"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Θεία Δίκη



«Δεν έχω πολύ χρόνο. Αλλά πριν φύγω πρέπει να αφήσω το στίγμα μου πίσω. Δεν μπορώ να φύγω χωρίς μια εξήγηση, χωρίς τίποτα. Αλλά νιώθω ήδη την καρδιά μου να αδυναμεί. Ναι, ναι δεν έχω πολύ χρόνο…»




Η ραδιοφωνική εκπομπή που άκουγε τον είχε καθηλώσει. Μα ήταν, μα το Θεό, πολύ έξυπνο να βάλουν έναν εκφωνητή να διαβάζει νουβέλες τρόμου τις βραδινές ώρες. Αυτός δεν διάβαζε ποτέ…ούτε τον χρόνο είχε ούτε τα λεφτά για ένα τέτοιο άθλημα. ‘Έτσι αυτή η πειρατική ραδιοφωνική εκπομπή, τον βόλευε, ειδικά τώρα που δούλευε βράδυ. Βοηθούσε στο να μην κλείνουν τα μάτια του όσο ήταν στο τιμόνι. Είναι αλήθεια όμως ότι πέραν του γυμνασίου που είχε τελειώσει πριν πολλά χρόνια δεν είχε ανοίξει βιβλίο.
Μισούσε το σχολείο, και όταν πια πάτησε πόδι στο σπίτι του για να το σταματήσει τον έδιωξαν. Έτσι, μάζεψε τα κομμάτια του και μετά από πολύ καιρό που ζούσε σε άθλιες συνθήκες, κατάφερε να ορθοποδήσει με αυτή τη δουλειά.
Οδηγός νταλίκας.
Ακουγόταν πολύ άσχημα έτσι? Ναι το σκεφτόταν πολύ τα τελευταία χρόνια…αλλά από αυτό ζούσε και δεν μπορούσε απλά να το εγκαταλείψει. Να είναι καλά ο εργοδότης του που παρόλο που δεν είχε δίπλωμα στα 18 του, τον βοήθησε να μάθει να οδηγάει και του έδωσε δουλειά. Παράνομη μεν, κερδοφόρα δε. Μα άλλωστε…ζούσε ποτέ με βάση τον νόμο? Όπλα, ναρκωτικά, και παράνομο χρήμα μετέφερε καθημερινά, από παιδί.
Δεν μπορεί κανείς να πει ότι ο Μπόμπ πέρασε φυσιολογική εφηβεία. Έκλεβε, κάπνιζε, είχε μπλέξει με μαφίες και μυστικές υπηρεσίες. Και πάντα μα πάντα το αφεντικό του τον ξελάσπωνε. Πάντα ήταν εκεί γι αυτόν όποτε έκανε κάτι λάθος. Ναι τον τιμωρούσε όμως. Του έκοβε τον μισθό, μερικές φορές τον χτυπούσε…αλλά τον έσωζε το μόνο βέβαιο. Ποτέ του δεν κατάλαβε όμως γιατί…? Γιατί όλα αυτά, ειδικά στον Μπόμπ? Ναι το είχε απορία… Καλά δεν θα έσκαγε κιόλας. Του αρκούσε που ζούσε την ζωούλα του, χωρίς πολλές έγνοιες και τίποτα να μην πηγαίνει στραβά. Αυτή ήταν η ζωή του και δεν θα άλλαζε τώρα. Είχε συνηθίσει και….
Ντουμπ!
Τι ήταν αυτό? Κάτι πάτησε…η νταλίκα σείστηκε ολόκληρη. Δεν είναι δυνατόν….τι πάτησε, ολόκληρο ελάφι? Σταμάτησε απότομα. Κοιτούσε τα φώτα που φέγγιζαν στον δρόμο και οι σκέψεις πηγαινοέρχονταν σαν αστραπές. Μισούσε τα αίματα. Τα μισούσε, τα μισούσε, τα μισούσε….
Έπρεπε να κατέβει να δει έτσι? Δεν μπορούσε να αφήσει το….οτιδήποτε είχε περάσει κάτω από τις ρόδες της νταλίκας του… Πήρε μια βαθιά ανάσα, μάζεψε και τον φακό που ήταν στο κάθισμα του συνοδηγού, και πήγε να ανοίξει την πόρτα να κατέβει.
