"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Η ατυχής ιστορία μου



[Νέα γυναίκα μπαίνει πονηρά μέσα. Χαζογελάει και παίζει ειρωνικά με το κοινό, σαν να είναι μεθυσμένη. Παριστάνει ότι μιλάει με άλλους ανθρώπους, και χορεύει, και γελάει δυνατά.]

ΓΥΝΑΙΚΑ-Καλησπέρα σας, γεία σας και χαρά σας, γεία χαραντάν και τα σκυλιά γελάν![χορεύει σαν βάλς με τα χέρια σαν να κρατούν έναν παρτενέρ] Πώ πώ ήσουν εκπληκτικός σε ευχαριστώ πολύ![Ξεσκονίζεται και άξαφνα κοιτάει το κοινό ξαφνιασμένη. Σβήνει ειρωνικά την έκπληξη και γελάει πονηρά] Νομίζατε ότι μου την φέρατε ε? Επειδή εμφανιστήκατε έτσι απότομα?[Γελάει υστερικά] Όχι, όχι, εγώ πλέον κυρίες και κύριοι δεν ξαφνιάζομαι από τους πραγματικούς ανθρώπους. Θα σας έλεγα μια ιστορία τώρα, αλλά μπορεί να σας κουράσω..Όχι? Μα μην επιμένετε σαν παρακαλώ, ε εντάξει αφού το θέλετε τόσο πολύ ας την πούμε.[Γρήγορα παίρνει μια καρέκλα και κάθεται σαν κυρία]
Εγώ που λέτε, κάποτε άνηκα στην υψηλή κοινωνία. Οι γονείς μου ήταν πλούσιοι και χαίραν άκρας υγείας μέχρι που ΤΣΑΦ [αλλάζει η στάση στην καρέκλα, γίνεται απειλητική] όλα χάνονται με ένα τυχαίο δυστύχημα. Όλοι νομίζουν ότι για μία κορασίδα σαν και εμένα [ηρεμεί ξανά] τα πράγματα θα ήταν εύκολα, με την κληρονομιά και τα παλάτια και τις βίλλες και τους υπηρέτες και τα λεφτά, λεφτά να δούν τα μάτια σου, ολόκληρα χρηματοκιβώτια γεμάτα με λεφτά! Αλλά όχι,όχι,όχι...Τα πράγματα δεν ήταν όπως μου τα παρουσίασαν. Ο κόσμος έξω απ'ότι φαίνεται δεν είχε να μου προσφέρει καμία ασφάλεια, ήθελε μόνο να με...ρουφήξει. Να ρουφήξει τις καταθέσεις, τα ομόλογα, τα σπίτια και τα αμάξια και κάθε πιθανή σταγόνα αίματος. Ήμουν μικρή και αθώα όταν τον γνώρισα. Τα πιο υπέροχα μάτια που είχα δεί ποτέ μου. Με μάγεψε με αυτόν τον ελεύθερο σαγηνευτικό τρόπο που έχουν όλοι εκείνοι οι αλήτες στους δρόμους. Υποσχέθηκε αγάπη, οικογένεια, ψυχική γαλήνη και ηρεμία. Ξεκινήσαμε να συμβιώνουμε, και ήμουν τόσο τυφλωμένη από έρωτα που δεν άκουγα κανέναν και τίποτα. Μου έλεγε ότι απλά μας ζηλεύουν και γι' αυτό τον σχολιάζουν. Μου έλεγε ότι με αγαπάει και ότι θα είμαστε μαζί για πάντα. Με έπεισε για αυτή τη πλαστή πραγματικότητα σε τέτοιο βαθμό που δεχόμουν να με κακομεταχειρίζεται και να με χτυπάει. Κάθε βράδυ θα έβγαινε και θα γυρνούσε βρωμώντας κρασί, βρίζοντας θεούς και δαίμονες και τραγουδώντας πρόστυχα τραγούδια που ακούς στις ταβέρνες κάτω στο λιμάνι. Η οικογένεια που μου είχε απομείνει απομακρύνθηκε. Με άφησαν μόνη μου, να τυφλώνομαι. Ήξερα πώς δεν προοριζόμουν για κάτι τέτοιο μα δεν μπορούσα να το δώ. Τον αγάπησα βαθιά, και μάλλον τον αγαπάω ακόμα.
Η περιουσία μου μειώθηκε τουλάχιστον στο μισό. Ξόδευε αλόγιστα σε άχρηστα αντικείμενα και σε παρακμιακή τέχνη. Νομίζω μάλιστα ότι τιμούσε πολύ συχνά το πορνείο που ήταν κοντά στις ταβέρνες. Είχε γυρίσει άπειρες φορές μυρίζοντας γυναικεία αρώματα και ήταν γεμάτος τρίχες. Ξανθές, κόκκινες και μερικές φορές άσπρες. Το ποτήρι έσπασε όμως, όταν προσπάθησε να βιάσει μια κοπελίτσα που είχα για καμαριέρα. Ο θόρυβος ακούστηκε από το κάτω πάτωμα, στην κουζίνα, γύρω στις 5 η ώρα το πρωί. Είχε μόλις γυρίσει και έψαχνε κάτι να φάει. Προφανώς κάτι που θα έκανε, προκάλεσε κάποιο δυνατό θόρυβο και ξύπνησε τους υπηρέτες που κοιμόντουσαν κάτω. Έστειλαν την μικρή περιμένοντας να βρούν κάποιο ποντίκι, ή τον σύζηγο μου, που κλασσικά πεινούσε τα ξημερώματα. Βρήκαν έναν φρενιασμένο άνδρα, ένα έξαλλο υποκείμενο με την τρέλα καλά κρυμμένη στα μάτια του. Της επιτέθηκε και την χτύπησε. Κατέβηκα κάτω τρέχοντας σαν τρελή, είπα στους υπηρέτες να μείνουν έξω από την κουζίνα και πήρα ένα τηγάνι. Τον χτύπησα στο κεφάλι. Ξανά και ξανά και ξανά. Βγήκα έξω πιο ήρεμη από ποτέ και τους ζήτησα να τον πετάξουν στο δρόμο. Έτσι και έγινε.
Το επόμενο πρωί συνειδητοποίησα ότι δεν μου είχε μείνει τίποτα. Βλέπετε, ώς άνδρας του σπιτιού, μου είχε απαγορεύσει να ασχολούμαι με τις οικονομικές υποθέσεις του οίκου. Μια ολόκληρη περιουσία ετών είχε χαθεί μέσα σε λίγους μήνες. Σπίτια και δικαιώματα είχαν ξεπουληθεί στο βωμό του ποτού. Για να ολοκληρωθεί το τόσο αναμενόμενο δράμα μου, μετά από ένα μήνα κατάλαβα ότι ήμουν έγγυος. Φυσικά και το παιδί ήταν δικό του! Για ποιά με περάσατε? Τέλος πάντων..την μέρα που το έμαθα, είχα μόλις πουλήσει τα οικόπεδα στους λόφους για μια μπουκιά ψωμί. Φυσικά πλέον δεν είχα υπηρέτες, ούτε και κανέναν να με συντηρήσει. Σκέφτηκα λοιπόν το αναμενόμενο. Περπάτησα ως την γέφυρα...και έπεσα κάτω. [Δυνατό, διαβολικό γέλιο] Καλό ε? Εσείς τι θα κάνατε? Θα γεννάγατε στους δρόμους σαν σκυλιά? 'Η θα πιάνατε δουλειά σαν πόρνη για να τα βγάλετε πέρα? 'Η ακόμα καλύτερα, μήπως θα πουλούσατε το παιδί σας?[Γέλια] Ε εγώ διάλεξα την πιο εύκολη και αποτελεσματική λύση. Έχω ακόμα την τιμή μου, και το όνομα μου. Μπορεί να πέθανα, αλλά πέθανα σωστά. Αυτή ήταν λοιπόν η ιστορία μου. Και, επιτρέψτε μου, τώρα πρέπει να γυρίσω στο πάρτυ!

