"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

"Σήμερα θα σας τραγουδήσω..."

"Και αν δεν σας τραγουδήσω είμαι σίγουρη ότι δεν θα σας λείψει. Ούτε εγώ θα σας λείψω. Αλλά είναι κάτι τέτοιες νύχτες, ανοιξιάτικες, που το φεγγάρι φωτίζει τόσο δυνατά που δεν μπορεί να κρύψει τις αμαρτίες μου. Το αίμα στα χέρια μου έχει ξεραθεί εδώ και χρόνια αλλά η οσμή δεν μπορεί να φύγει. Τα μάτια μου έχουν θρυνήσει, η φωνή μου έχει σπάσει, αλλά τα δάκρυα και οι κραυγές δεν παύουν να υπάρχουν.
Είναι ίσως που συνεχίζω να σκέφτομαι νεκρούς και να ονειρεύομαι μονίμως με ανοιχτούς οφθαλμούς. Ο ύπνος είναι άλλωστε πολυτέλεια. Η μοίρα μου είναι προδιαγεγγραμένη. Δεν μένει άλλο παρά να το δεχτώ. Όμως μπορώ να σας τραγουδήσω για τις πληγές μου και για τα λάθη μου, και εσείς να με ακούσετε, και να με κοιτάξετε με λύπηση και οίκτο, όπως κάνουν όλοι οι εραστές μου.
Ίσως εσείς που με ακούτε κάποτε να είσασταν εραστές μου. Της μιας ώρας, της μιας βραδιάς, της μιας εβδομάδας. Και μαντεύω ότι δεν σας ένοιαξε που δεν σας ανοίχτηκα ή που δεν έμαθα ποτέ τα ονόματα σας. Ούτε και τα πρόσωπα σας, αυτό είναι αλήθεια. Μα σε αυτό το σημείο που φτάσαμε, ποιό το νόημα πλέον? Ίσως είσαστε παντρεμένοι, ίσως έχετε παιδιά, ή μπορεί να μην ζείτε καν πιά. Μπορεί να μην με θυμάστε, νομίζω αυτό θα ήταν το χειρότερο που θα μπορούσατε να μου κάνετε.
Τώρα που το σκέφτομαι αυτό είναι ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης. Να πεθάνω και να μην μείνει τίποτα απο εμένα. Ούτε καν μια μακρυά ανάμνηση.
Χρόνια τώρα στο σανίδι και δεν έπαιξα ποτέ κάτι συνταρακτικό.Το μόνο συνταρακτικό που πέρασε ποτέ από πάνω μου είναι ίσως το ποτό. Έπινα πολύ και πίνω πολύ, γι αυτό έχω γεράσει έτσι άσχημα που με βλέπετε τώρα. Ούτε μια Οφηλία, ούτε μια Βιρτζίνια Γούλφ...πάντα δεύτεροι ρόλοι, πάντα το σχήμα του καμπαρέ να με ακολουθεί ακόμα και στο σπίτι μου. Κάποια στιγμή το αποδέχτηκα και έγινα ένα με αυτό, έτσι, για να σταματήσει να με κυνηγάει. Και όταν το έκανα, άρχισα να το ζώ. Έγινα ένα με τον ρόλο, ένα με την ψεύτικη πραγματικότητα του. Τι ειρωνικό. Από την μία υπάρχει από την άλλη όχι. Σίγουρα στις καλοφτιαγμένες, όμορφες και καθαρές ζωές των διαφημιστικών δεν υπάρχει. Στις ανθρώπινες, βρώμικες με λάθη, εάν θέλεις να το δείς, θα το δείς ξεκάθαρα. Θα καταλάβεις ότι υπάρχει. Και είτε θα το αγκαλιάσεις, είτε θα τρέχει μακρυά του. Νομίζω μπορείς να κάνεις και τα δύο. Το σκότος της ψυχής δεν κρύβεται όσο φωτεινό και αν είναι το χαμόγελο σου. Και το καμπαρέ δεν είναι τίποτα άλλο από σκότος. Μια άβυσσος με απόκοσμη, κουρδιστή μουσική
Αλλά και πάλι, και να έπαιζα τους ρόλους που ήθελα, ποιά θα ήταν η κατάληξη? Θα γινόμουν ένα, και πάλι, με όλα αυτά τα ψέματα. Όμως το θέατρο δεν είναι ψέμα, αλλά ούτε και αλήθεια. Το θέατρο ζεί από την αλήθεια, και ποτίζεται στο ψέμα. Πεινάει για φώς αλλά καλύπτεται με μανδύες ομίχλης. Μα πάνω από όλα, πεινάει για ψυχές και εγώ την δική μου, του την τάισα οικειωθελώς χρόνια πίσω.
