσμονή. Γυρνάει αρκετά λυπημένη. Σφίγγεται να μην κλάψει] Ναι, εκεί είσαι. Εκεί είσαι ακόμα, και ακόμα και αν δεν είσαι εγώ θα προσποιηθώ ότι είσαι. Και ξέρεις γιατί? Γιατί το έχω ανάγκη! Έχω ανάγκη να σε φαντάζομαι εκεί. Γιατί νομίζεις ότι σε βρήκα εξ'αρχής? Γιατί σε χρειαζόμουν..γιατί ήθελα έναν άνθρωπο.  Γιατί όλα τα αναθεματισμένα μολύβια και χαρτιά που μπορώ να βρώ δεν είναι το ίδιο! Δεν είναι εσύ! Και πώς τολμάς να φεύγεις έτσι, μια τέτοια σκοτεινή νύχτα? Πώς τολμάς να με εγκαταλείπεις όταν μου τα έχεις πάρει όλα?
Περιμένεις ότι θα κάτσω, ύσηχα, εδώ στην καρέκλα μου [κάθεται ήρεμα] και θα περιμένω να γυρίσεις? Ότι θα κοιτάω το κενό απαθής [κοιτάει το ίδιο σημείο με πρίν, απαθέστατα, όσο και πρίν] και θα μιλάω στον εαυτό μου?Και εσύ θα φεύγεις, και θα φεύγεις και εγώ θα πονάω και θα γράψω και θα σκίζω την χαρά νομίζοντας ότι θα σωθώ. Θα καταστρέφω τις αναμνήσεις μας για να γλιτώσω από το παρελθόν γιατί δεν θα το θέλω, θα με πληγώνει. Και όταν βαρεθώ να προσποιούμαι..θα βγώ στους δρόμους να σε ψάχνω? Και αν δεν σε βρώ...θα καταφύγω πάλι στα χαρτιά, στην αρρωστημένη έξαψη που σε έπιανε και εσένα με την δημιουργία, στην διαολεμένη κατάρα του Θεού να χρειάζομαι τα χαρτιά, χαρτιά και μολύβια, πόνο για να βγεί το τέρας από μέσα μου που με κατατρώει μέρα με την μέρα! Ανάθεμα σε, και το φεγγάρι απόψε είναι ολοστρόγγυλο ,και έφυγες, έφυγες χωρίς να πείς ένα γειά, χωρίς να με βοηθήσεις να το βγάλω από μέσα μου[ γρατσουνάει το στέρνο της σαν να γδέρνεται] Θεέ μου ο πόνος![κλαίει ελαφρά, πέφτει]
Και θα συνεχίσω να χρειάζομαι χαρτιά...και σκοτεινές νύχτες..και πόνο για να θρέψω την αρρώστεια μου. Θα συνεχίσω να σε φαντάζομαι κάθε βράδυ σαν να μην έφυγες ποτέ...θα συνεχίσω να σε ψάχνω σαν τρελή στους δρόμους κάθε πανσέληνο και θα φωνάζω, θα κραυγάζω με όλη μου την δύναμη για να με ακούσεις. Και το σκοτάδι θα καλύπτει κάθε σου βήμα, κάθε σου λέξη σαν να μην υπήρξες ποτέ!
Και ίσως κάποια μέρα να γυρίσεις και να διώξεις τους εφιάλτες και τις κραυγές, να διώξεις τα μολύβια, τα χαρτιά και τα ποτήρια γεμάτα με αλκόολ..να μην χρειάζονται πια, να μην τα θέλω για να ζήσω...
Και ίσως..κάποια μέρα...[σηκώνεται, αργά, συνέρχεται] να μην χρειάζεται να προσποιούμαι την παρουσία σου για να μπορώ να γράφω...[έχει κάτσει στην καρέκλα, καρφώνει για λίγο την ματιά της στο κενό και γράφει στο χαρτί που έχει πάρει από το πάτωμα]


Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Υπέροχοι Άνθρωποι



Είναι δύσκολο να το πιστέψουμε. Ο κόσμος μας αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από αυτόνομα υπανθρωπίδια που δεν γνωρίζουν την αλήθεια. Καμία αλήθεια. Δεν γνωρίζουν ποιοί είναι ή γιατί βαδίζουν στον κόσμο αυτό. Προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα από μία σειρά πράξεων και κινήσεων που δεν ανταποκρίνονται στις ηθικές και τις αρετές που χρειάζεται η κοινωνία. Τα σαρκικά πάθη έχουν ορίσει την καθημερινότητα τους, καταλύοντας κάθε σκέψη, έκφραση, δημιουργία, πνευματικό πάθος...άγνωστες λέξεις σε λευκό χαρτί. Άγνωστα συναισθήματα που δεν εκφράζονται παρά μόνο υποθετικά. Κανείς δεν τους βοήθησε να τα βρούν μέσα τους, ή να τα ψάξουν στους άλλους παρατηρώντας τους. Οι ψυχές τους είναι χαμένες εξ' αρχής, χαμένες σε αυτή τη δίνη που παρουσιάζεται σαν φυσιολογικός τρόπος ζωής.
Όμως υπάρχουν οι Υπέροχοι Άνθρωποι. Εκείνοι που φωτίζουν τις βραδιές με συζητήσεις. Εκείνοι που με τις αξίες και τα ιδανικά τους κατακτούν όλο τον κόσμο όπως ο ηθοποιός κατακτά τον χώρο της σκηνής. Τους ανήκει ο κόσμος χωρίς καμία αμφιβολία. Μπορεί να είναι αμαθείς, ή ημιμαθείς, όμως είναι Υπέροχοι με κάθε πιθανό τρόπο που μπορείς να συλλάβεις με το μυαλό σου.