Αλλά η πόρτα δεν άνοιγε.
Έσπρωξε. Χτύπησε. Αλλά η πόρτα δεν άνοιγε. Εντάξει...θα έβγαινε από την πόρτα του συνοδηγού, δεν υπήρχε πρόβλημα. Πέρασε το άπλυτο σώμα του πάνω από τον λεβιέ ταχυτήτων και έκατσε στην διπλανή θέση. Και τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι ο εκφωνητής με την απαλή διαπεραστική φωνή δεν μιλούσε πια. Κραυγές διαπερνούσαν τα τύμπανα των αυτιών του. Τινάχτηκε πάνω και το έκλεισε με φρίκη. Έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε το φώς…πόσο του άρεσε το πρωινό και όχι το σκοτάδι. Πήρε κουράγιο και πίεσε τον εαυτό του να πλησιάσει το χερούλι….και το τράβηξε. Όμως η πόρτα, δεν άνοιξε.




Πανικός τον κατέβαλε. Η κλειστοφοβία του έφτανε στα ύψη ενώ άρχιζε να έχει ταχυπαλμίες. Τι θα έκανε ο Μάρκ στη θέση του? Θα τον καλούσε, θα τον έπαιρνε τηλέφωνο να τον βοηθήσει, να τον ξελασπώσει για ακόμα μια φορά. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα είχε σήμα εκεί που είχε βρεθεί…
Άρχισε να ψάχνει μανιωδώς το εσωτερικό της νταλίκας με σπαστικές κινήσεις. Κάτω από το κάθισμα, κοντά στον λεβιέ ταχυτήτων, πίσω από το τιμόνι μέχρι που το βρήκε κάτω από το χαλάκι στο κάθισμα του συνοδηγού. Λίγα ακριβώς δευτερόλεπτα πριν πέσει σε παραλήρημα…
Κάλεσε το νούμερο που είχε μάθει χρόνια τώρα απέξω και περίμενε να ακούσει την άλλη γραμμή να χτυπάει…
-Μπόμπ! Δεν σου έχω πεί να μην με παίρνεις εδώ μόνο όταν είναι έκτακτη ανάγκη? Γρύλισε ο Μάρκ από την άλλη γραμμή.
-Μάρκ έχω μπλέξει…δεν ξέρω τι συμβαίνει, είμαι κολλημένος στη μέση του πουθενά, δεν παίρνω μπρός, έχω κλειδωθεί μέσα, και έχω συγκρουστεί σε κάτι….Μαρκ δεν ξέρω τι να κάνω τι….
-Ρε ηρέμησε!! Τον διέκοψε ο Μαρκ. Τίποτα δεν τρέχει, αν έβαζες το μυαλό σου να δουλέψει θα είχες φύγει ήδη…Κατέβασε ένα από τα δύο παράθυρα και ξεκλείδωσε με τα κλειδιά βγάζοντας το χέρι σου έξω. Δεν ήθελε πολύ σκέψη. Και τώρα σε κλείνω και θα τα πούμε από κοντά όταν έρθεις…
Η γραμμή έπεσε. Υπό άλλες συνθήκες ο Μπομπ θα ήθελε να είχε πεθάνει με την τελευταία απειλή αλλά όχι τώρα. Ήταν υπερβολικά τρομαγμένος για να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο πέραν του πώς θα έβγαινε από εκεί μέσα.
Έβγαλε με βία τα κλειδιά από πίσω από το τιμόνι και κατέβασε το παράθυρο του μόνο λίγα εκατοστά ίσα για να χωράει το χέρι του…Τα μάτια του έκοβαν μανιωδώς βόλτες έξω μήπως καταφέρουν να εντοπίσουν κάτι που θα τον έκανε να ουρλιάξει και να λιποθυμήσει.
Για καλή του τύχη ξεκλείδωσε με επιτυχία και χωρίς κανένα πρόβλημα. Άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα αποφασισμένος τώρα πια να κοιτάξει τι είχε πατήσει νωρίτερα. Προφανώς ήταν κάτι μεγάλο…πολύ μεγάλο…που τώρα θα σπαρτάριζε στην άσφαλτο ανήμπορο χωρίς να μπορεί να περπατήσει.