[Χαιρετάει κόσμο ξανά, χορεύει, το ίδιο με πρίν, γελάει και έχει άτομα γύρω της που δεν υπάρχουν. Φώτα, ομιλίες και μουσική χαμηλώνουν ενώ εκείνη χάνεται στο σκοτάδι της σκηνής]




Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Oι παγίδες των Ονειρόκοσμων



Είναι τόσο εύκολο να πέσεις για ύπνο, να κλείσεις τα μάτια σου και να ταξιδέψεις. Να πάς σε χώρες άγνωστες ονειρεμένες και άπιαστες, να γνωρίσεις πλάσματα που η μόνη ομοιότητα σας είναι το βάθος της ψυχής, να ταξιδέψεις μαζί τους και να σε παρασύρουν στον βυθό των πιο ωραίων συναισθημάτων που κανείς θνητός δεν έχει ζήσει σε αυτόν τον πλανήτη...
Πλέον δεν είναι το ίδιο. Ο ύπνος και τα ταξίδια του δεν είναι πια κάτι που μπορώ να πράξω. Οι χώρες που ταξίδευα είναι πιο απειλητικές από ποτέ, σφηνωμένες βαθιά μέσα στις σκέψεις μου. Τα πλάσματα τους δεν με φιλοξενούν πια στα σπιτικά τους, και με καταδιώκουν οποιαδήποτε στιγμή φτάσουν έστω και λίγο κοντά μου. Απλώνουν τα χέρια τους, αυτά τα απαίσια κουκλίστικα χέρια γεμάτα κουρέλια, και τα κουνάνε απεγνωσμένα να πιάσουν την λεία τους.Το μίσος που βλέπω στις άδειες τους κόγχες είναι πρωτόγνωρο για εμένα. Ο τρόμος που με αντιπροσωπεύει πλέον με έχει κάνει σκιά του εαυτού μου. Σκιά ενός ανύπαρκτου και φανταστικού ευατού.
Ήταν τότε, εκείνο το καταραμένο βράδυ, που ετοιμαζόμουν να πάρω το καθημερινό ναρκωτικό μου για να κοιμηθώ. Πάντα έπαιρνα ναρκωτικά-έκανε πιο εύκολη την πρόσβαση μου στη χώρα των ονείρων. Η μνηστή μου με παρακάλεσε να μην το χρησιμοποιήσω εκείνο το βράδυ. Δικαιολόγησε την επιθυμία της με μια δικαιολογία που φαινόταν ανόητη την δεδομένη στιγμή, μια δικαιολογία που αναφερόταν μόνο στο έμφυτο γυναικείο προαίσθημα της. Την αποπήρα, σχεδόν φωνάζοντας της που παρέμβαινε στις καθημερινές μου συνήθειες, και πήρα μια σχετικά ισχυρή δόση ναρκωτικού, προσπαθώντας να αντιταχθώ στην παράλογη νόηση της συντρόφου μου. Μακάρι να την είχα ακούσει.
Ο Μορφέας δεν άργησε να έρθει. Σύντομα βρέθηκα στην Πύλη της Μετάβασης την οποία πέρασα με ευκολία, ενώ στην συνέχεια βρέθηκα στο Τούνελ που θα με οδηγούσε στην επιλογή Πόρτας, δηλαδή στην επιλογή της χώρας στην οποία θα πήγαινε. Όμως κάτι μου φαινόταν πολύ λάθος. Το Τούνελ ήταν ασυνήθιστα σκοτεινό, και το έδαφος ήταν ανώμαλο. Τα πετρώματα γύρω μου έσταζαν, μα στο σκοτάδι δεν τόλμησα να πιάσω το περίεργο υγρό που έτρεχε κάτω από τα πόδια μου με κατεύθυνση την ίδια με εμένα. Αισίως, έφτασα στην Πόρτα. Την άνοιξα νιώθοντας την πιο βαριά απ'ότι συνήθως. Έτριξε ενοχλητικά και αποκάλυψε προς έκπληξη μου μια τεράστια έκταση νεκρής γής. Η μόνη παρουσία που μπορεί να πρόσδιδε μια περασμένη στιγμή ζωής, ήταν ένα παλιό εγκατελειμένο σπίτι, στη μέση της έκτασης, μισογκρεμισμένο και σκοτεινό. Η θέληση μου είχε παραλύσει όπως σε κάθε όνειρο. Σκεφτόμουν, μα δεν ήταν εύκολο να ελέγξω τις κινήσεις μου. Οπότε απλώς ακολούθησα την ροή του ονείρου...
Προχώρησα πρός το μεγαλοπρεπές κτίσμα με σταθερό βήμα, παρ'όλο που ήξερα πως έπρεπε να φοβάμαι. Η όψη του έβγαζε μια περίεργη αίσθηση, ακόμα και για κάποιον που το αντιμετωπίζει μέσω ενός ονείρου. Η όραση μου φαίνεται να είχε αλλάξει χρώμα και το γενικό τοπίο έμοιαζε σχεδόν μονόχρωμο, τα έβλεπα όλα στις αποχρώσεις του γκρί. Τα πάντα γύρω μου έδεναν απόλυτα με την νεκρή , τεράστια έκταση στη μέση του πουθενά. Η τεράστια πόρτα που κοσμούσε την κεντρική είσοδο του παλιού αρχοντικού συνοδευόταν από τα κλασσικά πόμολα που έμοιαζαν με κεφάλια ζώων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λιοντάρια παραφυλούσαν με τα στόματα ανοιχτά και τις γλώσσες έξω. Όμως στα όνειρα κανείς δεν χτυπάει για να μπεί μέσα σε ξένα σπίτια, έτσι απλώς προχώρησα και πέρασα κυριολεκτικά μέσα από την πόρτα. Σκοτάδι με υποδέχτηκε και έκανε το πνευματικό μου σώμα να ανατριχιάσει, μια αίσθηση που δεν είχα ξαναζήσει πότε σε όνειρο. Όταν μπορείς να ελέγξεις τα όνειρα σου φροντίζεις να μην κάνεις τον εαυτό σου να νιώθει άβολα σε αυτά. Όμως σε εκείνο το αναθεματισμένο το όνειρο, είχα χάσει κάθε ικανότητα μου. Σε εκείνο το αναθεματισμένο όνειρο, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω τι να κάνω, τι να ψάξω. Την απάντηση ήρθε να δώσει ένα μονοπάτι λουσμένο στο αίμα που κατεύθυνε τον δρόμο μου μέσα στο σπίτι.
Πιτσιλιές εδώ και εκεί ή και κανονικό ρυάκι με κατεύθυναν πρός την αίθουσα του πιάνου. Η σκόνη στην ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν αποπνικτική και έκανε τα έπιπλα να μοιάζουν άσπρα. Ο φόβος που εδώ και αιώνες έκανε κάθε άνθρωπο να τρέμει, είχε φωλιάσει μέσα μου, ενώ η καρδιά μου ακολουθούσε τον ρυθμό κάποια απόκοσμης μουσικής. Πλησίασα το χρόνια ξεχασμένο πιάνο και μια κάρτα γλίστρισε και έπεσε μπροστά στα πόδια μου. Παραξενεμένος, παρατήρησα τον χώρο γύρω μου, να βρώ την πηγή του άνεμου που έριξε την κάρτα. Τίποτα. Τα πάντα ήταν ερμητικά κλειστά. Το δωμάτιο, πιο σκοτεινό απο ποτέ, την συγκεκριμένη στιγμή δεν φαινόταν φιλόξενο. Πήρα την κάρτα και έφυγα όσο πιο γρήγορα μου επέτρεπε η ροή του ονείρου. Γύρισα στην είσοδο, που είχε παράθυρα και μια οποιαδήποτε πηγή φωτός από ένα φεγγάρι που δεν φαινόταν πουθενά. Τα μάτια μου έπεσαν κατευθείαν στην ποιότητα του χαρτιού. Δεν έμοιαζε καινούργιο και το κιτρινωπό του χρώμα πρόσδιδε τον αέρα μιας κλασσικής εποχής. Τα γράμματα ήταν καλλιγραφικά και λόγω αυτού δεν περίμενα να διαβάσω κάτι τόσο φρικαλέο και αποτρόπαιο.