Οι τρόποι τους συνήθως είναι λεπτοί και έχουν αποκτηθεί μετά από πολύ περισυλλογή και εμπειρίες. Μπορεί να μην είναι  πιστοί στα κοινωνικά πρότυπα που προβάλει σαν σωστά η υψηλή κοινωνική τάξη, αλλά είναι ευγενικοί. Θα ακούνε πολύ, και θα σε κατευθύνουν αργά πρός το σημείο που κρύβεται η αλήθεια.
Οι Υπέροχοι Άνθρωποι γνωρίζουν ένα μέρος της αλήθειας. Οι ίδιοι θεωρούν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα, αλλά εγώ ξέρω. Ξέρω πώς αυτοί θα μας δείξουν τον δρόμο για τα ιδεώδη. Αυτές οι αρχαίες, ιδανικές ψυχές θα καταφέρουν να επαναφέρουν την τάξη στην κατεστραμμένη, σάπια πολιτική κυριαρχία του σύγχρονου κόσμου. Με απόλυτη επίγνωση του σκοπού τους, θα βρούνε τον δρόμο πρός την αποτελεσματική αποκατάσταση του Αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Είναι λάτρεις της τέχνης, όσο αυτή μπορεί και προβάλει τα σωστά πρότυπα. Η τέχνη είναι για αυτούς τους Υπέροχους Ανθρώπους ένα μέσο επικοινωνίας με τον βαθύτερο τους εαυτό που βγαίνει σπάνια στην επιφάνεια. Κρατούν κρυφό ένα κομμάτι της ψυχής τους, το φυσικό, το αναλλοίωτο για να μην γίνουν ευάλωτοι. Γνωρίζουν ότι ο κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος να τους υποδεχθεί. Θα προσπαθήσει να τους γειώσει, να καταστρέψει τα αιθερικά όνειρα τους με το σφυροδρέπανο του κομμουνισμού και με την αναρχική γροθιά.
Αντιλλαμβάνονται το πρόβλημα. Το σκέφτονται. Το αναλύουν. Και καταστρώνουν ένα σχέδιο βάση αυτού του σκοπού που μπορούν να πετύχουν στο κοντινό μέλλον. Η ζωή τους είναι η συνεχής αναζήτηση της αλήθειας που θα οδηγήσει στην επίλυση του εκάστοτε προβλήματος. Χωρίς τους Υπέροχους Ανθρώπους, αυτό ο κόσμος θα ήταν καμμένος, μαύρος, σκοτεινός και ανήθικος. Τον κρατάνε με νύχια και με δόντια να μην πέσει στα Τάρταρα, να μην αυτοκτονήσει λόγω της λανθασμένης, τιποτένιας ύπαρξης του. Τον συντηρούν όσο τους επιτρέπει το κοινωνικό πλαίσιο, και φροντίζουν γύρω τους να έλκουν και άλλους Υπέροχους και μη ανθρώπους. Μέσω του διαλόγου εκφράζουν τις απόψεις τους, γνωρίζουν με τι είδος συνομιλητή έχουν να κάνουν και προσαρμόζονται για να τον κατευθύνουν στην αλήθεια.
Δεν φοβούνται. Ποτέ δεν φοβήθηκαν να εκφράσουν την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι μπροστά σου, και θα έπρεπε να την βλέπεις. Αυτοί είναι οι μόνοι που άνοιξαν τα μάτια τους. Κοιτάνε και κρίνουν. Είναι οι Υπέροχοι Άνθρωποι.
Οι Υπέροχοι Άνθρωποι που είναι δύσκολο να βρεθούν. Αλλά όταν τους βρείς καταλαβαίνεις...ξέρεις ότι είναι μία στις χίλιες. Ξέρεις ότι αυτός γνωρίζει την αλήθεια. Υποσυνείδητα γνωρίζει τα πάντα.
Και αυτό είναι Υπέροχο.



Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Η ατυχής ιστορία μου



[Νέα γυναίκα μπαίνει πονηρά μέσα. Χαζογελάει και παίζει ειρωνικά με το κοινό, σαν να είναι μεθυσμένη. Παριστάνει ότι μιλάει με άλλους ανθρώπους, και χορεύει, και γελάει δυνατά.]

