"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Το ψάξιμο της ψυχής.

[Γυναίκα εμφανίζεται στην άκρη της σκηνής. Βγάζει δειλά το κεφάλι της και κοιτάει το κοινό. Γελάει ελαφρώς και εμφνανίζεται ολόκληρη. Είναι βουτηγμένη στο αίμα και περπατάει υποκριτικά γενναία. Κάθεται, και ανάβει τσιγάρο]


Ο άντρας μου...ήταν η ζωή μου. Ερωτευτήκαμε νέοι, σχεδόν παιδιά. Εγώ στα 16 και εκείνος στα 18. Νεανικοί, πλατωνικοί έρωτες, καταλαβαίνεις τώρα. Περπατάγαμε χεράκι-χεράκι στους δρόμους, τρώγαμε παγωτό και βλέπαμε την άδεια πόλη μας να σαπίζει, ονειρευόμενοι πως κάποια μέρα θα φεύγαμε. Και όντως, φύγαμε. Όταν ενηλικιώθηκα πια, με πήρε από το χέρι και το σκάσαμε σαν κηνυγημένοι.
[Σηκώνεται ζαλισμένη] Ω είμαι τόσο κουρασμένη. Τα κόκαλα μου πονάνε και κρυώνω φρικτά. Νιώθω αδύναμα τα πόδια μου..θα πέσω κάτω...Μα όχι! [ανεβαίνει τόνος] Του άξιζε! Ό,τι και αν έπαθε του άξιζε! Γιατί ο καθένας έχει χρέη να πληρώσει σε αυτή τη ζωή και εγώ τα δικά μου τα πλήρωσα! Ακούς?? Τα πλήρωσα!! [πτώση]
Όταν φύγαμε δεν ξέραμε που ακριβώς πηγαίναμε. Βάλαμε για σημαία τον έρωτα μας και πλεύσαμε στο άπειρο. Όμως ξεκίνησαν οι φουρτούνες. Δεν είχαμε σταθερή κατοικία -που να την βρούμε, άλλωστε δύο άνεργα παιδαρέλια?- δεν είχαμε χρόνο και δεν είχαμε καμία ειδίκευση. Σύντομα εκείνος έπιασε δουλειά σε ένα ξυλουργείο και εγώ με τις ταπεινές μου γνώσεις έραβα φορέματα σε μια βιοτεχνία. Μόλις αρχίσαμε να στεκόμαστε στα πόδια μας, ήρθε το πρώτο χτύπημα. Ο πατέρας μου πέθανε, και πριν περάσουν λίγες μέρες μέχρι να επισκεφθώ την μάνα μου, πέθανε και εκείνη.
[ανεβαίνει] Και εκείνος αντί να με παρηγορήσει, να με πάρει μια αγκαλιά, να με αφήσει να κλάψω στον ώμο του και να μου υποσχθεί ένα καλύτερο αύριο έκανε υπερωρίες! Μα τι άνθρωπος είναι αυτός? Εσείς θα το δεχόσασταν? Φυσικά και όχι!Ε..ούτε και εγώ το δέχτηκα..
[πτώση] Λοιπόν..το ξεπέρασα και αυτό χωρίς να βγάλω κουβέντα. Τι να έλεγα δηλαδή...δούλευε ο άνθρωπος. Η τουλάχιστον έτσι έλεγε. Η ζήλεια μέσα μου άρχισε να θεριεύει και οι υπερωρίες όλο και πολλαπλασιάζονταν. Δεν γύριζε σπίτι μέχρι τις 3 το ξημέρωμα μερικές φορές και 4. Ποτέ δεν βρήκα σημάδι πάνω του, ούτε κραγιόν, ούτε τίποτα. Όμως οι ενδείξεις αυξάνονταν και εγώ τρελαινόμουν. Δεν μου έδινε σημασία και όταν το συνειδητοποιούσε άρχιζε τις γλύκιες και τα μέλια και τα "αγάπη μου, λατρεία μου, μάτια μου". Δεν το έβλεπε ότι έβραζα, δεν έβλεπε ότι καταλάβαινα τις τυχαίες ματιές προς την πόρτα. Δεν ήξερε ότι έβλεπα μέσα του, ότι μπορούσα να συνειδητοποιήσω κάθε του κίνηση και πράξη. Όχι, όχι, δεν το έβλεπε. Ήξερα τα πάντα. Ποιά ήταν, γιατί αυτή, κάθε πότε, πώς...τα πάντα. Μου τα έλεγε και τα επιδείκνυε περήφανα μπροστά μου για να με δεί να πέφτω πρός τη σωτηρία της αγάπης μας.
[Παρανοικά] Γι' αυτό και μια μέρα, τρελαμένη από την ζήλεια...πήρα το μαχαίρι και άνοιξα το στήθος του να δώ αν είχε ακόμα καρδιά ή την είχε δώσει ολοκληρωτικά στην άλλη. Και ενώ εκείνος ούρλιαζε εγώ του φώναζα σε ποιά κόλαση είχε κάψει την ψυχή του, σε ποιό δαίμονα είχε ορκιστεί το μυαλό του, σε ποιό κορμί είχε χαρίσει το σώμα του. Ποιά χέρια, ποιά στήθη είχαν χαιδέψει αυτά τα μπράτσα που κάποτε με άγγιζαν και έτρεμαν από προσμονή? Και ούρλιαζε και φώναζα και κάρφωνα με μανία το μαχαίρι μου πάνω του ξανά και ξανά μέχρι που πλέον δεν υπήρχε αντίσταση. Του άξιζε! Όλα του άξιζαν! Με είχε τρελάνει, με είχε κάνει παρανοική απλά για να παίξει με μια κοπελίτσα που είχε τα μισά του χρόνια! Του άξιζε, του άξιζε σας λέω!
Η καρδιά του ήταν ακόμα εκεί. Η ψυχή του όχι. Και η μέρα αυτή...τυχαίνει... να είναι σήμερα!
[Παρανοικό γέλιο]

Δεν υπάρχουν σχόλια :