"Yet if hope has flown away,
In a night, or in a day,
In a vision or in none,
Is it therefore the less gone?"

-E. A. Poe

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Φορέας

Την πρώτη φορά που την είδα, παρέλυσα από την ομορφιά της. Είχε τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά τα πιο βαθιά μπλέ μάτια που είχα αντικρύσει ποτέ. Την έβλεπα από το κατάστρωμα του πλοίου που απομακρυνόταν αργά, μα η ίδια φαινόταν να με πλησιάζει αντί να χάνεται στην απόσταση, σαν τα μάτια της να με τραβούσαν με αόρατες κλωστές όλο και πιο κοντά της. Λίγο πριν φωνάξουν το όνομα μου και αποσπαστώ από την μορφή της, ένιωθα τα ρουθούνια μου να γεμίζουν με το άρωμα της, αυτό το χαρακτηριστικό γλυκό άρωμα των βρεγμένων από το θαλασσινό νερό μαλλιών της.
Όταν ξαναγύρισα να την κοιτάξω, δεν υπήρχε πια.
Τα όνειρα ήταν απλά η αρχή του θανάτου μου, ένα πρελούδιο που θα με αποδυνάμωνε αρκετά ώστε να με καθηλώσει για να μην αντισταθώ στα σχέδια της. Όταν ξεκίνησα να τα βλέπω, τους πρώτους δύο μήνες του ταξιδιού, το απέδωσα στο άγχος μου. Ίσως μου έλειπε το σπίτι μου, οι γονείς μου, η κοπέλα μου. Το μόνο σίγουρο είναι οτι δεν έδωσα σημασία στη φωνή που μιλούσε στα όνειρα μου και μου δήλωνε την αγάπη της, που με καλούσε να βρώ τρόπο να πάω κοντά της το συντομότερο δυνατόν, να αλλάξω την πορεία του πλοίου και να κατευθυνθώ βόρεια.
Έβλεπα μια εικόνα ενός απομακρυσμένου νησιού και εκείνη γυμνή, να είναι καθισμένη στην αμμουδιά με γυρισμένη την πλάτη της. Τα βρεγμένα μαύρα μαλλιά της χύνονταν στους ώμους και στην πλάτη της, θυμίζοντας μου την πλούσια μυρωδιά που είχα αισθανθεί την πρώτη φορά που την είδα στο λιμάνι. Στα πρώτα όνειρα είχαμε απόσταση γύρω στα δέκα μέτρα και όμως την ένιωθα τόσο κοντά μου, ένιωθα αληθινά το δέρμα της να με ακουμπάει. Ξυπνούσα με ένα βαρύ συναίσθημα ανικανοποίητης επαφής, με το κεφάλι μου μουδιασμένο σαν να έκλαιγα όλη τη νύχτα, πράγμα που επιβεβαίωσαν οι συγκάτοικοι της καμπίνας μου. Στην αρχή γελούσαμε με τις αφηγήσεις των νυχτερινών μου εξορμήσεων, ακόμα και αν ξυπνούσα ανεξήγητα βρεγμένος από πάνω ώς κάτω. Σε κάθε νέο όνειρο όμως, φαινόταν να τοποθετούμαι όλο και πιο κοντά της, μέχρι που τελικά εμφανίστηκα ακριβώς δίπλα της. Εκείνο το βράδυ ξύπνησα ουρλιάζοντας, χωρίς να θυμάμαι τι μπορεί να με είχε τρομοκρατήσει τόσο πολύ. Θυμόμουν απλά ότι την είδα όρθια, αιωρούμενη δίπλα μου ακριβώς, έτοιμη να γυρίσει να με κοιτάξει.
Όσο περνούσε ο καιρός ξυπνούσα όλο και πιο κουρασμένος, πιο βρεγμένος, πιο βρώμικος. Ένα ξημέρωμα, ξυπνώντας απότομα από το όνειρο μου, συνειδητοποίησα με φρίκη ότι ήμουν καλυμένος με φύκια! Σηκώθηκα σπαστικά, τα μάζεψα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έτρεξα έξω, στο κατάστρωμα για να τα πετάξω στη θάλασσα. Γυρνώντας, έπεσα πάνω στον καπετάνιο , αλαφιασμένος, πανικόβλητος και με φύκια ακόμα μπλεγμένα στα ξυπόλυτα πόδια μου. Δεν μου μίλησε, απλά κοκάλωσε τρομοκρατημένος στην άκρη του διαδρόμου, στο σκοτάδι. Τον κοίταξα, του ένευσα με το κεφάλι και μπήκα βιαστικά στην καμπίνα μου, σίγουρος στην παράννοια μου ότι η συμπεριφορά μου ήταν καθ'όλα λογική.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα αργά, σε μια άδεια καμπίνα την ώρα που νύχτωνε. Ντύθηκα τρέμοντας ακόμα από την βραδινή μου εμπειρία και έτρεξα στο γραφείο του καπετάνιου. Τον βρήκα να διαβάζει τους χάρτες του ταξιδιού μας μαζί με άλλους ναύτες και όταν χτύπησα την πόρτα επικράτησε σιωπή σε όλο το δωμάτιο.
Χωρίς να με κοιτάξει, μου ανακοίνωσε οτι γυρνάμε σπίτι. Οι ναύτες δεν σχολίασαν τα βρεγμένα μου χάλια, έσκυψαν το κεφάλι και με αγνόησαν. Τον ρώτησα αν είχε κάποια δουλειά για εμένα και μου είπε απότομα να γυρίσω στην καμπίνα μου. Δεν έφερα αντίρρηση. Γύρισα στο δωμάτιο και κατέρρευσα στο κρεβάτι μου.
Ξύπνησα μέσα στη νύχτα από τις κραυγές και την απότομη αλλαγή κίνησης του πλοίου. Βγήκα γρήγορα στους σκοτεινούς διαδρόμους, ουρλιάζοντας για τους φίλους μου, για τον καπετάνιο, όμως είχε πέσει σιγή. Έβλεπα πτώματα παντού, κορμιά βεβηλωμένα, χωρίς πρόσωπα, χωρίς χέρια, με ανοιγμένα τα στέρνα τους και βγαλμένους τους πνεύμονες, τα στομάχια τους χυμένα στο λιγδιασμένο από το αίμα πάτωμα. Ούρλιαζα για τον καπετάνιο με την φρίκη να παραμορφώνει την φωνή μου, τα δάκρυα του τρόμου να θαμπώνουν την όραση μου και εγώ να παραπατάω πάνω στα μέλη των πτωμάτων, να γλιστράω στο αίμα τους.Το χέρι μου ξαφνικά γέμισε αίμα, και με λύγισε ο πόνος στην παλάμη μου. Κοίταξα γύρω μου και οι μεταλικοί τοίχοι ήταν χαρακωμένοι, σκισμένοι από κάτι αφύσικα δυνατό και παχύ. Όλοι οι διάδρομοι του καραβιού ήταν πλήρως κατεστραμένοι από κάτι σαν παχύ, δυνατό μαχαίρι.
Και τότε, την είδα. Στεκόταν και πάλι γυμνή, στο σκοτάδι. Ήξερα ότι ήταν αυτή, ακόμα και αν δεν την διέκρινα καθαρά. Τα χέρια της...Ω Θεοί τα χέρια της, δεν ήταν ανθρώπινα πια. Δεν είχε δύο χέρια, δεν είχε χέρια καν, είχε απολήξεις που έμοιαζαν με πλοκάμια που κατέληγαν σε κοφτερές, μυτερές λεπίδες! Τα πόδια της σκίστηκαν στα δύο απότομα και με ένα δυνατό ήχο, ανοίγοντας το δρόμο για περισσότερα εξωκοσμικά πλοκάμια. Το στόμα της ήταν ανοιχτό και έσταζε αίμα, ανάμεσα στα αναρίθμητα δόντια που είχαν καταλάβει το μισό της πρόσωπο, έχασκε και ούρλιαζε το όνομα μου! Πετάχτηκε απότομα πάνω μου και εγώ λιποθύμησα.
Ξύπνησα, δεμένος στο κατάστρωμα, με τεντωμένα τα άκρα μου. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, νιώθω απλά κρύο και υγρασία μέσα στην άδεια νύχτα της θάλασσας, σε ένα πλοίο που πλέον δεν ταξιδεύει αλλα επιπλέει. Το τέρας είναι πάντοτε δίπλα μου, κάποτε σέρνεται, κάποτε περπατάει με τις λεπίδες αλλά είναι πάντα δίπλα μου. Νιώθω το στομάχι μου γεμάτο, τα πνευμόνια μου υγρά. Κάτι κινείται μέσα στα σωθικά μου, κάτι κολυμπάει μέσα μου και μερικές φορές ανεβαίνει στον οισοφάγο μου προσπαθώντας να με πνίξει. Το τέρας γελάει και ψιθυρίζει και εγώ τρελαίνομαι, πεθαίνω, διψάω, πονάω παντού μέσα μου και νιώθω τα σωθικά μου να σκίζονται περισσότερο κάθε λεπτό που περνάει και το τέρας γελάει και σέρνει τα πλοκάμια του γύρω μου.
Ξέρω ότι κυοφορώ την ανώμαλη φύση της μέσα μου. Είμαι απλά ένας φορέας της θηριωδίας και της κτηνωδίας των πράξεων της.

Ξέρω ότι θα πεθάνω επειδή αυτά τα τέρατα τρέφονται από την σάρκα μου και το αίμα μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τίποτα πια, μόνο να περιμένω την απελευθέρωση, την λύτρωση ενός αργοπορημένου και επιθυμητού, από εμένα πια θανάτου.






Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Ο Ορισμός της Επανάστασης

Περπατούσε έξω στο κρύο, σχεδόν έτρεχε και παρατηρούσε την ανάσα του που άφηνε ένα σύννεφο καπνού στο πέρασμα του. Τα εργοστάσια δούλευαν ακόμα και τα μεσάνυχτα και ο ήχος των μηχανών τον εκνεύριζε. Μέσα δούλευαν παιδιά ηλικίας έξι, εφτά και μεγαλύτερα. Τυπικό, φτηνό, εργατικό δυναμικό. Η πληρωμή γινόταν με κουπόνια αγαθών. Η Κοινωνία τα είχε παρουσιάσει στο λαό όταν ο ίδιος ήταν ακόμα στην κούνια.
Για να χτυπήσουμε τον καπιταλισμό, λέγανε. Για να βοηθήσουμε στην αφομοίωση των κοινωνικών στρωμάτων. Το κράτος είναι ταξικός και μολυσμένος όρος. Τώρα υπάρχει μόνο η Κοινωνία. Δεν χρειαζόμαστε πλέον αυτούς τους όρους, είναι βλαβεροί για την γαλήνη μας. Το χρήμα διαφθείρει και κάνει τον εγκέφαλο να αρρωσταίνει. Έκαψαν τα νομισματοκοπεία της χώρας συμβολικά και δημιούργησαν την παραγωγή κουπονιών. Είχαν σκοτώσει τους προηγούμενους ηγέτες και είχαν καταργήσει τις εκλογές. Άχρηστοι, ταπεινοί όροι μπροστά στο μεγαλείο που ακολουθούσε. Μια δεκαετία αργότερα επέβαλλαν και το γλωσσικό νόμο. Ο Τσάρλς ήταν ήδη 12 όταν συνέβη αυτό. Τα επόμενα χρόνια τα θυμάται πολύ έντονα και επίπονα.
Τα σκεφτόταν και γρύλιζε. Γυρνούσε σπίτι με δυο βρώμικα κουπόνια φαγητού στην τσέπη. Σκεφτόταν το μικρό Σάμι στο κρεβάτι του να κλαίει από τους πόνους. Μόλις πριν μερικούς μήνες του βρήκαν στον καρκίνο στο στομάχι. Αδύναμος οργανισμός είπαν, μα όλοι ξέραμε την αλήθεια. Το φαγητό τα τελευταία χρόνια πλησίαζε σε ποιότητα τη σκυλοτροφή. Ελάχιστοι πλέον ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και αν το έκαναν οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες. Ο κόπος ήταν πολύς και οι απολαβές μηδαμινές, δεν άξιζε, έλεγαν. Προσπάθησαν να κινηθούν δικαστικά με ό,τι είχαν για να διεκδικήσουν θεραπεία μα τα δικαστήρια πλέον ήταν όλα διεφθαρμένα. Όλοι έψαχναν τρόπο να βρούν περισσότερα, να χτίσουν ένα μαξιλαράκι ασφαλείας για όταν θα έπεφταν από ασθένεια είτε από ατυχία. Συνεπώς, η μεγαλύτερη προσφορά κέρδιζε και όλοι ξέρανε ποιός στεκόταν απέναντι τους. Η Κοινωνία δεν ενδιαφερόταν για τις εξόφθαλμες αδικίες. Ενδιαφερόταν για την επιβολή του νόμου.