Τα βήματα του αργά, η ανάσα του γρήγορη, και ο πανικός στα ύψη. Αυτό προσπαθούσε να αποφύγει, και τώρα ήταν αντιμέτωπος μαζί του. Και έπρεπε να δει τι είχε περάσει κάτω από τις ρόδες του.
Φτάνοντας τόσο κοντά στο μπροστινό μέρος της νταλίκας αποφάσισε να το δεί γρήγορα, μια γρήγορα ματιά μόνο, και να κάνει μεταβολή για να χωνέψει αυτό που θα είχε δει.Πετάχτηκε μπροστά στην νταλίκα του σαν να αιφνιδιάζει παιδάκι που κλέβει σοκολάτες από το ντουλάπι, αντικρίζοντας το απόλυτο κενό. Το τίποτα…ούτε καν μια σταγόνα αίμα. Τα μάτια του αν έπαιζε σε κάποιο κινούμενο σχέδιο θα μεταλλάσσονταν σε δύο τεράστια ερωτηματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει με τι είχε συγκρουστεί.
Έκανε μεταβολή και σχεδόν τρεκλίζοντας άρχισε να κάνει ένα-ένα βηματάκια προς την πόρτα της νταλίκας με σκυμμένος κεφάλι προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε μόλις γίνει.Και τότε την αντίκρισε.
Μια κοπέλα στεκόταν μπροστά του. Τα κομμάτια του σώματος της που μπορούσε να δεί, τα ακάλυπτα κομμάτια της, ήταν σάπια…σε μερικά σημεία μπορούσε να διακρίνει κόκαλα…σαπισμένο, πηγμένο αίμα…. Τα μαλλιά της, κάποτε ξανθά, τώρα μέσα στην ακαθαρσία, γεμάτα χώματα και αίμα, κάλυπταν το πρόσωπο της φτάνοντας μέχρι την μέση της. Η όψη της ήταν φρικιαστική και τα κουρέλια που φορούσε δεν βοηθούσαν στο να μην πανικοβληθεί ο Μπόμπ.
Άρχισε να φωνάζει, να οπισθοχωρεί με φρίκη και παραπατώντας βρέθηκε κάτω στην άσφαλτο σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Είχε έρθει κατά πρόσωπο με τον χειρότερο εφιάλτη του. Συνέχισε να φωνάζει, τώρα όμως ζητούσε απεγνωσμένα συγγνώμες και δικαιολογίες ότι δεν έφταιγε αυτός.
Η κοπέλα δεν φάνηκε να πτοείται…προχώρησε με αργό σταθερό βήμα προς το μέρος του ενώ αυτός ανήμπορος πια να αντιδράσει καθόταν στην άσφαλτο και απλά έτρεμε.
Αναμνήσεις περνούσαν πίσω από τα μάτια του, αφήνοντας πίσω τους το στίγμα της ενοχής. Πριν αρκετά χρόνια, είχε βρεθεί στον ίδιο δρόμο μεταφέροντας 35άρια πυροβόλα…καλό εμπόρευμα έπιασε πολλά στην μαύρη αγορά. Καθώς ήταν και πιο νέος είχε και παρέα μαζί του. Η παρέα πρότεινε να σταματήσουν σε μια εκεί κοντά να πιούνε 2-3 μπύρες και να ξεσκάσουν από το μακρύ ταξίδι. Σταμάτησαν λίγα μέτρα πιο κάτω, ένα εστιατόριο διανυκτέρευε με μόνη υπεύθυνη εκεί μια ξανθιά κοπέλα γύρω στα 22. Η παρέα μπήκε με θόρυβο μέσα και πιάνοντας ένα τραπέζι ζήτησαν από την κοπέλα να τους πλησιάσει. Ξεκίνησαν με μπύρα και προχώρησαν στα πιο βαριά. Είχαν όλοι καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ, και δεν καταλάβαιναν τι έκαναν. Η κοπέλα τους πλησίασε και τους ζήτησε ευγενικά να αποχωρήσουν γιατί η ώρα ήταν περασμένη. Ήταν μεθυσμένοι όμως και δεν έλεγχαν τι έκαναν. Το αρρωστημένο μυαλό τους πήγε σε μία μόνο σκέψη, πάνω στο θυμό που είχε τολμήσει η κοπέλα να τους ζητήσει να φύγουν.Την ακινητοποίησαν και πάνω της εκτόνωσαν τις ορέξεις τους…
Την βίασαν. Ξανά και ξανά και ξανά. Η κοπέλα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ούρλιαζε, φώναζε για βοήθεια αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τους εξαγριώνει και να τους προκαλεί για περισσότερα. Όταν πια το ξημέρωμα έφυγαν, ακόμα μεθυσμένοι, η κοπέλα είχε πεθάνει. Φυσικά όλη η παρέα ξελασπώθηκε για άλλη μια φορά από “τα μεγάλα κεφάλια” αφήνοντας πολύ χρήμα στο τραπέζι των ξεπουλημένων.