Και τι κέρδισα από τα κρεβάτια, τι κέρδισα από τους αμέτρητους και αθώους εραστές μου? Τι κέρδισα από τον πληγωμένο μου εγωισμό, τι κέρδισα από το ζωντανό κοινό που με έθρεφε κάθε βράδυ και κάθε πρωί πέθαινα...Τι μπορεί να κέρδισαν οι άλλοι? Πικρή απάντηση το τίποτα. Νομίζω δεν θα σας το πώ. Μια κυρία δεν λέει πικρά και κακά πράγματα. Και αν μη τι άλλο, μετά από τόσα χρόνια, κανείς δεν διαφωνεί ότι είμαι κυρία. Και ας ξέρουν το σχήμα και το χρώμα των μηρών μου οι θεατές μου. Ας γνωρίζουν τα λακάκια στο λαιμό μου. Ας βλέπουν το γηρασμένο μου δέρμα, το πεσμένο μου στήθος. Είμαι μια κυρία.
Και απόψε θα σας τραγουδήσω, δεν θα σας παίξω πάλι κάποιο δεύτερο ρολάκι που ο σκηνοθέτης χάρισε απλόχερα σε κάποια πιο νέα, πιο πρόθυμη να δώσει το κορμί της ώς αντάλλαγμα. Μα παρά τους εραστές μου, αυτό δεν το έκανα ποτέ. Εγώ αγαπούσα τον κάθε ένα τους, με τον δικό μου, ντελικάτο, τρόπο. Δεν δέχθηκα ανταλλάγματα, μόνο αγάπη, ή περιφρόνυση. Δικά μου λάθη, δικές μου αμαρτίες, δικά μου σημεία χαραγμένα στο μυαλό και το σώμα. 
Τραγούδι λοιπόν. Η βραδιά σηκώνει τραγούδι. Τραγουδήστε μαζί μου, να πνίξουμε τους πόνους μας σε αυτό, να καλύψουμε τις αμαρτίες μας με νότες και...."

Την είδα να σταματάει απότομα και να πέφτει. Τα μάτια της κλαμμένα εδώ και ώρα, ενώ εκείνη πάσχιζε να κρύψει τους πόνους στην καρδιά. Το μακιγιάζ είναι κυλήσει στα μάγουλα της, και όταν εκείνη έπεφτε άκουσα έναν αναστεναγμό ανακούφισης να φεύγει απο τα βαμένα χείλη της. Πόσα να αντέξει πια μια τόσο ταλαιπωρημένη καρδιά. Πόσο πόνο, πόση πίκρα. Πόση αποτυχία.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΠαγίδαΧ

Τα βράδια φοβάμαι και την σκιά μου. Μην με ρωτάς γιατί, δεν έχω ιδέα. Με κατακλύζουν όλοι αυτοί οι παράλογοι φόβοι περί ποντικιών, εντόμων και ψυχών. Το σπίτι μου έχει περάσει από τα πρώτα δύο, για το τρίτο δεν ξέρω. Γι' αυτό και το αποκαλώ παράλογο φόβο. Σαν μια αίσθηση κάποιος να σε κοιτάει από τα σκοτάδια της κουζίνας μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνεσαι να κλέισεις την πόρτα και μετά ακούς ανύπαρκτους θορύβους. Και δεν ξέρω τι είναι χειρότερο να πιστέψω, τα ποντίκια, οι κατσαρίδες ή ανύπαρκτες οντότητες είναι αυτά που κάνουν τον θόρυβο? Φάκες έχω, δεν μπορεί θα το πιάσει το ποντίκι. Για τις κατσαρίδες έχω προνοήσει και έχω ψεκάσει το σπίτι και το μπαλκόνι. Για τις ψυχές δεν ξέρω. Νομίζω απλά ότι συνεχίζουν να με περιμένουν μέχρι τα ξημερώματα, να με βρούν αδύναμη πίσω από τις σκιές και να με καταβροχθίσουν. Να φάνε κάθε τελευταία ίνα της ύπαρξης  μου και να με εξαφανίσουν δια παντός. Ή ίσως να με κάνουν και εμένα απειλή για την ανθρωπότητα. Ή ίσως να με τραβήξουν από το σώμα μου και μπεί κάποια από εκείνες στο δικό μου καλούπι.