Ήταν μια πλήρης περιγραφή ενός τελετουργικού που απαιτούσε αιματοχυσία, σεξουαλική διαστροφή, και βρώση νεκρών μελών.  Η κατάσταση άρχισε να με προκαλεί να φύγω ουρλιάζοντας, τρέχοντας μακρυά από το σιχαμένο αυτό μέρος. Όμως το όνειρο είχε επιβάλλει τον εαυτό του πάνω μου με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα που θα παρέμβαλε στην υπάρχουσα ιστορία, ήμουν δέσμιος της ίδια της πλοκής του υποσυνείδητου μου. Έτσι, χωρίς αντίσταση, τα πόδια μου σαν να ήξεραν το μέρος, σαν να το είχαν ξαναδεί χιλιάδες φορές, με οδήγησαν στην σκάλα. Τα σκαλιά απλωνόντουσαν περιστροφικά πρός τα πάνω, σε ένα μέρος που φαινόταν ακόμα πιο σκοτεινό από τα ίδια τα βάθη ενός υπογείου. Το πρώτο μου βήμα στο σάπιο ξύλο έκανε έναν ενοχλητικό θόρυβο που μου προκάλεσε ανατριχίλα σε όλο μου το σώμα. Η θέληση μου είχε παραλύσει  και το ήξερα πώς θα συνεχίσω να ανεβαίνω αυτά τα καταραμένα σκαλοπάτια ακόμα και αν έπρεπε να σκαρφαλώσω σέρνοντας το σώμα μου πάνω τους. Κάθε βήμα μου ήταν και πιο αβέβαιο. Το τι με περίμενε εκεί πάνω δεν θα μπορούσα να το φανταστώ με τίποτα.
Λίγο πριν αποκτήσω ορατότητα του πάνω πατώματος ακούστηκαν γέλια. Ήμουν σίγουρος, είχα ακούσει παιδικά γέλια να μετακινούνται ζωηρά στο πάνω πάτωμα. Το βήμα μου επιταχύνθηκε και φτάνοντας επιτέλους πάνω, το  μόνο που αντίκρυσα ήταν ένα παιχνίδι. Ένα μονόχρωμο αμαξάκι δεμένο στην άκρη με μια κλωστή. Έκανα ένα μόνο βήμα να το πλησιάσω, και εκείνο κινήθηκε μόνο του προς την κατεύθυνση ενός δωματίου που ήταν κλειστό. Το ακολούθησα πιστά και άνοιξα την δίφυλλη πόρτα που με περίμενε. Με υποδέχθηκε ο απότομος άνεμος που προσπαθούσε να με προειδοποιήσει να φύγω. Ήταν ισχυρός και με έσπρωχνε προς τα πίσω, όμως το όνειρο δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ξαφνικά έπαψε τον άνεμο και χρωμάτισε το δωμάτιο σε παστέλ παιδικές αποχρώσεις. Μουσική άρχισε να παίζει από το πουθενά και γέμισε από παιχνίδια, διακοσμητικά οροφής, κούκλες και μολύβια. Το τέλειο παιδικό δωμάτιο των περασμένων εποχών. Μια πιτσιρίκα καθόταν στο κέντρο σε ένα χαλάκι και έπαιζε με τις κούκλες της. Δεν έβγαζε κανένα ήχο, το όλο σκηνικό ήταν εντελώς άηχο. Κάθισα αρκετή ώρα και την χάζευα σαν μαγεμένος. Η ατμόσφαιρα μου θύμιζε τα δικά μου παιδικά χρόνια και με ταξίδευε σε μέρη και σε σπίτα που δεν θα ξαναπήγαινα ποτέ. Τελικώς την πλησίασα και έκατσα κοντά της. Δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπο της και εκείνη δεν φαινόταν να θέλει να με κοιτάξει. Ξερόβηξα να της αποσπάσω την προσοχή μα δεν φάνηκε να έχει αποτέλεσμα.
Η ώρα περνούσε, μα εγώ ένιωθα ότι έπρεπε να γίνει κάτι, μια κίνηση για να προχωρήσει η ιστορία. Απλά, άπλωσα το χέρι μου και ακούμπησα την μικρή στον ώμο. Εκείνη, σχεδόν μηχανικά, σαν καλοκουρδισμένο σύστημα, γύρισε αργά για να αποκαλύψει ένα αγγελικό πρόσωπο γεμάτο ανησυχία. Οράματα κατέκλυσαν τα μάτια μου. Το δωμάτιο γέμισε αίμα, το πρόσωπο του αθώου αυτού παιδιού χτυπήθηκε με ένα ρόπαλο, το σώμα του ξεσκίστηκε, το πάτωμα έσπασε και το ταβάνι κατέρρευσε. Οι τοίχοι πιτσιλίστηκαν ξανά και ξανά από μία σκιά που μου έμοιαζε τόσο πολύ μα δεν ήμουν εγώ. Σαν να έγινε σεισμός το δωμάτιο χτυπήθηκε και σείστηκε. Κούνησα απεγνωσμένα το κεφάλι μου να αποτρέψω την φρικαλέα του όψη, αλλά δεν κατάφερα να σκοτώσω την εικόνα του από το μυαλό μου. Οπισθοχώρησα κρατώντας το κεφάλι μου και με κάποιο θεικό τρόπο ακολούθησε και το δεμένο με την κλωστή αμαξάκι. Η πλάτη μου ακούμπησε τοίχο, και το παιχνίδι έμεινε ακίνητο στην ίδια θέση που το είχα βρεί εξ'αρχής. Χωρίς καν να βρώ χρόνο να συνέλθω το σώμα μου οδηγήθηκε στο επόμενο δωμάτιο.
Χωρίς πόρτα, χωρίς τοίχους χωρίς καν σταθερό πάτωμα, το δωμάτιο αυτό διέφερε από τα υπόλοιπα. Τα λείψανα που είχανε μείνει να ονομάζονται τοίχοι ήταν κατάλευκα και γκρεμισμένα. Το πάτωμα ήταν γυμνό και σε ορισμένα σημεία εντελώς τρύπιο, φανερώνοντας το απόλυτο κενό του θανάτου χωρίς να βγάζει νόημα υπονοόντας μια περίεργη, απόκοσμο γεωμετρία και αρχιτεκτονική. Τα βήματα μου ήταν προσεκτικά και μετρημένα, αποφεύγοντας όσο το δυνατόν περισσότερο να πατήσω πάνω σε έδαφος που φαινόταν κούφιο. Δεξιά, στο υποτιθέμενο τέλος του δωματίου, καθώς δεν είχε ολοκληρωμένους τοίχους να βάζουν τα όρια, υπήρχε ένα μικρό λευκό χρηματοκιβώτιο. Ήταν ήδη μισοανοιγμένο και η μεγάλη ροδέλα που κοσμούσε την πόρτα του ήταν σκουριασμένη. Έτρεμα να πλησιάσω από φόβο μην πέσω στο κενό που με περιέκλυε. Το χρηματοκιβώτιο έμοιαζε να αιωρείται καθώς γύρω του δεν υπήρχε τίποτα. Σαν να είχε αποκοπεί από την ελάχιστη συνοχή του υπόλοιπου δωματίου και να αιωρούταν σταθερά και απόκοσμα. Η νύχτα μπροστά μου φαινόταν καθαρή και φωτεινή, καθώς δεν υπήρχε τίποτα που να με εμποδίζει να την δώ. Άλλωστε το ταβάνι είχε καταρρεύσει χρόνια πρίν.
Λόγω του έντονου φωτισμού παρατήρησα κάτι παλιές ξύλινες σανίδες, πεσμένες στο πάτωμα και παραμελημένες. Έπρεπε πάση θυσία να φτάσω το μικρό χρηματοκιβώτιο. Ήταν σάπιες, μα ήταν κυριολεκτικά, οι μόνες σανίδες σωτηρίας μου. Έπρεπε επιτέλους να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης. Τις μάζεψα, βγάζοντας ένα μορφασμό. Ήταν βρεγμένες, και γλιστρούσαν. Σε μία, με κάποιο τρόπο είχαν αναπτυχθεί βρύα πάνω. Τις έστησα προσεκτικά σε σειρά μπροστά μου, φτάνοντας το κομμάτι που φιλοξενούσε το λευκό ανοιγμένο κουτί. Χωρίς να κοιτάω κάτω, και απαγγέλοντας από μέσα μου παιδική ποίηση για κουράγιο, έτεινα τα χέρια μου στα πλάγια και περπάτησα όσο πιο γρήγορα γινόταν πρός τον στόχο μου. Φαίνεται πώς στα δύσκολα η θέληση μου ξαναπαίρνει τα πρωτεία στις αποφάσεις καθώς το υποσυνείδητο μου είναι δειλό και ανίκανο. Όταν έφτασα, γατζώθηκα κυριολεκτικά πάνω στο σιδερένιο κουτί και για λίγο δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάω την μαύρη κόλαση που με περίμενε να πέσω σε κάθε λάθος βήμα μου. Όμως μέσα από το χρηματοκιβώτιο, ακούστηκαν περίεργοι..έμβιοι ήχοι.
