"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Η κυριαρχία των θνητών επί του πνεύματος.

Δεν είναι ότι γκρινιάζω πολύ.Ούτε ότι ψυχορραγώ. Ούτε κάν ότι πεθαίνω αργά και βασανιστικά. Είναι που δεν αντέχω αυτήν την απραγία, όλον αυτόν τον ελεύθερο χρόνο που θα έπρεπε να είναι γεμάτος από ανθρώπους. Ανθρώπους με πνεύμα. Ανθρώπους με ύφος, άποψη, χιούμορ. Ανθρώπους που μπορούν να σου δείξουν τον ουρανό και να αναφωνήσουμε με ενθουσιασμό "Κοίτα! Πέφτει ένα αστέρι!", και όχι να κοιτάξουν πάνω, σε αυτήν την θεική δύναμη, και να αδιαφορήσουν. Θέλω εκείνους τους φωτεινούς σηματοδότες που αναγνωρίζεις την δύναμη τους από χιλιόμετρο, εκείνους που λάμπουν και εκφράζονται σαν θεοί.
Αντίθετα, έχω κολλήσει στον βούρκο με τους θνητούς. Θνητούς που μοιράζονται σε ομάδες και βγαίνουν για κατάκτηση άλλων αντίθετων ειδών, λές και αυτό θα σώσει το πνεύμα τους από την αχρηστία. Δεν φταίνε αυτοί. Αυτή η σάπια πόλη φταίει, που τους τρώει το μυαλό και τις ψυχές. Μαυρίζει την όραση τους και δεν βλέπουν. Νομίζουν ότι ο ήλιος λάμπει και ότι το φεγγάρι φωτίζει τα θαμπά τους κρεβάτια τις νύχτες που ξελιγώνονται μετρώντας δευτερόλεπτα αντοχής. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει. Και εγώ δεν έχω καταλάβει τι κάνω ανάμεσα τους. 
Αν η μοίρα έχει μια τάση προς την ψυχολογική διαστροφή, είμαι η πρώτη που μπορεί να το επιβεβαιώσει. Και αν εγώ έχω λόγο που βρίσκομαι ανάμεσα στους υπάνθρωπους, μακάρι να τον ήξερα. Το χειρότερο όμως δεν είναι αύτο. Το χειρότερο είναι που αρχίζω να φοβάμαι ότι τους μοιάζω.
Δεν είναι γκρίνια,παράπονο, μίσος. Είναι απέχθεια προς τα καλύτερα και πιο όμορφα όνειρα τους, ακριβώς γιατί δεν είναι όνειρα. Είναι ονειρώξεις. Παιδικές εκρίσσεις των φαντασιών τους που δεν φτάνουν παραπέρα από το περίπτερο της γωνίας. Όχι ότι είμαι άτομο των ταξιδιών. Ίσα ίσα. Απλά εγώ γνωρίζω το γιατί θέλω να ταξιδέψω και πού θέλω να πάω και θα το κάνω. Και όταν το κάνω δεν θα είναι ο τελικός προορισμός μου αλλά η αρχή του ονείρου. Για τους κοινούς θνητούς το ταξίδι είναι και το τέλος, όχι γιατί δεν είναι όνειρο, αλλά γιατί δεν έχει λόγο η τοποθεσία. 



Απλά το θέμα είναι ότι η απραγία και η λειψυδρία επηρεάζει την λογική μου και δεν ξέρω πόσο θα αντέξει το πνεύμα μου τις επιθέσεις. Γι' αυτό θα πρέπει να με συγωρήσετε αν σας μπερδεύω, και ακόμα περισσότερο θα πρέπει να με συγχωρήσετε αν χαθεί αυτή που γνωρίζατε. Λυπάμαι. Δεν το ήθελα. 

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Μα είμαστε όλοι βασανισμένοι...