ΓΥΝΑΙΚΑ-Καλησπέρα σας, γεία σας και χαρά σας, γεία χαραντάν και τα σκυλιά γελάν![χορεύει σαν βάλς με τα χέρια σαν να κρατούν έναν παρτενέρ] Πώ πώ ήσουν εκπληκτικός σε ευχαριστώ πολύ![Ξεσκονίζεται και άξαφνα κοιτάει το κοινό ξαφνιασμένη. Σβήνει ειρωνικά την έκπληξη και γελάει πονηρά] Νομίζατε ότι μου την φέρατε ε? Επειδή εμφανιστήκατε έτσι απότομα?[Γελάει υστερικά] Όχι, όχι, εγώ πλέον κυρίες και κύριοι δεν ξαφνιάζομαι από τους πραγματικούς ανθρώπους. Θα σας έλεγα μια ιστορία τώρα, αλλά μπορεί να σας κουράσω..Όχι? Μα μην επιμένετε σαν παρακαλώ, ε εντάξει αφού το θέλετε τόσο πολύ ας την πούμε.[Γρήγορα παίρνει μια καρέκλα και κάθεται σαν κυρία]
Εγώ που λέτε, κάποτε άνηκα στην υψηλή κοινωνία. Οι γονείς μου ήταν πλούσιοι και χαίραν άκρας υγείας μέχρι που ΤΣΑΦ [αλλάζει η στάση στην καρέκλα, γίνεται απειλητική] όλα χάνονται με ένα τυχαίο δυστύχημα. Όλοι νομίζουν ότι για μία κορασίδα σαν και εμένα [ηρεμεί ξανά] τα πράγματα θα ήταν εύκολα, με την κληρονομιά και τα παλάτια και τις βίλλες και τους υπηρέτες και τα λεφτά, λεφτά να δούν τα μάτια σου, ολόκληρα χρηματοκιβώτια γεμάτα με λεφτά! Αλλά όχι,όχι,όχι...Τα πράγματα δεν ήταν όπως μου τα παρουσίασαν. Ο κόσμος έξω απ'ότι φαίνεται δεν είχε να μου προσφέρει καμία ασφάλεια, ήθελε μόνο να με...ρουφήξει. Να ρουφήξει τις καταθέσεις, τα ομόλογα, τα σπίτια και τα αμάξια και κάθε πιθανή σταγόνα αίματος. Ήμουν μικρή και αθώα όταν τον γνώρισα. Τα πιο υπέροχα μάτια που είχα δεί ποτέ μου. Με μάγεψε με αυτόν τον ελεύθερο σαγηνευτικό τρόπο που έχουν όλοι εκείνοι οι αλήτες στους δρόμους. Υποσχέθηκε αγάπη, οικογένεια, ψυχική γαλήνη και ηρεμία. Ξεκινήσαμε να συμβιώνουμε, και ήμουν τόσο τυφλωμένη από έρωτα που δεν άκουγα κανέναν και τίποτα. Μου έλεγε ότι απλά μας ζηλεύουν και γι' αυτό τον σχολιάζουν. Μου έλεγε ότι με αγαπάει και ότι θα είμαστε μαζί για πάντα. Με έπεισε για αυτή τη πλαστή πραγματικότητα σε τέτοιο βαθμό που δεχόμουν να με κακομεταχειρίζεται και να με χτυπάει. Κάθε βράδυ θα έβγαινε και θα γυρνούσε βρωμώντας κρασί, βρίζοντας θεούς και δαίμονες και τραγουδώντας πρόστυχα τραγούδια που ακούς στις ταβέρνες κάτω στο λιμάνι. Η οικογένεια που μου είχε απομείνει απομακρύνθηκε. Με άφησαν μόνη μου, να τυφλώνομαι. Ήξερα πώς δεν προοριζόμουν για κάτι τέτοιο μα δεν μπορούσα να το δώ. Τον αγάπησα βαθιά, και μάλλον τον αγαπάω ακόμα.
Η περιουσία μου μειώθηκε τουλάχιστον στο μισό. Ξόδευε αλόγιστα σε άχρηστα αντικείμενα και σε παρακμιακή τέχνη. Νομίζω μάλιστα ότι τιμούσε πολύ συχνά το πορνείο που ήταν κοντά στις ταβέρνες. Είχε γυρίσει άπειρες φορές μυρίζοντας γυναικεία αρώματα και ήταν γεμάτος τρίχες. Ξανθές, κόκκινες και μερικές φορές άσπρες. Το ποτήρι έσπασε όμως, όταν προσπάθησε να βιάσει μια κοπελίτσα που είχα για καμαριέρα. Ο θόρυβος ακούστηκε από το κάτω πάτωμα, στην κουζίνα, γύρω στις 5 η ώρα το πρωί. Είχε μόλις γυρίσει και έψαχνε κάτι να φάει. Προφανώς κάτι που θα έκανε, προκάλεσε κάποιο δυνατό θόρυβο και ξύπνησε τους υπηρέτες που κοιμόντουσαν κάτω. Έστειλαν την μικρή περιμένοντας να βρούν κάποιο ποντίκι, ή τον σύζηγο μου, που κλασσικά πεινούσε τα ξημερώματα. Βρήκαν έναν φρενιασμένο άνδρα, ένα έξαλλο υποκείμενο με την τρέλα καλά κρυμμένη στα μάτια του. Της επιτέθηκε και την χτύπησε. Κατέβηκα κάτω τρέχοντας σαν τρελή, είπα στους υπηρέτες να μείνουν έξω από την κουζίνα και πήρα ένα τηγάνι. Τον χτύπησα στο κεφάλι. Ξανά και ξανά και ξανά. Βγήκα έξω πιο ήρεμη από ποτέ και τους ζήτησα να τον πετάξουν στο δρόμο. Έτσι και έγινε.
