"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Το πραγματικό πρόσωπο του Σύμπαντος.

Την πέταξε κάτω με δύναμη τραβώντας την από τα μαλλιά. Εκείνη πάλευε να ξεφύγει από την λαβή του, ούρλιαζε, Θέε μου, και αν ούρλιαζε. Είχα μείνει να την κοιτάω, να κοιτάω την κατάρρευση της ομορφιάς της και της δύναμης της. Ήταν πια δέσμια της οργής του και εγώ υπέφερα σε κάθε χτύπημα, σε κάθε χαστούκι.
Την εξάντλησε και την έδεσε στην καρέκλα  ανάμεσα στον Ερμή και στον Δία. Η Αφροδίτη έκλαιγε και σπάραζε, φώναζε στο Σύμπαν, παρακαλούσε να αντικατασταθεί εκείνη από το άμοιρο το κορίτσι. Μάταιη κάθε κραυγή της, κάθε ικεσία της. Το Σύμπαν ήταν αποφασισμένο. Την έλουσε με καυτό λάδι, αργά, ρίχνοντας το υγρό λίγο λίγο σε κάθε εμφανές σημείο του κορμιού της. Η Αφροδίτη με κοίταξε, με το βλέμμα της να στάζει από απόγνωση και παραίτηση, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα. Οι άλλοι πλανήτες γελούσαν χαιρέκακα, χειροκροτώντας και χουφτώνοντας τα γεννητικά τους όργανα. Το Σύμπαν πέταξε το δοχείο με το λάδι στην άκρη του δωματίου και σήκωσε τα χέρια του στον αέρα, λαμβάνοντας την έγκριση του πλήθους να πράξει και άλλα. Η χυδαιότητα αυτού του δωματίου δεν είχε τέλος.
Σιωπή απλώθηκε στον χώρο. Βήματα και γδαρσίματα ακούστηκαν κάπου στο βάθος, εκεί που κρυβόταν πρόστυχα ο Πλούτωνας. Ένα τεράστιο λιοντάρι περπάτησε κατά μήκος του δωματίου, γρυλλίζοντας και μουγκρίζοντας θυμωμένα. Εστίασε την ματιά του στο Σύμπαν, και το κοίταξε απειλητικά. Το Σύμπαν, σαν να ήταν ζωγραφισμένο σε καρτούν, άπλωσε στο πρόσωπο του το πιο χυδαίο, βρώμικο, άπληστο χαμόγελο και έτριψε τις παλάμες του μεταξύ τους. Ο λέον δεν πτοήθηκε. Πλησίασε το Σύμπαν, ορθώθηκε μπροστά του και με ένα πήδο βρέθηκε με τα μπροστινά του πόδια στους ώμους του. Το έγλυψε στο λαιμό αναγνωριστικά και απομακρύνθηκε με προσοχή, σαν να είχε μάθει ένα μυστικό το οποίο φανέρωνε κάθε αλήθεια κινδύνου και κάθε δύναμη που έκρυβε το Σύμπαν. Το λιοντάρι γύρισε την πλάτη του και αντίκρυσε τις πληγές της θνητής, που πλέον ούτε να ουρλιάξει δεν μπορούσε. Βάλθηκε να γλύφει τις πληγές της, να την παρηγορεί τρίβοντας το πρόσωπο του στα πόδια της, να αγριοκοιτάζει όποιον άλλο πλανήτη προσπαθούσε να την πλησιάσει, μέχρι που το Σύμπαν είδε το ανακουφισμένο βλέμμα της Αφροδίτης. Εκεί άλλαξε τελείως. Παραμορφώθηκε το πρόσωπο του, νευρίασε τόσο πολύ που άρχισε να κλοτσάει το ζώο βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Το άμοιρο πλάσμα, έπεσαν όλοι οι πλανήτες πάνω του, και μπροστά στα μάτια μου το ξέσκισαν, το έκαψαν, το άνοιξαν στα δύο...και κρέμασαν το κουφάρι του στο δαχτυλίδι του Κρόνου, σαν τρόπαιο. Σαν τιμωρία για την θνητή να το κοιτάει. Όμως εκείνη δεν έβλεπε πια. Είχε κλείσει τα μάτια της και έψαλλε ξόρκια και ικεσίες που άδικα την κούραζαν. Ήταν καταδικασμένη.
Άλλο ένα κύμα ενθουσιασμού διαπέρασε το πλήθος. Το Σύμπαν εμφάνισε μια κούτα, ή καλύτερα, ένα τεράστιο κουτί με τσιγάρα που είχε φέρει η Γή, και τα μοίρασε στα αδηφάγα βλέμματα των πλανητών. Ένας αναπτήρας δόθηκε από χέρι σε χέρι και εμφανίστηκαν 10 λαμπυρίζοντα κοκκινωπά φώτα στο σκότο του δωματίου, με τελευταίο και πιο βασανιστικό, το τσιγάρο του Σύμπαντος. Την κοίταξε ειρωνικά, κάπνισε άλλη μια τζούρα και ψιθύρισε: "Παιδιά?"
Οι πλανήτες όρμησαν πάνω στη θνητή καίγοντας το δέρμα της, το κεφάλι της, το πρόσωπο της, βάζοντας φωτιά στα μαλλιά της και στα ρούχα της... Ο ορυμαγδός ήταν τόσο φρικαλέος που η Αφροδίτη όρμησε πάνω μου φωνάζοντας, " Κάνε κάτι, σε παρακαλώ, κάνε κάτι, δεν το αντέχω αυτό"
Δεν ήξερε ότι υπέφερα σωματικά και ψυχικά όσο η θνητή και ότι με κάθε πληγή που εμφανιζόταν στο δικό της σώμα, εμφανιζόταν μια αντίστοιχη και στο δικό μου. Το κατάλαβε λίγο αργότερα που είδε το πρόσωπο μου γεμάτο πληγές.
"Ω...εσύ..." ψιθύρισε. "Εσύ είσαι..." και έπιασε με τα ακροδάχτυλα της τις τρύπες στο πρόσωπο και στα χέρια μου.
Το Σύμπαν σφύριξε και οι πλανήτες απομακρύνθηκαν από το αγνώριστο σώμα. Ως και σήμερα, θυμάμαι ακόμα μια κλωστή που κρεμόταν από το λαιμό του πανωφοριού της, μια κλωστή που ακόμα έκαιγε όταν απομακρύνθηκαν οι βασανιστές. Κρεμόταν στο πλάι του στήθους της, και καιγόταν, σιγά σιγά, αναδίδοντας την ίδια λάμψη που προμύνηε την βαναυσότητα των τσιγάρων.
"Γιατί να μην την γδάρουμε όπως κάναμε με το λιοντάρι?" φώναξε φτύνοντας ο Κρόνος.
"Όχι, να την διαπεράσουμε με δόρυ και να την αφήσουμε να ματώσει ώς το τέλος!" πρότεινε ο Άρης κοιτώντας την Αφροδίτη.
Η Αφροδίτη λούφαξε δίπλα μου, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει με τίποτα τον αγαπημένο της στα μάτια αυτού του τρελού. Το Σύμπαν έμεινε σκεφτικό, να ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, καρφωμένο πάντα στο σώμα της θνητής που ίσα που ανέπνεε.
Και τότε το είπε. Διέταξε να την λύσουν και να απλώσουν τα χέρια της και τα πόδια της στα πλάγια. Την έγδυσαν. Για την ακρίβεια, ξέσκισαν τα εναπομείνατα κουρέλια που κοσμούσαν ακόμα το σώμα της, και στερέωσαν με πασάλους τα πέλματα και τις παλάμες της στο πάτωμα. Πιστεύαμε ότι θα την βίαζαν, αλλά όχι, η ατιμία είχε άλλο όνομα αυτή τη φορά. Έμεινα να κρατάω την Αφροδίτη  που είχε πλέον καταρρεύσει και ούρλιαζε και σπάραζε "Το παιδί μου, το κορίτσι μου, μην πειράζετε το κορίτσι μου" ενώ κανείς δεν της έδινε σημασία. Την έλουσαν με βενζίνη. Γέλασαν μαζί της, την έφτυσαν, και τελικά, της έβαλαν φωτιά με τον ένα και μοναδικό αναπτήρα.