Κρυβόμαστε στις σκιές και ελπίζουμε οι φόβοι μας, να μην μας ακούσουν όταν αναπνέουμε. Βγαίνουμε με το πρώτο φώς της μέρας και τρέχουμε να προλάβουμε για να γυρίσουμε πρίν βραδιάσει, στο κελί μας. Εκεί, εκεί που κλείνουμε τους εαυτούς μας, γιατί οι φόβοι κυκλοφορούν χωρίς κλειδιά.Αυτό που μας ξεφεύγει όμως είναι το γεγονός ότι μερικοί από εμάς, όταν το θέλησαν, βγήκαν μεσάνυχτα από το κελί τους και επιβίωσαν. Κανένας φόβος δεν τους καταδίωξε, και αν τόλμησε να το κάνει, έγινε καπνός και κλειδώθηκε οικειωθελώς ο ίδιος στο κελί του κρατουμένου.
Η αντιστροφή των ρόλων σίγουρα θα παρομοιάστηκε το ξημέρωμα με απελευθέρωση, αλλά δεν είναι αυτή η αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι ο φόβος δεν υπήρξε στην πραγματικότητα ποτέ.
Ο φόβος δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί αλλιώς παρά μόνο από το παρελθόν. Δεν είναι δειλεία, αλλά καχυποψία. Οφείλουμε να φοβόμαστε,μαθαίνουμε να το κάνουμε. Είναι το αίσθημα του κινδύνου που υπάρχει έμφυτα μέσα μας και προσπαθεί να μας προειδοποιήσει να μην πράξουμε αυτό το κάτι, αυτό που θα μας σκοτώσει. Αν όμως, στον μύθο του Πλάτωνα, ο πρώτος δέσμιος που ξέφευγε φοβόταν το φώς, και ο οργανισμός του, του έλεγε να οπισθοχωρήσει, δεν θα έφευγε ποτέ από την σπηλιά. Σίγουρα κάθε ίνα του κορμιού του δεσμίου φώναζε και ούρλιαζε ότι ο ήλιος καίει, ότι το δέρμα του θα ξεσπάσει σε φλόγες, ότι η καρδιά του θα εκραγεί και ότι ο ίδιος θα πεθάνει στα πρώτα 5 βήματα.
Μα είμαστε όλοι βασανισμένα πλάσματα και δεν γνωρίζουμε ότι αντέχουμε τον πόνο αυτό, τον ίδιο πόνο που ένιωσε ο δέσμιος του Πλάτωνα. Αντέχουμε να τον ζήσουμε ξανά και ξανά μέχρι να μάθουμε να ξεπερνάμε τα όρια, μέχρι να μάθουμε ότι το να βαδίζουμε στο σκότος δεν μας βλάπτει. Είναι ο πόνος της μετάβασης και τίποτα περισσότερο. Είναι ο φόβος του πόνου που μας κρατάει πίσω με τη βία. Και κάποια στιγμή πρέπει να μάθουμε ότι ο πόνος είναι σύμμαχος και όχι αντίπαλος μας.




Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Μην νομίζεις ότι δεν μου χρωστάς.



Κοιτούσε συνέχεια τον ουρανό. Είχα καιρό να τον δώ και θύμιζε παλαιά καρικατούρα του εαυτού του. Δεν ξέρω γιατί γυρόφερνε εκείνη τη νύχτα στη λίμνη, ίσως έψαχνε την ηρεμία του, ίσως λύτρωση, ίσως κάποιο σημάδι να του την θυμίζει. Ακουγόταν στην πόλη ότι σύμμαχος του είχε γίνει το ποτό και το τσιγάρο, οι πιο κλισέ καταχρήσεις. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι τα μάτια του στέγνωναν κάθε βράδυ όταν έπεφτε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί. Φαντάζομαι ότι θα άπλωνε το χέρι του στην δεξιά μεριά του κρεβατιού και δεν θα ένιωθε να πάλεται κανένα σώμα, καμία αιθέρια ύπαρξη. Κανένα κορμί δεν θα έγερνε πάνω του το βράδυ για να νιώσει την καρδιά του να χτυπάει, κανείς δεν τον έψαχνε στη μέση της νύχτας επειδή είχε εγκαταλείψει την βραδινή του ονειροπόληση.
Και όμως, εκείνο το βράδυ ένιωθε ότι κάποιος τον έψαχνε. Όχι για να τον γυρίσει στο κρεβάτι, αλλά για να τον τραβήξει έξω. Ακολούθησε λοιπόν το κάλεσμα του ανέμου και ήρθε να με βρεί στο πλάι της λίμνης, εκεί που σύχναζε παλιά, πρίν χαθεί στην δίνη της αβύσσου.
Έκατσε δίπλα μου, γύρισε το κεφάλι του και μου έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα. Μετά έστρεψε ψηλά τα μάτια του και κάρφωσε το βλέμμα του στα αστέρια.  Δάκρυα άρχισαν να κυλλάνε στα μάγουλα του, να στάζουν στα χείλη του, στη μύτη του, στο λευκό του μπλουζάκι...Ένα ποτάμι από δάκρυα. Και μόνο τότε μίλησε.
"Είναι μια από αυτές τις μέρες...Από αυτές τις μέρες που οι χειρότεροι σου εφιάλτες φαντάζουν παιδικά παραμύθια."
Έσκυψε το κεφάλι, σκούπισε βιαστικά τα μάτια του και κλείνοντας τα, έγειρε πίσω και ξάπλωσε. Λίγες ώρες αργότερα έσπασε τη σιωπή με ένα ψίθυρο: " Μην νομίζεις ότι δεν μου χρωστάς κάτι καλό Σύμπαν...μην νομίζεις ότι δεν μου χρωστάς."