Και τώρα βρισκόταν ολοζώντανη μπροστά του να έρχεται προς το μέρος του με τα τρεμάμενα ματωμένα χέρια της. Έκατσε στα γόνατα της χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του. Τα μάτια της,κενά από ζωή, κοιτούσαν με μια ειρωνική συμπάθεια τον ανήθικο οδηγό, μεταφέροντας τον φόβο μέσα στο αίμα του. Άπλωσε το χέρι της και το πέρασε από το πρόσωπο του σημαδεύοντας τον με αίμα στο σχήμα της παλάμης της. Και μετά σηκώθηκε και έφυγε, έτσι απλά, όπως ήρθε. Χάθηκε η όψη της στο σκοτάδι, και τότε προσπάθησε το θύμα να βρεί τα λογικά του.
Παραξενεμένος προσπαθούσε να ηρεμήσει την αναπνοή του. Καθάρισε με την αναστροφή του χεριού του τα μάτια του από το αίμα και ξάπλωσε στην άσφαλτο για να ηρεμήσει τους χτύπους της καρδιάς τους. Πίστευε ότι η ανακοπή, ήταν πολύ πιο κοντά από ότι φαινόταν.
Μέχρι που είδε άτομα να τον περικυκλώνουν. Γύρω του, σκοτεινές οπτασίες ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά του όλο και περισσότερο όλο και περισσότερο.. Αερικά με παραμορφωμένα πρόσωπα, με ανοιχτά στόματα, λιωμένα μάτια αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και σαρδόνια χαμόγελα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Οι παλμοί του όλο και ανέβαιναν και οι σκιές όλο και πλησίαζαν. Εκεί έχασε την δύναμη του. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε να αντιδράσει παρά μόνο να φωνάξει και να υπομένει τον πόνο που έβγαινε από το σώμα του που το ξέσκιζαν σαν αγριεμένα ζώα, σαν πεινασμένοι λύκοι που βρήκαν ξαφνικά τροφή μετά από πολύ καιρό. Έβλεπε τον εαυτό του να αιμορραγεί, να πεθαίνει νιώθοντας απόλυτα τον πόνο στο κορμί του. Οι οπτασίες γελούσαν. Η υστερία τους τρυπούσε τα τύμπανα του Μπόμπ και τον οδηγούσαν σε ένα τούνελ παράνοιας και τρέλας. Αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, αλλά ήξερε ότι θα ήταν οι τελευταίες του σκέψεις. Μόνος του, εκεί, στις τελευταίες του στιγμές, κατάλαβε πρώτη φορά τον κόσμο...
Τα ουρλιαχτά του αντηχούσαν παντού. Τρείς μέρες μετά έτυχε να περνάει ένα ζευγάρι νεόνυμφων όπου τον βρήκε σε άθλια κατάσταση, προφανώς νεκρό. Κάλεσαν την αστυνομία όπου βρήκε την ταυτότητα του καθώς και όλη σχεδόν την σπείρα παρανόμων. Το ίδιο και τον Μαρκ. Περιττό να αναφέρω ότι την γλίτωσαν για άλλη μια φορά.
Κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα περισσότερο και κανείς δεν τόλμησε να ξαναμιλήσει για τον ανεξήγητο αυτό θάνατο.


Μόνο που σε αυτό το διάστημα είχαν πεθάνει όλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια :