"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Για ποιά αλήθεια μου μιλάτε;




Μέρος 1ο:






Eίναι σαφώς αλήθεια, ότι πολλά παιδάκια σε μικρές ηλικίες, έχουν έναν ή και παραπάνω φανταστικούς φίλους. Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι είναι φυσιολογικό και ότι είναι απλές φαντασιώσεις . Εγώ υποστηρίζω ότι τα παιδιά έχουν αισθήσεις τις οποίες δεν έχουν όλοι….Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας. Δεν με θεωρώ ψυχοπαθή και δεν θέλω να με θεωρήσετε ούτε εσείς. Αντιθέτως θέλω να με αφήσετε να σαν καθοδηγήσω σε μια ιστορία με λογικά βήματα, αλλά με παράλογα αποτελέσματα….
Έχουμε ένα παιδάκι σαν όλα τα άλλα. Τρώει, κοιμάται , παίζει, πάει σχολείο αγαπάει τους γονείς του και ζει ξέγνοιαστα στο μικρό σπιτάκι με τον κήπο. Κάποια τυχαία μέρα η μητέρα του γυρνώντας από την δουλειά βρίσκει το μονάκριβο αγοράκι της, μόνο του, να κάνει κούνια και να ανοιγοκλείνει το στόμα του.


Μιλούσε.


Απορημένη πάει από πίσω του αθόρυβα και προσπάθησε να συντονιστεί σε αυτά που έλεγε. Αμέσως το παιδί αντέδρασε, σταμάτησε απότομα την κούνια και οποιοδήποτε ήχο έβγαζε και έμεινε ακίνητο με την πλάτη γυρισμένη στην μητέρα του. Και ξέσπασε σε κλάματα. Η μητέρα αναστατωμένη πάει μπροστά από τον γιό της τον ρωτάει τι έχει και γιατί κλαίει. Εκείνος μέσα στα αναφιλητά της δείχνει μερικά κοψίματα που είχε μόλις αποκτήσει στα πόδια και στο λαιμό. Τρομαγμένη τον παίρνει αγκαλιά και μπαίνει μέσα στο σπίτι για να του περιποιηθεί τα τραύματα. Το παιδί αρνείται οποιαδήποτε κίνηση μπορεί να έκανε για να δημιουργηθούν τα τραύματα και αποφεύγει το σχολιασμό του γεγονότος. Οι μέρες περνούσαν και άλλο ένα παρόμοιο κρούσμα δεν άργησε να εμφανιστεί. Το παιδί βρισκόταν στο μπάνιο λίγο πριν ξαπλώσει για να κοιμηθεί, και βούρτσιζε τα δόντια του, ενώ έβγαλε μια κραυγή και λιποθύμησε. Ο πατέρας του έτρεξε τον σήκωσε και τον μετέφερε όσο πιο γρήγορα γινόταν στο νοσοκομείο για να του διαγνώσουν τραύμα στο κρανίο το οποίο είχε δημιουργηθεί από το χτύπημα του κεφαλιού του παιδιού στην μπανιέρα ακριβώς πίσω από τον νιπτήρα. Οι γιατροί όμως παρατήρησαν και μώλωπες στο σώμα του παιδιού καθώς και ανεξήγητα κοψίματα. Θεώρησαν ότι το παιδί πέφτει συχνά θύμα κακοποίησης και απέφυγαν να το αφήσουν να βγει από το νοσοκομείο πριν έρθει κάποιος αντιπρόσωπος από την Πρόνοια. Ο αντιπρόσωπος έφτασε το ίδιο βράδυ και πήρε το παιδί μαζί του στο σπίτι του, όπου διέμενε με την σύζυγο του και την μια του έφηβη κόρη. Σε μερικές μέρες το παιδί μεταφέρθηκε σε ίδρυμα.
Τα κρούσματα δεν σταμάτησαν. Χαρακιές, δυνατά χτυπήματα, σπασίματα και κατάγματα ανησυχούσαν τα γύρω παιδάκια που δεν είχαν ακόμα υιοθετηθεί καθώς και τους υπεύθυνους. Παρόλα αυτά καμία ενέργεια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ με αποτέλεσμα το παιδί να μπαινοβγαίνει συνέχεια σε νοσοκομεία. Στο μεταξύ διάστημα το αγόρι είχε γίνει απόμακρο, ανήσυχο και απέφευγε την επαφή με τον οποιονδήποτε. Μέσα σε 2 μήνες το παιδί είχε μεταφερθεί σε άλλη πολιτεία σε θετή οικογένεια. Η θετή οικογένεια όντας ευγενικές ψυχές που είχαν υιοθετήσει άλλα 2 παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι ετών 17 και 15 αντιστοίχως, τους ανέθεσαν να προσέχουν το μικρότερο που τώρα πια έκλεινε τα 7. Τα μεγαλύτερα παιδιά δήλωσαν ότι το αγόρι μιλούσε επί ώρες μόνο του, αντιδρούσε σπασμωδικά μόνο του σαν να το είχαν σπρώξει ή χτυπήσει και όσες φορές προσπάθησαν να το αποτρέψουν, το αγόρι τα αρνήθηκε ξανά όλα. Οι θετοί γονείς αποφάσισαν να πάνε το παιδί σε ψυχολόγο. Αυτή η πράξη οδήγησε την απομάκρυνση του παιδιού από την οικογένεια, και την τοποθέτηση του σε ψυχιατρική κλινική μέσα σε 4 εβδομάδες παρακολούθησης του.
Στο παιδί χορηγούνταν τώρα πια φάρμακα για φρενοβλάβεια, σχιζοφρένεια και παράνοια. Τα κρούσματα είχαν όντως σταματήσει για περίπου 1μιση μήνα μέχρι που ξέσπασε, και τα κόκαλα των δύο ποδιών του άτυχου μικρού βρέθηκαν το πρωί που ξύπνησε, σχεδόν θρυμματισμένα….Το παιδί αναγκάστηκε να περάσει από μια σειρά εγχειρήσεων για να σώσουν τις δύο κινητήριες δυνάμεις του κορμιού του και στο τέλος αναγκάστηκε να κινείται με αναπηρικό καροτσάκι και με δύο βαριούς γύψους στα πόδια. Είχε σαφώς σταματήσει οποιαδήποτε παρακολούθηση μαθήματος και αφοσιωνόταν στην επίπονη ζωή του ιδρύματος. Οι κανονικοί του γονείς είχαν ενημερωθεί για όλες αυτές τις πρωτοβουλίες της Πρόνοιας και τον επισκεπτόντουσαν μερικές φορές. Όμως η απαθής στάση του μικρού τους πλήγωνε, μέχρι που τώρα οι επισκέψεις ήταν απλά σπάνιες και όσο πιο σύντομες γινόταν.
Το παιδί το παρακολουθούσαν πια πάνω από 3 γιατροί και 4 ψυχίατροι με βοήθεια ψυχολόγων. Κάποια μέρα το παιδί επιτέλους παραδέχτηκε την ύπαρξη μιας οντότητας η οποία δεν ήταν εμφανής πάντα, και όχι σε όλους παρά μόνο σε εκείνο. Παραδέχτηκε επίσης ότι μερικές φορές την τσαντίζει αυτήν την οντότητα με αποτέλεσμα να τον τιμωρεί…..






Μέρος 2ο:




Το παιδί στο βίντεο που βλέπουμε, φαίνεται τρομαγμένο όταν κάνει αυτήν την δήλωση και σας παρακαλώ προσέξτε την ανησυχία του προς την κάμερα όταν αντιλαμβάνεται ότι βιντεοσκοπείται. Αρχίζει να φωνάζει και χωρίς καμία κίνηση προς αυτήν , αποκτάει παράσιτα και αμέσως μετά η οθόνη μαυρίζει. Περιττό να πω φυσικά ότι το παιδί συνέχισε να παρακολουθείται τώρα πιο συχνά από πριν, ενώ υπήρχαν ξεσπάσματα όταν ερωτούνταν για το θέμα της περίεργης οντότητος. Δεν ήθελε να μιλάει για αυτό ούτε καν να το αναφέρει ο οποιοσδήποτε γύρω του. Ήταν φανερό ότι είχε μετανιώσει για την δήλωση του περί φανταστικού φίλου, γιατί είχε καταλάβει ότι όλοι τώρα που τον παρακολουθούσαν επικεντρωνόντουσαν εκεί. Στην ύπαρξη κάποιας φαντασίωσης που θα μπορούσαν να εξαλείψουν.
Όλως περιέργως υπήρχε μια περίοδος αδράνειας. Το παιδί δεν τραυματιζόταν πια και δεν ήταν τόσο επιθετικό όπως πριν. Παρόλα αυτά φαινόταν σαν να ήταν σε μια κατάσταση ύπνωσης, μια κατάσταση εσκεμμένης ηρεμίας την οποία δεν είχαν επιδιώξει οι γιατροί. Όμως ανησυχούσαν γιατί το παιδί μεγάλωνε, και τα χρόνια περνούσαν χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι γι αυτό. Είχαν ειδοποιηθεί οι καλύτεροι μελετητές και γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων και ασχολούνται με αυτήν την ειδική περίπτωση του παιδιού που δεν έλεγε να ανεξαρτητοποιηθεί από τον παιδικό φανταστικό του φίλο. Όπως όμως είπα και πιο πάνω τα κρούσματα βίας στο παιδί είχαν σταματήσει για μια περίοδο. Είχαν μεταδοθεί όμως σε όλο το υπόλοιπο ψυχιατρείο! Γιατροί έκαναν καταγγελίες για αδιαθεσίες και πόνους ενώ άλλοι άρρωστοι ασθενούσαν εξαιρετικά εύκολα και μεταδοτικά προς όλους. Όλοι….εκτός από τον μικρό ο οποίος κρατιόταν ακέραιος από αυτήν την κρίση. Χαιρόταν άκρας υγεία και απολάμβανε την ηρεμία που πρόσφερε η θέα από το δωμάτιο του. Ακόμα μιλούσε με εκείνη την οντότητα φυσικά, αλλά δεν υπήρξε κάποιο πρόβλημα έτσι ώστε να δείχνει κάποια σημάδια. Ίσα-ίσα η σωματική του ακεραιότητα όσο και η ψυχική του βελτιωνόταν με ταχύτατους ρυθμούς και αυτό μπορούσε εύκολα να παρατηρηθεί. Όμως όλο το υπόλοιπο ίδρυμα υπέφερε….
Τα πρώτα περιστατικά θανάτου παρατηρήθηκαν όταν το παιδί είχε κλείσει τα 12. Τώρα ήταν ένας εξαίρετος νέος που όμως κρατιόταν εκεί λόγω φαντασιώσεων. Δεν υπήρχαν πια γιατροί που να ενδιαφέρονται για την περίπτωση του τόσο πολύ έτσι ώστε να μετακομίζουν όπως έκαναν παλιά από τις κατοικίες τους για να μείνουν μέσα στο ίδρυμα. Έτσι το αγόρι είχε παραμεληθεί και η ευκαιρία επικοινωνίας γινόταν μόνο με νοσοκόμες οι οποίες ασθενούσαν και εκείνες εύκολα όταν βρισκόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο με το παιδί πολύ ώρα. Δεν κίνησε κανενός την περιέργεια αυτό το περιστατικό θεωρούσαν ότι κυκλοφορεί μια απλή γρίπη, καθώς και τα συμπτώματα δεν διέφεραν πολύ. Οι θάνατοι ήταν απρόσμενοι και κανείς δεν τους συσχέτισε άμεσα με την περίπτωση του αγοριού.
Αυξανόντουσαν όμως και ήταν άμεσα περιορισμένοι με τους γιατρούς που είχαν κατά το παρελθόν ασχοληθεί με το παιδί ή του έδιναν κάποια βοήθεια τώρα. Δεν υπήρξε άλλη περίπτωση μαγνητοσκόπησης, κανείς δεν τόλμησε ξανά να κρατήσει αρχείο για εκείνον ο οποίος όσο μεγάλωνε, φαινόταν να παίρνει εκδίκηση από όλους και από όλα. Μια μέρα ήρθε στο ίδρυμα μια είδηση, η οποία δήλωνε τον υπό άγνωστων συνθηκών θάνατο των γονιών του παιδιού. Το παιδί όταν το έμαθε δεν αντέδρασε. Κράτησε μια απαθή στάση μέχρι το βράδυ που ακούστηκαν κραυγές διαμαρτυρίας από το δωμάτιο του.
Είχε πάθει κρίση και χτυπούσε τον εαυτό του. Αργότερα δεν παραδέχτηκε ότι το έκανε εκείνος. Δήλωνε με πάθος ότι ήταν υποκινούμενος από εκείνη τη μορφή που είχε αρνηθεί τόσες άλλες φορές ότι υπάρχει. Από εκεί και πέρα οι νοσοκόμες δεν ήθελαν να πηγαίνουν πια να τον βλέπουν. Κανένας δεν τον πλησίαζε για κανένα λόγο. Μόνο μερικοί γιατροί που τον πρόσεχαν να μην ξαναπάθει κρίση και τον είχαν σε ηρεμία με χάπια. Έβγαζε κάτι το απωθητικό. Το βλέμμα του, η στάση του, όλη του η ύπαρξη σε έδιωχνε από κοντά του και αυτό φαινόταν να τον πληγώνει. Παρόλα αυτά η στάση του προσωπικού δεν άλλαξε. Ήταν απωθητικός και έτσι θα έμενε.
Όμως ο θυμός του μεγάλωνε. Και δεν μπορώ να πω ότι εκδηλωνόταν φανερά η με εκρήξεις. Είχε μάθει να το ελέγχει. Κανείς όμως δεν προέβλεπε την συνέχεια…
Θάνατοι έκαναν ξανά την εμφάνιση τους. Γιατρών, νοσοκόμων ακόμα και απλών επισκεπτών. Και το βλέμμα εκείνου έμενε με την ίδια σκληράδα και απάθεια σε όλα. Είχα πάει να ερευνήσω το θέμα αυτοπρόσωπος. Η περιοχή ήταν πραγματικά εκπληκτική και το κτίσμα εξαίρετο με παλιές γοτθικές σκεπές και διακοσμημένο εξωτερικά -και εσωτερικά όπως ανακάλυψα αργότερα- με μεσαιωνικό γοτθικό ρυθμό. Ήταν ένα έργο τέχνης και αφού το ερεύνησα όσο μου επέτρεπε η δυστυχώς άσχημη μου όραση αποφάσισα να προχωρήσω και στα ενδότερα. Το αμάξι το άφησα στην παλιά καγκελένια είσοδο, και κατέβηκα. Ο ήχος των φθινοπωρινών φύλλων κάτω από τις σόλες μου ακουγόταν καθησυχαστικός μπροστά σε ένα τόσο επιβλητικό κτίριο. Το βλέμμα μου έπεσε τυχαία σε κάποια ασπροφορεμένη, ξανθιά ύπαρξη εκεί και θεωρώντας ότι είναι νοσοκόμα πλησίασα με περιέργεια. Δήλωσα την παρουσία μου με έναν απλό χαιρετισμό, όμως η ύπαρξη δεν μου έδωσε σημασία και δεν γύρισε προς το μέρος μου καθώς ήταν γυρισμένη με την πλάτη προς εμένα. Αναρωτώμενος τι της συμβαίνει, της έπιασα φιλικά και εγκάρδια τον ώμο και πήγα από μπροστά της για να αντικρίσω ένα γκροτέσκο παραμορφωμένο πρόσωπο χωρίς δόντια. Το δέρμα είχε πάρει μια γκριζωπή απόχρωση και ήταν σημαδεμένο με διάφορα ίχνη αίματος. Σεβόμενος της κυρίες που παρευρίσκονται στην αίθουσα, δεν θα προχωρήσω σε περαιτέρω λεπτομέρειες, ούτε για την όψη της ούτε για το σώμα της.
Όπως ήταν φυσικό, ανησύχησα και έτρεξα μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη να δηλώσω το εύρημα μου έξω. Αυτό που παρατήρησα όμως όταν μπήκα μέσα ήταν ότι δεν υπήρχε ψυχή. Κανείς δεν ήταν μέσα στο τόσο υπέροχο κτήριο και παρόλο που ήταν τακτοποιημένα στην κεντρική είσοδο, υπήρχε ένα χοντρό πέπλο σκόνης παντού. Φώναξα για βοήθεια , μη γνωρίζοντας τι μπορεί να συμβαίνει στην παρουσία έξω. Αφού δεν έλαβα καμία απάντηση χαλάρωσα τους μυς μου και προσπάθησα να ακούσω μια κίνηση. Ένα σούρσιμο, κάτι. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν άκαρπο. Δεν ήταν κανείς εκεί μέσα. Σαν να ήταν εγκαταλελειμμένο για μήνες. Βγήκα ξανά έξω και με ένα αποκρουστικό βλέμμα, έψαξα να βρω την ξανθιά παρουσία. Και όμως δεν υπήρχε πουθενά. Κοίταξα εκεί που στεκόταν αλλά δεν υπήρχε ίχνος από πατημασιά στα φύλλα κάτω εκτός από τις δικές μου. Κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα ότι υπήρχε πολύ ομίχλη και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, οπότε μπορεί και το ταξίδι να μου είχε προκαλέσει ελαφρού βαθμού παραισθήσεις.
Σκέψεις όπως ότι είχα πάει σε λάθος διεύθυνση και ότι πρέπει να ψάξω περισσότερο περνούσαν από το μυαλό μου συνεχώς…μέχρι που άκουσα βήματα. Βήματα βιαστικά, γρήγορα…ανήσυχα. Γύρισα να δώ και μια σκιά πέρασε από δίπλα μου για να κρυφτεί πίσω από την γωνία του κτηρίου. ‘Έτρεξα να την προλάβω χωρίς να ξέρω που πάω. Ήταν πολύ μεγάλη η έκταση άλλωστε για να την γνωρίσει κανείς τόσο σύντομα. Φώναζα στην μορφή που όλο και απομακρυνόταν από εμένα χωρίς να σταματάει να τρέχει. Όταν πια σταμάτησα να πάρω μια ανάσα η μορφή μπροστά μου στάθηκε. Μου φάνηκε σαν να γύρισε προς εμένα και να γέλασε παιχνιδιάρικα. Ύστερα ξεκίνησε να με πλησιάζει. Και όταν πια έφτασε σε σημείο να μπορώ να διακρίνω χαρακτηριστικά…τον είδα. Ήταν ο νέος από την βιντεοσκόπηση που μας είχαν στείλει και ερευνούσαμε. Είχε ένα σαρδόνιο χαμόγελο και με πλησίαζε απειλητικά. Λίγο πριν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από εμένα αντιλήφθηκα και ένα ματωμένο μαχαίρι στο χέρι του. Ξεκίνησα να τρέχω. Μπήκα στο κτήριο και προσπάθησα κάπου να κρυφτώ σε κάποιο δωμάτιο. Βρήκα τον πρώτο διάδρομο με δωμάτια και μπήκα σε ένα τυχαίο.
Νόμιζα ότι τρελάθηκα…υπήρχαν νεκροί παντού. Νεκροί με χαμόγελα στα ματωμένα πρόσωπα τους, με νεκρά δέρματα και σάπια μέλη. Δεν μπορούσα πια να κρατήσω την ψυχραιμία μου, ούρλιαζα σαν σε κρίση. Έφυγα από εκεί τρέχοντας χωρίς να πάρω το αμάξι μου μαζί, και λιποθύμησα 3 χιλιόμετρα μετά σε έναν επαρχιακό δρόμο για να με βρει ένα αγροτικό όχημα και να με βοηθήσει.
Γυρίζοντας στην πραγματικότητα ανακάλυψα ότι όλα τα αρχεία είχαν χαθεί. Πουθενά δεν υπήρχε η υπόθεση του και το κτίσμα υποτίθεται ότι ήταν ακατοίκητο και εκτός λειτουργίας χρόνια τώρα ίσως και αιώνες και κανείς δεν το είχε πλησιάσει.


Και έχω να πω…ότι ήμουν από τους γιατρούς που παρακολουθούσαν την περίπτωση του μικρού.


Τι λέτε…με περνάτε για τρελό?

Δεν υπάρχουν σχόλια :