Γι αυτό έχω ζωγραφίσει στην κοιλιά μου ένα μεγάλο Χ και όποτε κάνω μπάνιο και φεύγει, το ξαναζωγραφίζω. Να ξέρουν ότι από εκεί θα πρέπει να περάσουν την ψυχή μου για να βγεί από το σώμα μου και ότι από εκεί πρέπει να μπούν για να πάρουν τον έλεγχο. Αυτό που δεν τους έχω όμως δείξει, είναι πώς θα ξαναφύγουν από το σώμα μου. Γι'αυτό όταν με τραβήξουν μέσα από αυτήν την κόλαση της ύπαρξης και της οντότητας, να πρέπει να μείνουν αιώνια με τις φωνές στο κεφάλι μου και τον εγκέφαλο μου. Και ετούτη θα είναι η τιμωρία τους.

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Ο θάνατος του.

Έχω καιρό να δώ κάποιο όνειρο. Και δεν εννοώ κάποιο οποιοδήποτε όνειρο. Εννοώ...αυτά τα όνειρα που έβλεπα στο παρελθόν, με το αίμα, τον εγκλεισμό, την τρέλα. Αυτά είναι τα όνειρα για εμένα. Μόνο αυτά μπορούν να θεωρηθούν όνειρα γιατί μόνο αυτά με σπρώχνουν στο να γράψω. Το γράψιμο όπως και άλλες τέχνες χρειάζονται ερεθίσματα, χρειάζονται υλικό μελέτης, χρειάζονται χρώματα και ας είναι και μουντά και σκούρα. Χρειάζονται νύχτες πόνου, γεμάτες συναισθήματα και ουρανό. Αλλά εγώ εχθές τα έζησα όλα αυτά, για μια ακόμα φορά, και ώ πόσο μου είχε λείψει.
Έχω μεγάλο μπαλκόνι και με καλή θέα. Βλέπω θάλασσα. Κάπου στις 3 το ξημέρωμα λοιπόν, και μη μπορώντας να κοιμηθώ, πήρα τα τσιγάρα μου και ακόμα ξυπόλητη, βγήκα να πατήσω το υγρό από την βραδινή υγρασία χώμα του κήπου. Έκατσα κάτω οκλαδόν ενώ το χώμα ακούμπαγε τις γάμπες μου και με έκανε να νιώθω ένα με την Μητέρα Γη. Άναψα ένα τσιγάρο και έγειρα το κεφάλι μου πίσω. Ο καπνός όσο περίεργο και αν ακούγεται, μαζί με τα ταραγμένα νεύρα μου, ηρεμούσε και την καρδιά μου. Παρακολουθήσα τους χτύπους της να μειώνονται, να χαλαρώνουν και να μου προσφέρουν μια ακατανόητη ευφορία. Όσο κάπνιζα έτρεχε το μυαλό μου, πέρα από τον ουρανό, πέρα από το διάστημα, πέρα από κάθε παράδεισο και κάθε κόλαση. Και νομίζω τότε ήταν που άκουσα τις πρώτες νότες.
Ναι, σίγουρα ήταν νότες. Ήταν νότες από πιάνο. Στην αρχή δεν έδωσα έντονη σημασία, αν και σίγουρα μου κίνησε την προσοχή ένα πιάνο που παίζει από το πουθενά στις 3 το ξημέρωμα. Έπαιζε μια γνωστή μελωδία όμως που δύσκολα μπορούσε να μην με δελεάσει να ψάξω την πηγή απ' όπου ερχόταν όλη αυτή η μαγεία. Το βλέμα μου έτρεξε στα γύρω σπίτια, στα γύρω μπαλκόνια, στους κήπους. Δεν ένιωθα απολύτως σίγουρη ότι η μελωδία ήταν πραγματική...έχω μια τάση να απορροφούμαι από το συναίσθημα- θα μπορούσα κάλλιστα να τα φαντάζομαι όλα μόνη μου. Φαινόταν πάραυτα υπερβολικά αληθινό για να είναι ψέμα. Το ένιωθα να με ηλεκτρίζει και να με διαπερνά ενώ τότε κατάλαβα τι αντιπροσώπευε η μπλούζ μελωδία του. Ήταν το πολύ αγαπημένο μου τραγούδι του Tom Waits, ένα τραγούδι που με συντρόφευε σε όλη μου την ζωή, το Invitation to the blues. Άρχισα να κινούμαι ελαφρώς στη μελωδία του ενώ ψιθύριζα άτσαλα τους στίχους. Δεν είχα ποτέ μου καλή φωνή, πόσο μάλλον σε ένα τόσο ιδιότροπο τραγούδι. Ξεκίνησα να περιφέρομαι απαλά από την μια μεριά του κήπου ώς την άλλη, απορροφημένη εντελώς από τους ήχους μέχρι που άκουσα και την φωνή. Ω τι φωνή Θεέ μου, απαλή και ερωτική, σαν να προσπαθούσε ένας άγγελος να με αποπλανήσει.