Το επόμενο πρωί συνειδητοποίησα ότι δεν μου είχε μείνει τίποτα. Βλέπετε, ώς άνδρας του σπιτιού, μου είχε απαγορεύσει να ασχολούμαι με τις οικονομικές υποθέσεις του οίκου. Μια ολόκληρη περιουσία ετών είχε χαθεί μέσα σε λίγους μήνες. Σπίτια και δικαιώματα είχαν ξεπουληθεί στο βωμό του ποτού. Για να ολοκληρωθεί το τόσο αναμενόμενο δράμα μου, μετά από ένα μήνα κατάλαβα ότι ήμουν έγγυος. Φυσικά και το παιδί ήταν δικό του! Για ποιά με περάσατε? Τέλος πάντων..την μέρα που το έμαθα, είχα μόλις πουλήσει τα οικόπεδα στους λόφους για μια μπουκιά ψωμί. Φυσικά πλέον δεν είχα υπηρέτες, ούτε και κανέναν να με συντηρήσει. Σκέφτηκα λοιπόν το αναμενόμενο. Περπάτησα ως την γέφυρα...και έπεσα κάτω. [Δυνατό, διαβολικό γέλιο] Καλό ε? Εσείς τι θα κάνατε? Θα γεννάγατε στους δρόμους σαν σκυλιά? 'Η θα πιάνατε δουλειά σαν πόρνη για να τα βγάλετε πέρα? 'Η ακόμα καλύτερα, μήπως θα πουλούσατε το παιδί σας?[Γέλια] Ε εγώ διάλεξα την πιο εύκολη και αποτελεσματική λύση. Έχω ακόμα την τιμή μου, και το όνομα μου. Μπορεί να πέθανα, αλλά πέθανα σωστά. Αυτή ήταν λοιπόν η ιστορία μου. Και, επιτρέψτε μου, τώρα πρέπει να γυρίσω στο πάρτυ!

[Χαιρετάει κόσμο ξανά, χορεύει, το ίδιο με πρίν, γελάει και έχει άτομα γύρω της που δεν υπάρχουν. Φώτα, ομιλίες και μουσική χαμηλώνουν ενώ εκείνη χάνεται στο σκοτάδι της σκηνής]




Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Oι παγίδες των Ονειρόκοσμων



Είναι τόσο εύκολο να πέσεις για ύπνο, να κλείσεις τα μάτια σου και να ταξιδέψεις. Να πάς σε χώρες άγνωστες ονειρεμένες και άπιαστες, να γνωρίσεις πλάσματα που η μόνη ομοιότητα σας είναι το βάθος της ψυχής, να ταξιδέψεις μαζί τους και να σε παρασύρουν στον βυθό των πιο ωραίων συναισθημάτων που κανείς θνητός δεν έχει ζήσει σε αυτόν τον πλανήτη...
Πλέον δεν είναι το ίδιο. Ο ύπνος και τα ταξίδια του δεν είναι πια κάτι που μπορώ να πράξω. Οι χώρες που ταξίδευα είναι πιο απειλητικές από ποτέ, σφηνωμένες βαθιά μέσα στις σκέψεις μου. Τα πλάσματα τους δεν με φιλοξενούν πια στα σπιτικά τους, και με καταδιώκουν οποιαδήποτε στιγμή φτάσουν έστω και λίγο κοντά μου. Απλώνουν τα χέρια τους, αυτά τα απαίσια κουκλίστικα χέρια γεμάτα κουρέλια, και τα κουνάνε απεγνωσμένα να πιάσουν την λεία τους.Το μίσος που βλέπω στις άδειες τους κόγχες είναι πρωτόγνωρο για εμένα. Ο τρόμος που με αντιπροσωπεύει πλέον με έχει κάνει σκιά του εαυτού μου. Σκιά ενός ανύπαρκτου και φανταστικού ευατού.
Ήταν τότε, εκείνο το καταραμένο βράδυ, που ετοιμαζόμουν να πάρω το καθημερινό ναρκωτικό μου για να κοιμηθώ. Πάντα έπαιρνα ναρκωτικά-έκανε πιο εύκολη την πρόσβαση μου στη χώρα των ονείρων. Η μνηστή μου με παρακάλεσε να μην το χρησιμοποιήσω εκείνο το βράδυ. Δικαιολόγησε την επιθυμία της με μια δικαιολογία που φαινόταν ανόητη την δεδομένη στιγμή, μια δικαιολογία που αναφερόταν μόνο στο έμφυτο γυναικείο προαίσθημα της. Την αποπήρα, σχεδόν φωνάζοντας της που παρέμβαινε στις καθημερινές μου συνήθειες, και πήρα μια σχετικά ισχυρή δόση ναρκωτικού, προσπαθώντας να αντιταχθώ στην παράλογη νόηση της συντρόφου μου. Μακάρι να την είχα ακούσει.
Ο Μορφέας δεν άργησε να έρθει. Σύντομα βρέθηκα στην Πύλη της Μετάβασης την οποία πέρασα με ευκολία, ενώ στην συνέχεια βρέθηκα στο Τούνελ που θα με οδηγούσε στην επιλογή Πόρτας, δηλαδή στην επιλογή της χώρας στην οποία θα πήγαινε. Όμως κάτι μου φαινόταν πολύ λάθος. Το Τούνελ ήταν ασυνήθιστα σκοτεινό, και το έδαφος ήταν ανώμαλο. Τα πετρώματα γύρω μου έσταζαν, μα στο σκοτάδι δεν τόλμησα να πιάσω το περίεργο υγρό που έτρεχε κάτω από τα πόδια μου με κατεύθυνση την ίδια με εμένα. Αισίως, έφτασα στην Πόρτα. Την άνοιξα νιώθοντας την πιο βαριά απ'ότι συνήθως. Έτριξε ενοχλητικά και αποκάλυψε προς έκπληξη μου μια τεράστια έκταση νεκρής γής. Η μόνη παρουσία που μπορεί να πρόσδιδε μια περασμένη στιγμή ζωής, ήταν ένα παλιό εγκατελειμένο σπίτι, στη μέση της έκτασης, μισογκρεμισμένο και σκοτεινό. Η θέληση μου είχε παραλύσει όπως σε κάθε όνειρο. Σκεφτόμουν, μα δεν ήταν εύκολο να ελέγξω τις κινήσεις μου. Οπότε απλώς ακολούθησα την ροή του ονείρου...