Χωρίς να διστάσω έβαλα μέσα τα δάχτυλα μου και η πόρτα άνοιξε, αποκαλύπτωντας ένα χρηματοκιβώτιο γεμάτο από ζωή. Μικρές γάτες παίζανε ήρεμα η μία με την άλλη, χωρίς να σταματήσουν για να με κοιτάξουν. Δεν ενοχλήθηκαν καν από το απότομο φώς που γέμισε το στενό κουτί. Στοιβαγμένες και στριμωγμένες κατ' επιλογή, συνέχισαν να γλύφονται και να βγάζουν ελαφρά τα νύχια τους. Το θέαμα υποδήλωνε κάτι ειρηνικό και ήταν εντελώς αταίριαστο με το υπόλοιπο απειλητικό περιβάλλον. Σχεδόν με μάγεψε και χάθηκα στην μαγεία αυτής της ασφάλειας που είχα εγώ ο ίδιος επιλέξει να αφήσω πίσω. Έβαλα μέσα το χέρι μου και προσπάθησα να χαιδέψω απαλά μία από αυτές, όμως φαίνεται πώς με θεώρησαν παρείσακτο. Κάποια από αυτές άρχισε να νιαουρίζει ενοχλητικά και με κοίταξε με μάτια που φλεγόντουσαν από μίσος και σκοτάδι. Οι υπόλοιπες νιώθοντας την επικείμενη απειλή, ακολούθησαν το παράδειγμα της και ξεμπλέχτηκαν μεταξύ τους παίρνοντας μια έντονη στάση με το τρίχωμα τους τεντωμένο. Τότε ήταν που παρατήρησα ότι όλες  είχαν συγκεκριμένα μέλη τους με άσπρο τρίχωμα. Κάποιες τα πόδια, κάποιες το κεφάλι και κάποιες άλλες μόνο τις πατούσες. Η πρώτη που επιτέθηκε πριόνησε με τα νύχια της το πρόσωπο μου. Σαν ιεροτελεστία αργά και ήρεμα ακολούθησαν και οι υπόλοιπες. Ανέβαιναν πάνω μου και έσκιζαν την σάρκα μου με τα νύχια τους, αργά και βασανιστικά και απόλυτα οργανωμένα.  Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, τις έπιανα και τις πετούσα στην άλλη μεριά, τις πατούσα κάτω, τις δάγκωνα, μα πάνω απο όλα, είχα χάσει τον έλεγχο και ξερίζωνα μέλη τους. Όταν πλέον τελείωσε το μακελειό συνειδητοποίησα ότι όσα μέλη είχα αποκόψει, ήταν λευκά. Τα σώμματα τους κείτονταν ματωμένα και άψυχα, ενώ εγώ ένιωθα κουρασμένος και ξεσκισμένος. Έβαλα τα κλάματα όταν πλέον κατάλαβα ότι τα χέρια μου πίεζαν στο στόμα μου, τα αποκομμένα μέλη των άτυχων αυτών πλασμάτων. Άβουλα άνοιξα το στόμα μου και γέμισα με την μεταλλική γεύση του αίματος. Δεν θέλω να συνεχίσω την περιγραφή αυτή..οι φρικαλέες πράξεις μου ήδη με στοιχειώνουν, δεν χρειάζεται να τις θυμάμαι...
Βγήκα έξω μίζερος και αηδιασμένος από τον ίδιο μου τον εαυτό. Είχα ακόμα όμως να περάσω και άλλα δωμάτια..έπρεπε να τελειώσω το τελετουργικό. Ο διάδρομος ήταν το ίδιο αφιλόξενος με πρίν κάνοντας με να τρεκλίζω κοιτώντας γύρω μου σπασμωδικά. Ποιές πύλες της κολάσεως περίμεναν να με υποδεχθούν και τι βασανιστήριο ενάντια στην ανθρώπινη μου φύση θα έπρεπε ακόμα να υποστώ? Χωρίς καν να ανοίγω τα μάτια μου πλέον, χτύπησα με την φόρα που είχαν πάρει τα πόδια μου στην επόμενη πόρτα. Δεν ήταν σαν τις υπόλοιπες όμως. Ήταν φρεσκοβαμένη και καινούργια. Μύριζε ακόμα μπογιά και στεγνό ξύλο. Άνοιξε απότομα απόκαλύπτοντας...το τίποτα. Το απόλυτο κενό. Περπάτησα χωρίς να πέσει το σώμα μου. Τα πόδια μου στηρίζονταν πάνω σε χιλιάδες μικρές νεφέλες. Όμως δεν έβλεπα τίποτα που θα μπορούσε να με κάνει να απαρνηθώ τον άνθρωπο μέσα μου. Ίσως είχα φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Ίσως να είχε τελειώσει η κατάρα που με βασάνιζε. Μπορεί και να ξυπνούσα τώρα και να έλεγα ότι όλα αυτά ήταν ένας κακόγουστος εφιάλτης, μια άσχημη απομίμηση των ονείρων που έβλεπα συνήθως.
Όμως όχι..όχι, όχι, δεν θα ήμουν τόσο τυχερός. Μια λευκή μορφή διακρίθηκε εύκολα μέσα στο μαύρο αυτό τοπίο. Πέρασε μπροστά μου σαν αστραπή, αφήνοντας με να δώ μόνο την όψη του ριχτού φορέματος που κάλυπτε τα ζωτικά της σημεία. Ξαναπέρασε από πίσω μου κάθε φορά και πιο κοντά, πιο αργά, πιο έντονα...Το πιο τρομακτικό από όλα όμως δεν ήταν αυτό. Ήταν το σώμα της και η όψη της, ήταν η έκφραση της και το πρόσωπο της. Δεν είχε σώμα. Ούτε πρόσωπο. Ήταν αέρας, σκέτος αέρας που είχε στην μέση ένα μεγάλο ίσιο ξύλο σαν σκιάχτρο. Όμως το πρόσωπο της ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Είχε το πρόσωπο της μνηστής μου.
Ένα αόματο τραβηγμένο δέρμα στόλιζε την κορυφή της φρίκης, με μια γκροτέσκα όψη τραβηγμένου χαμόγελου χωρίς δόντια. Δεν υπήρχε κρανίο πίσω από αυτό το πράγμα, μόνο ξερό, ζαρωμένο δέρμα. Σαν μια ζωντανή μάσκα, η παρουσία στήθηκε μπροστά μου σταματώντας να  περιφέρεται στον αέρα. Με κοίταξε χωρίς νόημα, μα ο ιδρώτας στο πρόσωπο που και το αίμα που έχανα, μου προκάλεσαν τον μεγαλύτερο τρόμο που έχω ζήσει. Η κακοφτιαγμένη κούκλα έμεινε να με κοιτάει μέχρι που άρχισε να γελάει υστερικά και ασταμάτητα.
Δεν θυμάμαι απόλυτα την συνέχεια, δεν μπορώ να την ξέρω. Ζούσα ένα όνειρο μέσα στο όνειρο. Θυμάμαι να φωνάζω καταβεβλημένος εντελώς από την παράνοια του ονείρου ότι δεν ζήτησα αυτήν, δεν την κάλεσα και δεν την ήθελα εκεί. Εκείνη συνέχισε να γελάει και να απομακρύνεται σαν φάντασμα που χάνεται στην ομίχλη ενός νεκροταφείου. Κάποια στιγμή λιποθύμησα και όταν ξύπνησα ήμουν ξανά στην πύλη με τα κεφάλια των λιονταριών. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνω λάθος δεν καταλαβαίνω πώς μπόρεσα εγώ να εγκλωβιστώ σε μια τέτοια φρικαλέα αιωνιότητα. Κάθε φορά που τελειώνει το βασανιστήριο μου όμως, ξαναγυρνάω ξανά στην αρχή. Ώς τώρα έχουν περάσει μέρες και εβδομάδες και ίσως μήνες που διαπράτω ξανά και ξανά τα ίδια εγκλήματα σε εκείνο το αθώο παιδί, στα πλάσματα εκείνα στο χρηματοκιβώτιο, σε εκείνη την κούκλα με την γκροτέσκα όψη της αγαπημένης μου...Όσο και αν προσπαθώ να αποδράσω, να ξυπνήσω δεν μπορώ. Είμαι αναγκασμένος να τα ζώ..ξανά..και ξανά..και ξανά...



Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Η αρχή κάθε πολέμου Ι




Ξύπνησε με απίστευτο πονοκέφαλο. Το χθεσινό μεθύσι δεν έπρεπε πότε να είχε γίνει. Σίγουρα η δουλειά του δεν θα γινόταν μόνη της, και όλη αυτή η χαρτούρα στο γραφείο του δεν θα παρέδιδε τον εαυτό της στην ώρα που έπρεπε. Έπιασε το κεφάλι του και έκλεισε τα μάτια σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ηρεμήσει τον πονοκέφαλο. Είχε πάρει ήδη 3 παυσίπονα, μα επέμενε. Είχε χάλια διάθεση και πολύ κακό προαίσθημα για την σημερινή μέρα. Σίγουρα ώς τώρα δεν πήγαινε καλά. Πρωινός καυγάς με την γυναίκα του, η κόρη του εξαφανισμένη από προχθές το βράδυ και ο γιός του πιθανότατα ακόμα κοιμόταν. Μια ευχάριστη οικογένεια.

"Είσαι κάπως σήμερα ή είναι ιδέα μου?" είπε η Τζέιν από την πόρτα.
"Όχι είμαι υπέροχα. Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα".
Ας έφευγε. Δεν μπορούσε να βρεί χειρότερη μέρα για καυγά. Οι ειρωνείες της και το ψεύτικο πονόψυχο υφάκι δεν ταίριαζε στον κόσμο του σήμερα. Καυστική όπως πάντα, δεν την άντεχε. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το αφεντικό του.
"Συγκεντρώσου. Έχεις ρεπορτάζ σε λίγο." σχολίασε με ύφος και έφυγε με τον ήχο των τακουνιών της να βασανίζει τα τοιχώματα του κρανίου του.
Ώρες ώρες, μα το Θεό, και ο ίδιος αναρωτιέται πώς δεν την έχει δολοφονήσει ακόμα.



Ο αέρας έξω ήταν κρύος, όπως έπρεπε να είναι κάθε πρωινό Δεκέμβρη. Λαμπιόνια και φωτάκια κοσμούσαν τους δρόμους και τα ψηλά φώτα, ενώ άπειρες μινιατούρες του Άγιου Βασίλη έκαναν την εμφάνιση τους σε μπαλκόνια και σκεπές. Ο Τζον όλα αυτά τα έβλεπε ώς μια απεγνωσμένη προσπάθεια διαφυγής από την πραγματικότητα. Ας το παραδεχθούμε, ο κόσμος έτσι όπως έχει γίνει, δεν είναι πλέον ούτε φιλόξενος, ούτε ιδανικός. Ούτε καν βιώσιμος. Κάθε στενάκι είχε τον άστεγο του, κάθε παγκάκι φιλοξενούσε ναρκομανείς και οι κλοπές έδιναν και έπαιρναν. Αυτή η πόλη είχε πλέον ολοκληρωτικά καταστραφεί μετά από τον σεισμό. Μια πόλη φάντασμα χαμένη από το χάρτη ενώ όλοι προσπαθούσαν να ξεχάσουν την ύπαρξη της. Γιατί? Ποιός την θυμόταν ούτως ή άλλως?
Περπατούσε όσο πιο γρήγορα γινόταν καθώς το κρύο ήταν κάπως έντονο για τις χαμηλές αντοχές του. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός από τα προβλήματα του. Ποιός ενδιαφέρεται για το ρεπορτάζ? Ποιός ασχολείται με την άτυχη μάνα και το τερατόμορφο μωρό της? Μα φυσικά στην δική τους κοινωνία αυτό ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, κάτι το πρωτότυπο. Κανείς δεν είχε ξαναδεί τερατογέννηση. Μιλάμε για μια πόλη ελαχίστων κατοίκων, που προσπαθεί να γίνει κάποια με την συνεχώς αυξημένη προσδοκία της για ανανέωση. Μία αποτυχημένη βούλα σε κάποιον παλιό ξεθωριασμένο χάρτη.
"Αυτό και αν είναι ο ορισμός της αισιοδοξίας ε?" σκέφτηκε, ενώ διέκρινε μια φιγούρα να περνά γρήγορα από πίσω του. Ελαφρώς αναστατωμένος λόγω της ξαφνικής ταχύτατης παρουσίας γύρισε νευρικά να κοιτάξει-αντικρίζοντας το κενό. Ίσως να μην είχε ακόμα ξεμεθύσει. Ποιός ξέρει? Συνέχισε να περπατάει με πιο αργό ρυθμό από πριν, προσπαθώντας να ορίσει στον εαυτό του την ευθεία και το πώς να περπατάει πιο φυσιολογικά. Ίσως να μύριζε ακόμα η ανάσα του αλκόολ. Ίσως να είχε ακόμα ουσίες στο στομάχι του που δεν είχαν απορροφηθεί. Ίσως..
Η φιγούρα ξαναπέρασε, αυτή τη φορά σχεδόν ρίχνοντας τον κάτω. Έτοιμος να πιστέψει ότι βλέπει όνειρο, παραπάτησε στο πλάι του πεζοδρομίου και έπεσε πάνω σε κάποιον. Τα μάτια του ξαφνικά θόλωσαν και άρχισαν να τσούζουν και να δακρύζουν επικίνδυνα. Δεν έβλεπε πλέον καθόλου μπροστά του και η αντίσταση που συνάντησε πέφτοντας, μάλλον δεν ήταν η επιθυμητή. Έπεσε κάτω σαν σακί γεμάτο με τούβλα. Χτύπησε το κεφάλι του στις πλάκες του πεζοδρομίου και λιποθύμησε.

Ήταν πια αργά το βράδυ όταν ξύπνησε σε ένα άσπρο αποστειρωμένο μέρος. Η γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν στημένοι από πάνω του και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Όσο και αν προσπαθούσαν να μην τον ξυπνήσουν, δεν τα κατάφεραν. Άλλωστε δεν μπορούσαν να ελέγξουν την σχεδόν υστερική φωνή της Μαίρης. Μόλις τον είδε που άνοιξε τα μάτια του πετάχτηκε έξω παρανοϊκά φωνάζοντας για μια νοσοκόμα. Η κόρη του δεν τον πλησίασε καν, και ο γιός του είχε μείνει να τον κοιτάζει μπερδεμένος. Δεν προσπάθησε να τους μιλήσει, απλώς ξανάκλεισε τα μάτια του, και ξαναέπεσε σε λήθαργο.