Για μερικές στιγμές κοκάλωσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι άκουγα. Ήταν η καλύτερη ανδρική φωνή που είχα ακούσει ποτέ μου. Βαθιά και αισθησιακή, σχεδόν πικάντικη από βραχνάδα, και με μπόλικη πίκρα και συναίσθημα. Ο πόνος του έφτανε να πλυμμηρίσει τον κόσμο με δάκρυα. Δεν θα κρύψω ότι σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισα και εγώ να κλαίω. Με είχε συνεπάρει ένα παλλικάρι με τέτοια φωνή και τέτοιο συναίσθημα, τόσο πληγωμένο που μπορούσα να αισθανθώ κάθε σπάσιμο της καρδιάς του, κάθε ράγισμα φωνής, κάθε κίνηση που με δυσκολία έκανε πάνω στα πλήκτρα του πιάνου. Ήταν ένας εξωκοσμικός πόνος, πέρα από κάθε φαντασία, πέρα από κάθε θάνατο και κάθε ερωτική απόρριψη. Ήταν μια πίκρα τόσο έντονη που κατάλαβα ακόμα και πότε άρχισε να κλαίει. Το ένιωθα, το άκουγα. Σαν να ήμουν από πάνω του και έβλεπα τα δάκρυα να στάζουν στα κινούμενα χέρια του, στα πόδια του, στο πιάνο.
Είχε κάνει το πιάνο εραστή του, στην προσπάθεια του να βρεί μια αγκαλιά να κλάψει. Και μπορεί να μην ήξερα ποιός έπαιζε το πιάνο, μπορεί να μην τον είχα δεί ποτέ μου, μπορεί να ήταν δολοφόνος, βιαστής, απατεώνας....αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελα τόσο πολύ να τρέξω, να τον πάρω στα χέρια μου και να τον φιλήσω στο μέτωπο, με την στοργή της μάνας που ένα χάδι της διώχνει κάθε πόνο μακρυά. Και πικράθηκα γιατί ένιωσα ανήμπορη. Πικράθηκα που δεν ήξερα σε ποιά κατεύθυνση να τρέξω. Πικράθηκα που δεν ήμουν εγώ το πιάνο, που δεν ήμουν εγώ η μελωδία στην οποία εκείνος ο άγνωστος έβρισκε εξιλέωση. Και τότε η μελωδία σταμάτησε και άκουσα καθαρά το κλάμμα του να σκίζει τη νύχτα στα δύο. Ο άγνωστος ξέσκιζε την καρδιά του στα δύο. Ήταν το κλάμμα ενός μωρού που δεν καταλαβαίνει τον κόσμο. Ή καλύτερα το κλάμμα ενός εφήβου που δεν τον καταλαβαίνει ο κόσμος. Το παιδί πέθαινε στο ίδιο του το παράπονο και εγώ πέθαινα που δεν μπορούσα να το σώσω.
Έκατσα και πάλι στο χώμα και πήρα τα γόνατα μου αγκαλιά. Άρχισα να κινούμαι μπροστά και πίσω ρυθμικά προσπαθώντας να μην κλάψω τόσο γοερά όσο εκείνος. Άφηνα απλά τα δάκρυα να πέφτουν, αυτή τη φορά, επάνω μου. Και κάπως έτσι μας βρήκε και τους δύο το ξημέρωμα, και κάπως έτσι σταμάτησε και το βασανιστικό κλάμα ενός ανθρώπου που υποφέρει.
Τον άγνωστο δεν τον είδα ποτέ αν και πολύ θα ήθελα. Και σας παρακαλώ, αν δείτε ποτέ κάποιον, και σκεφτείτε ότι μπορεί να ήταν εκείνος, πείτε του ότι τον ψάχνω. Του χρωστάω μια αγκαλιά και ένα φιλί στο μέτωπο. Σαν μια μάνα.