Προχώρησα πρός το μεγαλοπρεπές κτίσμα με σταθερό βήμα, παρ'όλο που ήξερα πως έπρεπε να φοβάμαι. Η όψη του έβγαζε μια περίεργη αίσθηση, ακόμα και για κάποιον που το αντιμετωπίζει μέσω ενός ονείρου. Η όραση μου φαίνεται να είχε αλλάξει χρώμα και το γενικό τοπίο έμοιαζε σχεδόν μονόχρωμο, τα έβλεπα όλα στις αποχρώσεις του γκρί. Τα πάντα γύρω μου έδεναν απόλυτα με την νεκρή , τεράστια έκταση στη μέση του πουθενά. Η τεράστια πόρτα που κοσμούσε την κεντρική είσοδο του παλιού αρχοντικού συνοδευόταν από τα κλασσικά πόμολα που έμοιαζαν με κεφάλια ζώων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λιοντάρια παραφυλούσαν με τα στόματα ανοιχτά και τις γλώσσες έξω. Όμως στα όνειρα κανείς δεν χτυπάει για να μπεί μέσα σε ξένα σπίτια, έτσι απλώς προχώρησα και πέρασα κυριολεκτικά μέσα από την πόρτα. Σκοτάδι με υποδέχτηκε και έκανε το πνευματικό μου σώμα να ανατριχιάσει, μια αίσθηση που δεν είχα ξαναζήσει πότε σε όνειρο. Όταν μπορείς να ελέγξεις τα όνειρα σου φροντίζεις να μην κάνεις τον εαυτό σου να νιώθει άβολα σε αυτά. Όμως σε εκείνο το αναθεματισμένο το όνειρο, είχα χάσει κάθε ικανότητα μου. Σε εκείνο το αναθεματισμένο όνειρο, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω τι να κάνω, τι να ψάξω. Την απάντηση ήρθε να δώσει ένα μονοπάτι λουσμένο στο αίμα που κατεύθυνε τον δρόμο μου μέσα στο σπίτι.
Πιτσιλιές εδώ και εκεί ή και κανονικό ρυάκι με κατεύθυναν πρός την αίθουσα του πιάνου. Η σκόνη στην ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν αποπνικτική και έκανε τα έπιπλα να μοιάζουν άσπρα. Ο φόβος που εδώ και αιώνες έκανε κάθε άνθρωπο να τρέμει, είχε φωλιάσει μέσα μου, ενώ η καρδιά μου ακολουθούσε τον ρυθμό κάποια απόκοσμης μουσικής. Πλησίασα το χρόνια ξεχασμένο πιάνο και μια κάρτα γλίστρισε και έπεσε μπροστά στα πόδια μου. Παραξενεμένος, παρατήρησα τον χώρο γύρω μου, να βρώ την πηγή του άνεμου που έριξε την κάρτα. Τίποτα. Τα πάντα ήταν ερμητικά κλειστά. Το δωμάτιο, πιο σκοτεινό απο ποτέ, την συγκεκριμένη στιγμή δεν φαινόταν φιλόξενο. Πήρα την κάρτα και έφυγα όσο πιο γρήγορα μου επέτρεπε η ροή του ονείρου. Γύρισα στην είσοδο, που είχε παράθυρα και μια οποιαδήποτε πηγή φωτός από ένα φεγγάρι που δεν φαινόταν πουθενά. Τα μάτια μου έπεσαν κατευθείαν στην ποιότητα του χαρτιού. Δεν έμοιαζε καινούργιο και το κιτρινωπό του χρώμα πρόσδιδε τον αέρα μιας κλασσικής εποχής. Τα γράμματα ήταν καλλιγραφικά και λόγω αυτού δεν περίμενα να διαβάσω κάτι τόσο φρικαλέο και αποτρόπαιο.
Ήταν μια πλήρης περιγραφή ενός τελετουργικού που απαιτούσε αιματοχυσία, σεξουαλική διαστροφή, και βρώση νεκρών μελών.  Η κατάσταση άρχισε να με προκαλεί να φύγω ουρλιάζοντας, τρέχοντας μακρυά από το σιχαμένο αυτό μέρος. Όμως το όνειρο είχε επιβάλλει τον εαυτό του πάνω μου με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα που θα παρέμβαλε στην υπάρχουσα ιστορία, ήμουν δέσμιος της ίδια της πλοκής του υποσυνείδητου μου. Έτσι, χωρίς αντίσταση, τα πόδια μου σαν να ήξεραν το μέρος, σαν να το είχαν ξαναδεί χιλιάδες φορές, με οδήγησαν στην σκάλα. Τα σκαλιά απλωνόντουσαν περιστροφικά πρός τα πάνω, σε ένα μέρος που φαινόταν ακόμα πιο σκοτεινό από τα ίδια τα βάθη ενός υπογείου. Το πρώτο μου βήμα στο σάπιο ξύλο έκανε έναν ενοχλητικό θόρυβο που μου προκάλεσε ανατριχίλα σε όλο μου το σώμα. Η θέληση μου είχε παραλύσει  και το ήξερα πώς θα συνεχίσω να ανεβαίνω αυτά τα καταραμένα σκαλοπάτια ακόμα και αν έπρεπε να σκαρφαλώσω σέρνοντας το σώμα μου πάνω τους. Κάθε βήμα μου ήταν και πιο αβέβαιο. Το τι με περίμενε εκεί πάνω δεν θα μπορούσα να το φανταστώ με τίποτα.