Δεν κουνήθηκε καθόλου. Το σώμα της καιγόταν για ώρες. Δεν ούρλιαξε, δεν φώναξε, δεν έβρισε. Μόνο συνέχισε να ψιθυρίζει υποσχέσεις που χάθηκαν στα βάθη του χρόνου, υποσχέσεις για εκδίκηση και επιστροφή. Έμεινε εκεί, να καίγεται, κάτω από τα βλέμματα και τα χειροκροτήματα όλων των πλανητών που συνέχισαν να φωνάζουν, να γλεντάνε και να χουφτώνουν τα τιποτένια, ανύπαρκτα, γεννητικά τους όργανα.
Και εγώ έμεινα εκεί, αγκαλιά με την άμοιρη μάνα που είχε εξαναγκαστεί σε αυτό το θέαμα, και είχε αντικρύσει τον σύζηγο της να ασελγεί στο κορμί του καρπού του έρωτα τους.  
Είμαι σίγουρος πώς δεν είναι τυχαίο όνειρο. Τα όνειρα μου ποτέ δεν είναι τυχαία.


Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Η πορεία του παιχνιδιού (Prt IV, Final)

Το κοριτσάκι πάγωσε. Τι βλέμμα ήταν αυτό, τι παρουσία. Τι αέρας κινούταν και απορροφώνταν από το αγόρι, τι φωτεινό που φαινόταν το παρελθόν το παρόν και το μέλλον του μέσα από εκείνα τα μάτια.
Η φωνή του την μάγευε, την σήκωσε από τις λάσπες και την πήρε αγκαλιά.
"Όλα καλά θα πάνε...μην φοβάσαι! Είμαστε μαζί τώρα!"  της είπε και χαμογέλασε, ενώ περιστέρια φτερούγισαν στον καταγάλανο ουρανό.
Ταξίδεψαν μακρυά,πολύ μακρυά.  Κάθε βήμα της μικρής μας ηρωίδας ήταν όλο και πιο ασταθές, όλο και πιο αβέβαιο. Το αγόρι δεν της έλεγε που πήγαιναν. Όμως είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να την κάνει να το εμπιστεύεται. Τις νύχτες δεν της μιλούσε, απλά της χάιδευε τα μαλλιά για να την κοιμήσει. Ήθελε να την κοιμίζει.
Κάθε μέρα της τραγουδούσε και της χαμογελούσε. Κάθε μέρα χόρευε και την μάγευε με τις κινήσεις του. Κάθε μέρα την αγκάλιαζε, της ψιθύριζε λόγια και λέξεις που εκείνη δεν καταλάβαινε. 
Έψαχνε το νόημα τους πίσω από τα γράμματα, πίσω από τα κόμματα και τις τελείες. Έψαχνε και βασανιζόταν να βρεί την ουσία έξω από τον κόσμο, να βρεί την πραγματική σημασία των όσων της έλεγε.
Αλλά μάταια. Το αγόρι δεν μπορούσε να έρθει στα μέτρα της μικρής μας ηρωίδας, ούτε και η ηρωίδα μας μπορούσε να συντονιστεί στην συχνότητα του αγοριού. Οι τριβές ξεκίνησαν.
Το αγόρι κατάλαβε ότι η μικρή μας φίλη δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις κινήσεις του, ούτε μπορούσε να συννενοηθεί μαζί του. Είχαν μόνο την γλώσσα του σώματος και τίποτα άλλο.
Ατελείωτες ώρες νοημάτων και κινήσεων πέρασαν τα δύο παιδιά χαμμένα στο δάσος. Πάντοτε, κατευθυνόμενα πρός ένα προορισμό που η μικρή μας φίλη δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να μάθει.
Ο καιρός περνούσε αργά και σταθερά. Το αγόρι όμως κουραζόταν και σταμάτησε να προσέχει το κορίτσι μας. Δεν την χαίδευε πλέον, δεν πρόσεχε την παρουσία της. Κάθε πρωί ξυπνούσαν μαζί και προχωρούσαν ξανά πρός το δάσος.
Η μικρή μας ηρωίδα πάλευε συνεχώς να προσεγγίσει το αγόρι, όμως μάταια. Του έδειξε την τράπουλα της, του μιλούσε ώρες και μέρες για τις θεωρίες της, κάθε φορά για να εισπράξει την απαξίωση και την αδιαφορία του συνοδοιπόρου της.
Ότι και αν έκανε, όσο και αν ταλαιπωρήθηκε, έμεινε άυπνη για να σκέφτεται το επόμενο της βήμα, όσο και αν βασάνισε το μυαλό της και την ψυχή της, το αγόρι είχε μεταμορφωθεί σε πάνινη κούκλα. Τίποτα δεν μπορούσε πλέον να του τραβήξει την προσοχή.
Εκτός από μια μέρα...μια σκοτεινή και βροχερή μέρα. Στο μοναχικό δρόμο που προχωρούσαν τα δύο παιδιά κάτι φαίνεται να έλαμψε ανάμεσα στις φυλλωσιές. Ένα αερικό, μια αιθέρια λάμψη πλανόταν ανάμεσα σε ένα σκοτεινό δρομάκι, εκεί, μέσα στα φύλλα ενός θάμνου.
Το πρόσωπο του αγοριού έλαμψε. Στα μάτια του τρεμόπαιξε ένα τύμπανο θριάμβου,μια διέξοδος ίσως από ένα λάθος του παρελθόνος.
Γύρισε προς το μέρος του κοριτσιού, της χαμογέλασε όλο ελπίδα, και κίνησε πρός το φώς. Το κορίτσι αναθάρεψε, πίστεψε πώς ο δρόμος ήταν χαραγμένος και για αυτήν και για τον μικρό της φίλο.
Όμως όχι. Το αγόρι σταμάτησε τον δρόμο του, γύρισε να την κοιτάξει, έγνεψε αρνητικά, και έτρεξε πάλι πρός το αιθερικό φώς.


 Και εκεί, η μικρή μας φίλη, κατέρρευσε.
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ασφάλειας, βρέθηκε μόνη της σε ένα αχανές δάσος, μην έχοντας ιδέα για το που βρίσκεται, ή το πώς θα γυρίσει σπίτι της. Τα ουρλιαχτά της ακούστηκαν σε όλη την πλάση. Οι κραυγές αγωνίας, τα κλάματα και οι ικεσίες τάραξαν τις νύχτες της για πολύ καιρό
Και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν θυμόταν ποιός ήταν ο σκοπός της. Κατάλαβε ότι δεν θυμόταν ποιά ήταν. Οι μέρες σιγουριάς δίπλα στο αγόρι που την κατεύθυνε, είχαν  μειώσει την ικανότητα της να βρίσκει τον δρόμο της και τους σκοπούς της. Για την ακρίβεια, το αγόρι είχε κλέψει ολόκληρο της τον εαυτό.
Πολλές μέρες και νύχτες γυρνούσε μόνη της στο δάσος, μη βρίσκοντας τροφή, ούτε και νερό. Δεν είχε σκοπό, γυρνούσε γύρω γύρω συνεχώς κάνοντας νοητούς κύκλους γύρω από το σημείο που το αγόρι την είχε εγκαταλείψει κυνηγώντας ένα όνειρο. Σιγά σιγά, αναγνώρισε τα βήματα της στη λάσπη και σταμάτησε να ακολουθεί τον εαυτό της σε ένα ατέρμονο ταξίδι ελπίδας της επιστροφής του οδηγού της. Τόλμησε να βγεί έξω, έξω από την πλάση με τα ζώα και τα φυτά, έξω από το δάσος που την είχε απειλήσει και πληγώσει.
Κάποια μέρα έκλεισε τον κόσμο έξω, έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να τρέχει. Κουτούλησε στα δέντρα, έπεσε και έγδαρε τα γόνατα της, όμως όχι, έπρεπε να τρέξει, να φύγει. Δάφνες έστεψαν το κεφάλι της για αυτήν της την προσπάθεια, αν και το παρελθόν την κυνηγούσε κάθε φορά που κουραζόταν και έκοβε φόρα.
Κάθε φορά όμως τολμούσε, ξανά και ξανά, ακόμα και αν ήταν κουρέλι.
Και ξαφνικά έφτασε. Έφτασε σε μια απέραντη έκταση θάλασσας, σε μαλακό ζεστό χώμα που δεν λέρωνε και ήλιο, άφθονο και άπλετο ήλιο! Είχε βρεί τον ήλιο, τον σκοπό της ζωής της ολόκληρης, είχε βρεί τον λαμπερό και ακατανίκητο φορέα ζωής! 
Έτρεξε και χάθηκε στην έκταση νερού, έβγαλε από πάνω της τα χοντρά και βαριά πανωφόρια, έχασε κάθε ενδοιασμό, έβγαλε το δέρμα της και το έπλυνε στο καθαρό και αλμυρό νερό. 
Τα μαύρα στίγματα έφυγαν από πάνω της, τα πνευμόνια της καθάρισαν από τον φρέσκο αλμυρό αέρα, εξαγνίστηκε κάθε ίνα του κορμιού της.
Και τότε θυμήθηκε την τράπουλα. Την έψαξε, την ανέλυσε, ανακάλυψε τα μυστικά της, την μαγεία της, το φώς της. Δεν ήταν πια ένα ξένο σώμα για εκείνη, ήταν η συνέχεια και η προέκταση της.
Καμία ντροπή, καμία κακιά σκέψη δεν την βασάνιζε πλέον. Ανέκτησε τις δυνάμεις της μέσα από τα χαρτιά, το παιχνίδι και την γή. Βρήκε ξανά το μυαλό της και τις έμφυτες ιδέες της που είχαν κρυφτεί στα βάθη του παρελθόντος. Βρήκε ταλέντα που δεν ήξερε, βρήκε ικανότητες και θεωρίες που είχε αναλύσει ξανά και ξανά χωρίς να καταλάβει. Όμως τώρα όλα είχαν μια πορεία, ένα νόημα, μια θεωρία που λειτουργούσε και στην πράξη!
Και η ζωή της πια ανήκε στην ακατάπαυστη κίνηση της θάλασσας.
Τα πλοία που περνούσαν από μπροστά της ήταν μαγευτικά. Μια τέτοια κίνηση της θύμιζε τις κινήσεις που έκανε και η ίδια, αέναες και μελωδικές, κατευθυνόμενες από τον άνεμο.
Κάθε πλοίο έφερνε και κάτι διαφορετικό. Τροφή, διασκέδαση, γνώσεις, κουλτούρα..και το κάθε τι ήταν παραπάνω από ευπρόσδεκτο.
Η μικρή μας ηρωίδα, τα πανέξυπνα μάτια της, οι γνώριμες κινήσεις της, όλα επέστρεψαν από τα βάθη των Ταρτάρων.
Έχτισε τα όνειρα της με ξύλα και καλάμια, και κάθε μέρα τα συντηρούσε και τα φρόντιζε. Άρχισε να τα πλάθει με άμμο, να τα μεγαλώνει, να προσκαλεί και άλλα κοριτσάκια και αγοράκια να τα δούν και να τα πιάσουν. Βοηθούσαν όλοι μαζί στο χτίσιμο, κάθε μέρα και από λίγο.


 Ταυτόχρονα, χτιζόντουσαν κάστρα στην άμμο με σημαίες και δράκους, με πριγκίπισσες και ηρωικά πριγκιπόπουλα, με ιστορίες και φωτιές. Με μουσικές και μελωδίες, με γράμματα και νότες, όλα συντονισμένα και αρμονικά.


Το δάσος ξεχάστηκε. Άλλωστε τι σημασία είχε πλέον? Και ο σκοπός της ξεχάστηκε...και αντικαταστάθηκε από άλλους σκοπούς, μεγαλύτερους και πιο εντυπωσιακούς.
Ο σκοπός πλέον, ήταν το παιχνίδι. Το παιχνίδι ολόκληρο.