5 ώρες μετά, και με τον πονοκέφαλο να έχει επιστρέψει εντονότερα, ξύπνησε μυρίζοντας στην ατμόσφαιρα φάρμακα και χημικά. Δειλά-δειλά σηκώθηκε να πάει προς το μπάνιο, ατάραχος αλλά ενοχλημένος. Θα έπρεπε να το ψάξει, να του κάνουν εξετάσεις ίσως τώρα που βρίσκεται σε νοσοκομείο. Μπορεί κάτι να συμβαίνει, να έχει όγκο ή καρκίνο ή κάτι. Βαδίζοντας στο σκοτάδι με αργά και σταθερά βήματα δεν παρατήρησε την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε γύρω του. Σαν να βρισκόταν σε νεκροτομείο, όχι σε νοσοκομείο. Η σημασία που θα μπορούσε να δώσει δεν ήταν παραπάνω από όση έδωσε. Συνέχισε να βηματίζει πρός την τουαλέτα που ήταν στο τέλος του διαδρόμου. Πρίν προλάβει να ανοίξει καν την πόρτα, δύο χέρια και ένα κεφάλι διαπέρασαν τον τοίχο χωρίς να τον σπάσουν. Σαν να ήταν ο ίδιος ο τοίχος ελαστικός και εύκαμπτος. Το γεγονός κράτησε ένα δευτερόλεπτο το πολύ. Ήταν αρκετό για να ξαφνιάσει τον Τζόν και να τον κάνει να τιναχτεί πίσω σαν νευρόσπαστο. Κόλλησε την πλάτη του στον απέναντι τοίχο του διαδρόμου και έπεσε κάτω σαν να προφυλασσόταν από βολές. Τι σκατά συνέβαινε?
Τα μάτια του έμεναν κολλημένα στο σημείο του τοίχου που είδε την παρουσία. Τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από τον εαυτό του τρέμοντας ενώ η ανάσα του ήταν πιο γρήγορη και από όταν λαχάνιαζε λόγω γυμναστικής. Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό. Δεν μπορεί να είχε εκείνος παραισθήσεις. Ήταν το πιο λογικό άτομο που γνώριζε με κανένα ιστορικό παράνοιας στην οικογένεια. Δεν μπορεί, δεν γίνεται. Μένοντας στην ίδια στάση για μερικά λεπτά, βεβαιώθηκε ότι όλα ανήκαν στη σφαίρα της φαντασίας του και σηκώθηκε. Παρενέργειες από τα φάρμακα, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Αργά και νευρικά άνοιξε την πόρτα του μπάνιου και πλησίασε την τουαλέτα. Γύρισε στο κρεβάτι του, κοιτώντας γύρω του αμήχανα, και ξάπλωσε. Τον πήρε ο ύπνος με το φώς του ήλιου.

Μερικές μέρες μετά, και χωρίς να αναφέρει τίποτα σε κανέναν, πήρε εξιτήριο και γύρισε σπίτι του, με την υπέροχη οικογένεια του. Σαφώς, επικρατούσαν τα ίδια χάλια, τα ίδια ακριβώς με πρίν, χωρίς τίποτα να έχει αλλάξει. Η γυναίκα του τα απέδιδε όλα στο ξενύχτι και το ποτό, και πλέον δεν του μιλούσε, ενώ τα παιδιά του ήταν ακριβώς όπως τα είχε αφήσει. Στην δουλειά δεν θα γυρνούσε για μερικές εβδομάδες. Τουλάχιστον θα είχε την ευκαιρία να ηρεμήσει από την Τζέιν. Οι σκέψεις του τριγυρνούσαν συνέχεια στις ενοχλήσεις που ένιωθε, στον πονοκέφαλο και στο τραγικό συμβάν στον νοσοκομείο. Δεν είναι ξαναδεί τίποτα τέτοιο αλλά δεν ήταν φυσιολογικό. Η δικαιολογία της παρενέργειας ήταν καλή, αλλά δεν τον κάλυπτε. Μπορεί να μην ήταν παρενέργεια και να ήταν κάτι σοβαρό. Κάτι που μπορεί να μην σκέφτηκαν, ή να μην είδαν οι γιατροί για να το ψάξουν. Από μικρός είχε μια ιδιαίτερα αυξημένη διαίσθηση, μια ικανότητα που του επέτρεψε πολλές φορές να γλιτώσει από ατυχή περιστατικά και να λειτουργήσει διαφορετικά. Όμως τώρα το μόνο που ένιωθε ήταν άγχος και φόβος. Ανησυχούσε για την πνευματική και σωματική του υγεία, πιο πολύ από το αν θα φαινόταν τρελός στην οικογένεια του. Τότε ήταν που μπήκε η Μαίρη στο σαλόνι, κρατώντας ένα ποτήρι παγωμένο τσάι.

"Εδώ είσαι? Νόμιζα πώς θα έφευγες" δήλωσε με απάθεια καθώς καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα.
Ο Τζόν την κοίταξε απορημένος. " Μα που να πάω? Έχω άδεια από την δουλειά και έχω ακόμα αυτόν τον πονοκέφαλο.."
"Πήρες κάποιο χάπι?" απάντησε με την ίδια απάθεια με πρίν, χωρίς καν να τον κοιτάξει." Νομίζω πώς έχουμε μερικά στο ντουλάπι του μπάνιου. Μα είμαι σχεδόν σίγουρη ότι σε είδα να φεύγεις...Μάλλον θα ήταν ο μικρός. Τέλος πάντων, κάνε ησυχία τώρα γιατί θέλω να διαβάσω". Άνοιξε το βιβλίο της και έκανε ότι διαβάζει. Ο Τζόν το ήξερε ότι του κρατούσε μούτρα, χωρίς να ξέρει η ίδια ακριβώς τον λόγο. Απλά έψαχνε δικαιολογία να τον αποφύγει για ακόμα μια φορά.
"Ελεύθερα. Να σου αφήσω τον χώρο σου.."
Δεν ήξερε πώς είχαν καταλήξει έτσι. Δύο τόσο ερωτευμένοι νέοι που κάποτε θα έκαναν τα πάντα ο ένας για τον άλλο. Κάποτε, θα σκότωνε για να την έχει δική του. Όταν ήταν έφηβοι, είχε πάει μέχρι το σπίτι της με τα πόδια και είχε σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι της για να την απαγάγει. Το είχε σκοπό να την κρατήσει για πάντα κοντά του, δική του, μακρυά από όλους και από όλα. Όμως αυτή, η τόσο ερωτεύσιμη γυναίκα, είχε καταλήξει μια κυριούλα, πικρή και γεμάτη ανασφάλειες ενισχυμένες με γκρίνια. Είχαν περάσει σχεδόν μια ζωή μαζί και ακόμα δεν είχε βρεί τον λόγο που έγινε έτσι. Δεν είχε καταλάβει καν πότε άρχισε η κάτω βόλτα.

Έφυγε από το σαλόνι και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο τους. Ναι, ακόμα μοιραζόντουσαν ένα κρεβάτι, μα τίποτα περισσότερο. Ανέβηκε με δυσκολία τις σκάλες, εκπλήσσοντας και τον ίδιο του τον εαυτό με το πόσο αδύναμος ήταν, και άνοιξε την πόρτα τους, απλά για να διαπιστώσει πώς κάποιος ήδη κοιμόταν στο κρεβάτι τους, στην δική του μεριά, σκεπασμένος ώς πάνω. Γούρλωσε τα μάτια στο θέαμα και κοκάλωσε. Κοίταξε πίσω του και ξανά το κρεβάτι. Κλέφτης? Βιαστής? Δολοφόνος? Και κοιμόταν στο κρεβάτι του? Άρχισε να οπισθοχωρεί, για να πάει πρός το τηλέφωνο να καλέσει την αστυνομία μέχρι που γύρισε την πλάτη του. Ξαφνικά ένα έντονο κύμα αέρα τον έσπρωξε και έπεσε κάτω από την πίεση. Μια σκιά πέρασε από δίπλα του και άκουσε τα βήματα που κατέβαιναν τις σκάλες. Πήγαινε στη Μαίρη! Πανικόβλητος και ουρλιάζοντας κατέβηκε τις σκάλες. Την βρήκε ατάραχη να κάθεται στην ίδια θέση με το βιβλίο στα πόδια της και το τσάι της δίπλα.