Λίγο πριν αποκτήσω ορατότητα του πάνω πατώματος ακούστηκαν γέλια. Ήμουν σίγουρος, είχα ακούσει παιδικά γέλια να μετακινούνται ζωηρά στο πάνω πάτωμα. Το βήμα μου επιταχύνθηκε και φτάνοντας επιτέλους πάνω, το  μόνο που αντίκρυσα ήταν ένα παιχνίδι. Ένα μονόχρωμο αμαξάκι δεμένο στην άκρη με μια κλωστή. Έκανα ένα μόνο βήμα να το πλησιάσω, και εκείνο κινήθηκε μόνο του προς την κατεύθυνση ενός δωματίου που ήταν κλειστό. Το ακολούθησα πιστά και άνοιξα την δίφυλλη πόρτα που με περίμενε. Με υποδέχθηκε ο απότομος άνεμος που προσπαθούσε να με προειδοποιήσει να φύγω. Ήταν ισχυρός και με έσπρωχνε προς τα πίσω, όμως το όνειρο δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ξαφνικά έπαψε τον άνεμο και χρωμάτισε το δωμάτιο σε παστέλ παιδικές αποχρώσεις. Μουσική άρχισε να παίζει από το πουθενά και γέμισε από παιχνίδια, διακοσμητικά οροφής, κούκλες και μολύβια. Το τέλειο παιδικό δωμάτιο των περασμένων εποχών. Μια πιτσιρίκα καθόταν στο κέντρο σε ένα χαλάκι και έπαιζε με τις κούκλες της. Δεν έβγαζε κανένα ήχο, το όλο σκηνικό ήταν εντελώς άηχο. Κάθισα αρκετή ώρα και την χάζευα σαν μαγεμένος. Η ατμόσφαιρα μου θύμιζε τα δικά μου παιδικά χρόνια και με ταξίδευε σε μέρη και σε σπίτα που δεν θα ξαναπήγαινα ποτέ. Τελικώς την πλησίασα και έκατσα κοντά της. Δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπο της και εκείνη δεν φαινόταν να θέλει να με κοιτάξει. Ξερόβηξα να της αποσπάσω την προσοχή μα δεν φάνηκε να έχει αποτέλεσμα.
Η ώρα περνούσε, μα εγώ ένιωθα ότι έπρεπε να γίνει κάτι, μια κίνηση για να προχωρήσει η ιστορία. Απλά, άπλωσα το χέρι μου και ακούμπησα την μικρή στον ώμο. Εκείνη, σχεδόν μηχανικά, σαν καλοκουρδισμένο σύστημα, γύρισε αργά για να αποκαλύψει ένα αγγελικό πρόσωπο γεμάτο ανησυχία. Οράματα κατέκλυσαν τα μάτια μου. Το δωμάτιο γέμισε αίμα, το πρόσωπο του αθώου αυτού παιδιού χτυπήθηκε με ένα ρόπαλο, το σώμα του ξεσκίστηκε, το πάτωμα έσπασε και το ταβάνι κατέρρευσε. Οι τοίχοι πιτσιλίστηκαν ξανά και ξανά από μία σκιά που μου έμοιαζε τόσο πολύ μα δεν ήμουν εγώ. Σαν να έγινε σεισμός το δωμάτιο χτυπήθηκε και σείστηκε. Κούνησα απεγνωσμένα το κεφάλι μου να αποτρέψω την φρικαλέα του όψη, αλλά δεν κατάφερα να σκοτώσω την εικόνα του από το μυαλό μου. Οπισθοχώρησα κρατώντας το κεφάλι μου και με κάποιο θεικό τρόπο ακολούθησε και το δεμένο με την κλωστή αμαξάκι. Η πλάτη μου ακούμπησε τοίχο, και το παιχνίδι έμεινε ακίνητο στην ίδια θέση που το είχα βρεί εξ'αρχής. Χωρίς καν να βρώ χρόνο να συνέλθω το σώμα μου οδηγήθηκε στο επόμενο δωμάτιο.
Χωρίς πόρτα, χωρίς τοίχους χωρίς καν σταθερό πάτωμα, το δωμάτιο αυτό διέφερε από τα υπόλοιπα. Τα λείψανα που είχανε μείνει να ονομάζονται τοίχοι ήταν κατάλευκα και γκρεμισμένα. Το πάτωμα ήταν γυμνό και σε ορισμένα σημεία εντελώς τρύπιο, φανερώνοντας το απόλυτο κενό του θανάτου χωρίς να βγάζει νόημα υπονοόντας μια περίεργη, απόκοσμο γεωμετρία και αρχιτεκτονική. Τα βήματα μου ήταν προσεκτικά και μετρημένα, αποφεύγοντας όσο το δυνατόν περισσότερο να πατήσω πάνω σε έδαφος που φαινόταν κούφιο. Δεξιά, στο υποτιθέμενο τέλος του δωματίου, καθώς δεν είχε ολοκληρωμένους τοίχους να βάζουν τα όρια, υπήρχε ένα μικρό λευκό χρηματοκιβώτιο. Ήταν ήδη μισοανοιγμένο και η μεγάλη ροδέλα που κοσμούσε την πόρτα του ήταν σκουριασμένη. Έτρεμα να πλησιάσω από φόβο μην πέσω στο κενό που με περιέκλυε. Το χρηματοκιβώτιο έμοιαζε να αιωρείται καθώς γύρω του δεν υπήρχε τίποτα. Σαν να είχε αποκοπεί από την ελάχιστη συνοχή του υπόλοιπου δωματίου και να αιωρούταν σταθερά και απόκοσμα. Η νύχτα μπροστά μου φαινόταν καθαρή και φωτεινή, καθώς δεν υπήρχε τίποτα που να με εμποδίζει να την δώ. Άλλωστε το ταβάνι είχε καταρρεύσει χρόνια πρίν.
Λόγω του έντονου φωτισμού παρατήρησα κάτι παλιές ξύλινες σανίδες, πεσμένες στο πάτωμα και παραμελημένες. Έπρεπε πάση θυσία να φτάσω το μικρό χρηματοκιβώτιο. Ήταν σάπιες, μα ήταν κυριολεκτικά, οι μόνες σανίδες σωτηρίας μου. Έπρεπε επιτέλους να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης. Τις μάζεψα, βγάζοντας ένα μορφασμό. Ήταν βρεγμένες, και γλιστρούσαν. Σε μία, με κάποιο τρόπο είχαν αναπτυχθεί βρύα πάνω. Τις έστησα προσεκτικά σε σειρά μπροστά μου, φτάνοντας το κομμάτι που φιλοξενούσε το λευκό ανοιγμένο κουτί. Χωρίς να κοιτάω κάτω, και απαγγέλοντας από μέσα μου παιδική ποίηση για κουράγιο, έτεινα τα χέρια μου στα πλάγια και περπάτησα όσο πιο γρήγορα γινόταν πρός τον στόχο μου. Φαίνεται πώς στα δύσκολα η θέληση μου ξαναπαίρνει τα πρωτεία στις αποφάσεις καθώς το υποσυνείδητο μου είναι δειλό και ανίκανο. Όταν έφτασα, γατζώθηκα κυριολεκτικά πάνω στο σιδερένιο κουτί και για λίγο δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάω την μαύρη κόλαση που με περίμενε να πέσω σε κάθε λάθος βήμα μου. Όμως μέσα από το χρηματοκιβώτιο, ακούστηκαν περίεργοι..έμβιοι ήχοι.
Χωρίς να διστάσω έβαλα μέσα τα δάχτυλα μου και η πόρτα άνοιξε, αποκαλύπτωντας ένα χρηματοκιβώτιο γεμάτο από ζωή. Μικρές γάτες παίζανε ήρεμα η μία με την άλλη, χωρίς να σταματήσουν για να με κοιτάξουν. Δεν ενοχλήθηκαν καν από το απότομο φώς που γέμισε το στενό κουτί. Στοιβαγμένες και στριμωγμένες κατ' επιλογή, συνέχισαν να γλύφονται και να βγάζουν ελαφρά τα νύχια τους. Το θέαμα υποδήλωνε κάτι ειρηνικό και ήταν εντελώς αταίριαστο με το υπόλοιπο απειλητικό περιβάλλον. Σχεδόν με μάγεψε και χάθηκα στην μαγεία αυτής της ασφάλειας που είχα εγώ ο ίδιος επιλέξει να αφήσω πίσω. Έβαλα μέσα το χέρι μου και προσπάθησα να χαιδέψω απαλά μία από αυτές, όμως φαίνεται πώς με θεώρησαν παρείσακτο. Κάποια από αυτές άρχισε να νιαουρίζει ενοχλητικά και με κοίταξε με μάτια που φλεγόντουσαν από μίσος και σκοτάδι. Οι υπόλοιπες νιώθοντας την επικείμενη απειλή, ακολούθησαν το παράδειγμα της και ξεμπλέχτηκαν μεταξύ τους παίρνοντας μια έντονη στάση με το τρίχωμα τους τεντωμένο. Τότε ήταν που παρατήρησα ότι όλες  είχαν συγκεκριμένα μέλη τους με άσπρο τρίχωμα. Κάποιες τα πόδια, κάποιες το κεφάλι και κάποιες άλλες μόνο τις πατούσες. Η πρώτη που επιτέθηκε πριόνησε με τα νύχια της το πρόσωπο μου. Σαν ιεροτελεστία αργά και ήρεμα ακολούθησαν και οι υπόλοιπες. Ανέβαιναν πάνω μου και έσκιζαν την σάρκα μου με τα νύχια τους, αργά και βασανιστικά και απόλυτα οργανωμένα.  Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, τις έπιανα και τις πετούσα στην άλλη μεριά, τις πατούσα κάτω, τις δάγκωνα, μα πάνω απο όλα, είχα χάσει τον έλεγχο και ξερίζωνα μέλη τους. Όταν πλέον τελείωσε το μακελειό συνειδητοποίησα ότι όσα μέλη είχα αποκόψει, ήταν λευκά. Τα σώμματα τους κείτονταν ματωμένα και άψυχα, ενώ εγώ ένιωθα κουρασμένος και ξεσκισμένος. Έβαλα τα κλάματα όταν πλέον κατάλαβα ότι τα χέρια μου πίεζαν στο στόμα μου, τα αποκομμένα μέλη των άτυχων αυτών πλασμάτων. Άβουλα άνοιξα το στόμα μου και γέμισα με την μεταλλική γεύση του αίματος. Δεν θέλω να συνεχίσω την περιγραφή αυτή..οι φρικαλέες πράξεις μου ήδη με στοιχειώνουν, δεν χρειάζεται να τις θυμάμαι...