"Τι έπαθες και ουρλιάζεις πάλι?"
Γαμώτο, μια φορά δεν μπορούσε να τον κοιτάξει??
"Τι κάνεις? Δεν ήρθε κανείς από εδώ? Γιατί είσαι έτσι, τι έχεις πάθει επιτέλους?" της φώναζε, ούρλιαζε με τέτοια ένταση που σήκωσε το κεφάλι της και την είδε δακρυσμένη.
"Δεν ξέρω τι έχεις πάθει...αλλά να το ξέρεις ότι δεν θα συμπεριλαμβάνει και εμένα για πολύ καιρό ακόμα! Δεν ήσουν έτσι εσύ..δεν ήσουν έτσι.." Έβαλε τα κλάματα, πήρε την τσάντα της και έτρεξε έξω.
Ο Τζόν τρελαμένος, έκλεισε τα μάτια και το πρόσωπο του πήρε μια γκροτέσκα μορφή, προσπαθώντας να κρατήσει τα δάκρυα του. Έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι και έπεσε στην πολυθρόνα κλαίγοντας.

Οι μέρες περνούσαν με την ίδια ταχύτητα που περνούσαν πάντα. Βασανιστικά αργά. Ο Τζόν έβλεπε την μορφή στα όνειρα του, στον κόσμο γύρω του, στις φαντασιώσεις του, στις σκέψεις του. Παντού φανταζόταν την απρόσωπη σκιά να τον καταδιώκει. Πλέον δεν κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο μαζί με την Μαίρη γιατί την ξυπνούσε κάθε βράδυ από τα ουρλιαχτά του. Έβλεπε εφιάλτες, ατελείωτους, αγωνιώδεις εφιάλτες. Δεν μπορούσε να πλησιάζει πολύ τους τοίχους και πάντα κοιτούσε πανικόβλητος γύρω του. Τα παιδιά του πλέον δεν τον άντεχαν. Τα τρόμαζε. Μα εκείνος δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο από την παγωμένη αίσθηση του αέρα, εκείνη την φρικιαστική κενή όψη που δεν μπορούσε να διακρίνει. Το ένιωθε να τον κυνηγάει παντού. Είχε προσπαθήσει να μιλήσει στην Μαίρη για αυτές τις παρουσίες αλλά εκείνη δεν ήθελε να ακούσει, δεν μπορούσε να το δεχτεί. Τον είχε χαρακτηρίσει ώς παρανοϊκό, ώς αφάνταστα τρελό που χρειάζεται βοήθεια. Χαμένος στις σκέψεις του μια μέρα, εμφανίστηκε ένας άγνωστος στο καθιστικό και ισχυρίστηκε πώς ήταν εκεί για να τον βοηθήσει. Το κακόμοιρο το ανθρωπάκι, έδειξε τόσο τρομαγμένο από το γέλιο του Τζόν που σχεδόν έφυγε τρέχοντας όταν ο Τζόν του εξήγησε ότι δεν χρειάζεται βοήθεια. Είχε απορρίψει τον κόσμο, αυτόν τον κόσμο που κάποτε φιλοξενούσε την άθλια και καταθλιπτική ύπαρξη του. Δεν πίστευε στο Θεό, αν και πολλές φορές έβριζε και βλασφημούσε τα θεία. Αλλά τώρα τελευταία θα μπορούσε να ορκιστεί πώς όλα όσα τραβούσε ήταν η τιμωρία του για όλα τα χρόνια απιστίας και βεβήλωσης του ονόματος Του.
Είχε πάρει την απόφαση να αυτοκτονήσει. Τι άλλη επιλογή είχε άλλωστε? Το μοναδικό που του έμενε να κάνει ήταν να ηρεμήσει επιτέλους. Στην τελική, κανείς δεν ενδιαφερόταν που ζούσε. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για την παραμονή του στο νοσοκομείο, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για το πρόβλημα του εκτός από την Μαίρη, και αυτή το έκανε με λάθος τρόπο. Άκου εκεί να φέρει ψυχίατρο σπίτι! Αλλά όταν αυτοκτονούσε θα ήταν αργά για να καταλάβει το λάθος της τόσα χρόνια. Και η Τζέιν και τα παιδιά του και όλοι. Τον είχε φέρει σε τέτοια έξαψη η όλη ιδέα που όντως πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έτρεξε έξω. Το έβαλε μπρός και ξεκίνησε για τον αυτοκινητόδρομο που θυμόταν ότι στο πλάι είχε γκρεμό. Στην πορεία του άρεσε πιο πολύ η ιδέα του πνιγμού οπότε άλλαξε κατεύθυνση και κίνησε πρός την γέφυρα. Μετά από λίγη ώρα άλλαξε πάλι γνώμη, και ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι που μπερδεμένος κατέληξε σε αδιέξοδο σε κάποιον τυχαίο χωματόδρομο.
Σχεδόν αγανακτισμένος τράβηξε στην άκρη και έσβησε την μηχανή. Αναστέναξε βαθιά και βγήκε έξω να δεί που είναι και πώς θα γυρνούσε. Κενό παντού γύρω του. Δεν διακρινόταν μορφή πουθενά στον ορίζοντα, πόσο μάλλον πέρα από την τεράστια πινακίδα που τον προειδοποιούσε ότι ο δρόμος αυτός δεν κατέληγε πουθενά. Χαμένος στην προσπάθεια του να τελειώσει την ζωή αυτή, είχε ξεχάσει εντελώς τον πονοκέφαλο, καθώς και όλα του τα προβλήματα. Ήταν η στιγμή να τα θυμηθεί. Είδε καπνό και χώμα να σηκώνεται από το έδαφος και τον τύφλωσε. Τα πνευμόνια του γέμισαν σκόνη και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Στην αρχή δεν τον πείραζε-στο κάτω κάτω ακόμα και από ασφυξία να πέθαινε θα είχε την ίδια κατάληξη- μετά όμως άρχισε να γίνεται αφόρητο. Οι φλέβες του πάλλονταν ενώ ο ίδιος κρατούσε το λαιμό του, σαν να νόμιζε ότι με την πίεση θα επέτρεπε το οξυγόνο να μπεί ξανά στον οργανισμό του. Και εκεί τον είδε..επιτέλους τον είδε.
Τα χαρακτηριστικά του εαυτού του διακρίνονταν πλέον καθαρά στο βάθος του δρόμου. Το βάδισμα του δεν θα ήταν άλλο από το ίδιο με το δικό του. Τα ρούχα του, τα μαλλιά του, το βλέμμα του, το ύφος του, όλα ήταν μια πιστή αντιγραφή του πρωτότυπου. Κάποιος του έκανε πλάκα, σίγουρα ότι έβλεπε ήταν ένα ψέμα. Ο εαυτός του τον πλησίασε και τον κοίταξε με απέχθεια. Τον έπιασε από τον ώμο και τον ανάγκασε να γονατίσει. Ο κύκλος που διέγραψε γύρω του, αργά και βασανιστικά μπορούσε μόνο να υποδηλώνει απέχθεια και αηδία.
Είχες την ευκαιρία να εκμεταλλευτείς την ζωή που σου δόθηκε, και εσύ το μόνο που έκανες ήταν να μιζεριάσεις και να κάνεις τους γύρω σου δυστυχισμένα υπανθρωπίδια, όπως έγινες και εσύ. Έκανες τις λάθος επιλογές και δεν δέχτηκες τον εαυτό σου με τις χάρες που είχες. Είναι η σειρά μου να αναλάβω..”
Πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του ένα έντονο ψιλό τρίξιμο κατέλαβε την ατμόσφαιρα και έκανε την φύση γύρω να ανατριχιάσει. Η γη έτρεμε και χώριζε σε μικρά κομματάκια ενώ παλλόταν σαν καρδιά. Το αμάξι τρανταζόταν ολόκληρο και αυτό έκανε τα τζάμια του να ραγίσουν και να σπάσουν.
Ο Τζον ακόμα κειτόταν κάτω γονατισμένος, προσπαθώντας να συνέλθει. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αρχίσει να τρέχει μακρυά από τον εφιάλτη οδήγησε τον σωσία του να τον χτυπήσει δυνατά ρίχνοντας τον ξανά κάτω με πίεση.
Εκεί θα μείνεις εσύ! Δεν τελειώσαμε!” είπε με οργή που έκανε τα μάτια του να γυαλίζουν.
Τρέλα. Στις κόγχες των ματιών αυτού του όντος, αντίκρισε την τρέλα. Έτσι ήταν και αυτός όταν μιλούσε στην Μαίρη? Και ξαφνικά κατάλαβε. Αυτός ήταν. Αυτή ήταν η πραγματική του μορφή. Αυτός θα ήταν το τέλος του και θα κατέστρεφε και οποιονδήποτε υπήρχε γύρω του. Σαν έκρηξη η οποία χτυπάει το σύνολο, και όχι το άτομο. Σαν ολική καταστροφή που δεν υπολογίζει αθώες ζωές.
Εξοργίστηκε. Αν ήταν κάποιος να καταστρέψει την εικόνα του και τον ίδιο, δεν θα ήταν άλλος από τον ίδιο. Όχι κάποια φτηνή απομίμηση του εαυτού του, που τον εξανάγκασε να παραδοθεί. Η προϊστορία της πόλης του επέβαλε μάχη, πάλη πρίν πέσει στον πόλεμο. Έπρεπε να υπάρχει πόλεμος, κάποια αντίσταση! Πλέον ήταν προσωπικό.
Σηκώθηκε αδύναμα και διακριτικά. Ο σωσίας του κοιτούσε γύρω του σχεδόν με φρίκη. Οργισμένη φρίκη και τρέλα. Γυρνούσε γύρω γύρω και ούρλιαζε στον άνεμο “Δεν θα με πάρεις-όχι τώρα!”
Τον πλησίασε αδύναμα, μα αποφασιστικά. Ο πονοκέφαλος που ένιωθε πλέον είχε εξαφανιστεί, και είχε γίνει μίσος. Μίσος προς τον εαυτό του, πρός τις αποφάσεις του και το αναθεματισμένο το μυαλό του που του έπαιζε ακόμα και τώρα ένα βρώμικο παιχνίδι. Η γή σε ένα ξέσπασμα της άνοιξε σε πολλά σημεία και από μέσα βγήκαν χιλιάδες, αμέτρητοι κυριολεκτικά, κλώνοι και πρωτότυποι οι οποίοι νικούσαν ή έχαναν σε σωματικές μάχες με τους σωσίες. Κραυγές έσκισαν την ατμόσφαιρα στα δύο ενώ οι κλώνοι που εμφανίστηκαν άρχισαν να αντιδρούν όπως και ο σωσία του Τζόν. Σπαστικές κινήσεις γύρω στον χώρο, χαμένοι στις φωνές τους και την τρέλα τους. Το συνολικό θέαμα ήταν η προσωποποίηση της παράνοιας. Ο ανεξήγητος ήχος που τους έκανες να αντιδρούν έτσι φαινόταν να είναι από τα βάθη των ρωγμών στην γή ενώ φλόγες άρχισαν να αναδύονται. Οι πρωτότυποι έτρεχαν ανεξέλεγκτοι να ξεφύγουν από την φωτιά, από τους κλώνους τους που δεν είχαν ακόμα καταλάβει ότι δεν κυνηγούσαν αυτούς, και από την κατάληξη της τρέλας που θα οδηγούνταν αν έμεναν έστω και ένα λεπτό παραπάνω ακίνητοι να αντικρίζουν το θέαμα. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν στην ίδια κατάσταση με τον Τζόν. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν την τρέλα, τις περίεργες παρουσίες και τελικώς να δούν την αλήθεια στα πρόσωπα των εαυτών τους. Γινόταν όλο και πιο λογικό. Ο Τζόν όσο έβλεπε το απόλυτο χάος, τόσο περισσότερη ικανοποίηση έπαιρνε. Άρχισε να περπατάει κατά μήκος του δρόμου, αργά και απειλητικά. Κοιτούσε γύρω του με το ύφος του δολοφόνου, ενώ χαιρόταν να βλέπει κλώνους να παίρνουν φωτιά και να λιώνουν σαν πλαστικές κούκλες. Οι πρωτότυποι άρχισαν να αντιλαμβάνονται τι έπρεπε να κάνουν. Τώρα όλοι ήξεραν γιατί ήταν εκεί που ήταν. Είχαν ένα συγκεκριμένο σκοπό να τελέσουν. Μαζικά, άρχισαν να ακολουθούν τον Τζόν και να πετάνε τους κλώνους μέσα στις αχόρταγες φλόγες. Ο ήχος δεν τους ενοχλούσε πλέον ούτε στο ελάχιστο. Οι σωσίες ούρλιαζαν και σφάδαζαν καθώς έπεφταν στα φλογερά Τάρταρα. Μερικοί πιανόντουσαν από τις άκρες και οι πρωτότυποι τους έσπαγαν τα χέρια, με απόλυτη βιαιότητα και κανένα έλεος. Η ιστορία είχε πάρει την σωστή τροπή.
Λίγη ώρα μετά, και όταν πλέον είχαν πέσει όλοι οι σωσίες, είτε αιμόφυρτοι στην άσφαλτο είτε εξαφανισμένοι στο βάθος των φλογερών ανοιγμάτων ο Τζόν σταμάτησε το περπάτημα. Έμενε μόνο να παλέψει με τον δικό του κλώνο. Με τον δικό του μισό χαμένο εαυτό.
Τον εντόπισε δίπλα από το αμάξι, παραμορφωμένο και σχεδόν σάπιο, ενώ ανά διαστήματα είχε σπασμούς. Ένας από τους πρωτότυπους τον πλησίασε και μερικοί ακόμα ακολούθησαν. Τον έπιασαν, τον σήκωσαν όπως όπως και τον πήγαν ακριβώς μπροστά στον Τζόν. Τον πέταξαν κάτω, τον έσυραν και τον παρουσίασαν, κουρέλι. Έκανε κάποιες προσπάθειες να μιλήσει, αλλά ο θεϊκός ήχος του είχε καταστήσει αδύνατη την οποιαδήποτε επικοινωνία ή κίνηση. Ο Τζόν τον κλότσησε στα πλευρά. Έκανε έναν αργό κύκλο γύρω του, και τον ξαναχτύπησε. Είχε έρθει η ώρα.
Προσπάθησες εσύ και ο ψεύτικος λαός σου να καταλάβεις αυτόν τον κόσμο. Πόνεσες, πλήγωσες, και πιθανώς κατάφερες και σκότωσες πολλούς μαχητές μου. Ως αντάλλαγμα, εξόντωσα τις δυνάμεις σου. Η στρατιά μου μπορεί να ήταν αδρανής για καιρό, αλλά τώρα ξύπνησε. Τώρα σηκώθηκε από τον λήθαργο της και ήρθε η ώρα να ξεκινήσει αυτός ο πόλεμος.”
Του έτεινε το χέρι του ώς ένδειξη συμφωνίας. Ο σωσίας, ξαφνικά σαν να σταματούσε το θέατρο, τον κοίταξε έντονα, σταμάτησε να βήχει και να σφαδάζει και σηκώθηκε πάνω, δεχόμενος την συμφωνία.
Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν. Αυτή ήταν η αρχή του πολέμου. Η αρχή κάθε πολέμου.