Βγήκα έξω μίζερος και αηδιασμένος από τον ίδιο μου τον εαυτό. Είχα ακόμα όμως να περάσω και άλλα δωμάτια..έπρεπε να τελειώσω το τελετουργικό. Ο διάδρομος ήταν το ίδιο αφιλόξενος με πρίν κάνοντας με να τρεκλίζω κοιτώντας γύρω μου σπασμωδικά. Ποιές πύλες της κολάσεως περίμεναν να με υποδεχθούν και τι βασανιστήριο ενάντια στην ανθρώπινη μου φύση θα έπρεπε ακόμα να υποστώ? Χωρίς καν να ανοίγω τα μάτια μου πλέον, χτύπησα με την φόρα που είχαν πάρει τα πόδια μου στην επόμενη πόρτα. Δεν ήταν σαν τις υπόλοιπες όμως. Ήταν φρεσκοβαμένη και καινούργια. Μύριζε ακόμα μπογιά και στεγνό ξύλο. Άνοιξε απότομα απόκαλύπτοντας...το τίποτα. Το απόλυτο κενό. Περπάτησα χωρίς να πέσει το σώμα μου. Τα πόδια μου στηρίζονταν πάνω σε χιλιάδες μικρές νεφέλες. Όμως δεν έβλεπα τίποτα που θα μπορούσε να με κάνει να απαρνηθώ τον άνθρωπο μέσα μου. Ίσως είχα φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Ίσως να είχε τελειώσει η κατάρα που με βασάνιζε. Μπορεί και να ξυπνούσα τώρα και να έλεγα ότι όλα αυτά ήταν ένας κακόγουστος εφιάλτης, μια άσχημη απομίμηση των ονείρων που έβλεπα συνήθως.
Όμως όχι..όχι, όχι, δεν θα ήμουν τόσο τυχερός. Μια λευκή μορφή διακρίθηκε εύκολα μέσα στο μαύρο αυτό τοπίο. Πέρασε μπροστά μου σαν αστραπή, αφήνοντας με να δώ μόνο την όψη του ριχτού φορέματος που κάλυπτε τα ζωτικά της σημεία. Ξαναπέρασε από πίσω μου κάθε φορά και πιο κοντά, πιο αργά, πιο έντονα...Το πιο τρομακτικό από όλα όμως δεν ήταν αυτό. Ήταν το σώμα της και η όψη της, ήταν η έκφραση της και το πρόσωπο της. Δεν είχε σώμα. Ούτε πρόσωπο. Ήταν αέρας, σκέτος αέρας που είχε στην μέση ένα μεγάλο ίσιο ξύλο σαν σκιάχτρο. Όμως το πρόσωπο της ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Είχε το πρόσωπο της μνηστής μου.
Ένα αόματο τραβηγμένο δέρμα στόλιζε την κορυφή της φρίκης, με μια γκροτέσκα όψη τραβηγμένου χαμόγελου χωρίς δόντια. Δεν υπήρχε κρανίο πίσω από αυτό το πράγμα, μόνο ξερό, ζαρωμένο δέρμα. Σαν μια ζωντανή μάσκα, η παρουσία στήθηκε μπροστά μου σταματώντας να  περιφέρεται στον αέρα. Με κοίταξε χωρίς νόημα, μα ο ιδρώτας στο πρόσωπο που και το αίμα που έχανα, μου προκάλεσαν τον μεγαλύτερο τρόμο που έχω ζήσει. Η κακοφτιαγμένη κούκλα έμεινε να με κοιτάει μέχρι που άρχισε να γελάει υστερικά και ασταμάτητα.
Δεν θυμάμαι απόλυτα την συνέχεια, δεν μπορώ να την ξέρω. Ζούσα ένα όνειρο μέσα στο όνειρο. Θυμάμαι να φωνάζω καταβεβλημένος εντελώς από την παράνοια του ονείρου ότι δεν ζήτησα αυτήν, δεν την κάλεσα και δεν την ήθελα εκεί. Εκείνη συνέχισε να γελάει και να απομακρύνεται σαν φάντασμα που χάνεται στην ομίχλη ενός νεκροταφείου. Κάποια στιγμή λιποθύμησα και όταν ξύπνησα ήμουν ξανά στην πύλη με τα κεφάλια των λιονταριών. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνω λάθος δεν καταλαβαίνω πώς μπόρεσα εγώ να εγκλωβιστώ σε μια τέτοια φρικαλέα αιωνιότητα. Κάθε φορά που τελειώνει το βασανιστήριο μου όμως, ξαναγυρνάω ξανά στην αρχή. Ώς τώρα έχουν περάσει μέρες και εβδομάδες και ίσως μήνες που διαπράτω ξανά και ξανά τα ίδια εγκλήματα σε εκείνο το αθώο παιδί, στα πλάσματα εκείνα στο χρηματοκιβώτιο, σε εκείνη την κούκλα με την γκροτέσκα όψη της αγαπημένης μου...Όσο και αν προσπαθώ να αποδράσω, να ξυπνήσω δεν μπορώ. Είμαι αναγκασμένος να τα ζώ..ξανά..και ξανά..και ξανά...