Όταν επιβλήθηκε ο γλωσσικός νόμος η χώρα σάστισε. Πώς θα εκφράζονταν , ποιές ήταν οι αποδεκτές έννοιες, ποιές λέξεις διώκονταν, ποιοί όροι υφίσταντο ακόμα. Είχαν κάνει τη νομοθεσία τόσο περίπλοκη και τις κυρώσεις τόσο σκληρές που αρκετοί απλώς σταμάτησαν να μιλάνε. Ένα έθνος Λακώνων. Ο Τσάρλς θυμάται να του αρπάζουν τα βιβλία μέσα από τα χέρια και να τα καίνε μπροστά του. Όλα τα σχολικά βιβλία κάηκαν, μαζί με πολλά άλλα που αποτελούσαν εχθρό της Κοινωνίας. Ο πατέρας του στεκόταν δίπλα του στηρίζοντας το χέρι του στον ώμο του παρηγορητικά. Είχε φροντίσει να κρύψει μπόλικα από τα “απαγορευμένα” βιβλία στο υπόγειο. Οι επόμενοι μήνες και τα χρόνια θα περνούσαν πολύ ήρεμα και κρυφά. Ο πατέρας του τον δίδαξε όσα ήξερε, του έδωσε όσα είχε, βιβλία περιοδικά, ημερολόγια, φιλοσοφικά, τα πάντα. Σχολείο πήγαινε ακόμα, όμως εκεί δεν μάθαιναν τίποτα πλέον παρά μόνο πρακτικές τέχνες. Η δική του πρακτική τέχνη ήταν η μεταλλουργία.
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα. Σύντομα είχαμε έλλειψη γιατρών και φαρμακοποιών. Σε μια κοινωνία τυφλού δικαίου και κατανομής πλούτου, γρήγορα σε πιάνει απελπισία. Ήταν εύκολο απλά να φύγουν σε άλλες χώρες είτε να αλλάξουν κλάδο απασχόλησης σε κάτι πιο απλό, πιο εύκολο όπως εργάτης εργοστασίου ή αναγνώστης για τυφλούς ή φύλαξη παιδιών. Η Κοινωνία για να το καταπολεμήσει έκλεισε τα σύνορα, και εξανάγκασε τους κατόχους πτυχίου να ασκούν το επάγγελμα τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους με φύλαξη. Πολλοί κατέστρεψαν τα πτυχία τους, αλλά η Κοινωνία τους βρήκε μέσω της βάσης δεδομένων. Οι τιμωρία για την καταστροφή του πτυχίου ήταν εργασία χωρίς κουπόνια για κάποια χρόνια.
Ο Τσάρλς σκόνταψε σε μια λακκούβα στο δρόμο και έβρισε. Παρόλα αυτά συνέχισε να περπατάει γρήγορα και σπασμωδικά. Ίσως και να προλάβαινε την διανομή φαγητού στην πλατεία πριν κλείσει. Δεν μπορούσε να την έχανε και σήμερα, ήδη πεινούσαν πολλά στόματα στο σπίτι. Ο πατέρας του είχε πεθάνει την ίδια περίοδο με την αδερφή της μητέρας του. Η μητέρα του τότε ανέλαβε τα τρία της παιδιά, μαζί με τα δύο δικά της. Τότε δεν ήξεραν για την αρρώστια του Σάμι. Τα χρέη την γονάτισαν και τότε ήταν που ο Τσάρλς άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Ήταν μόλις 17.
Έφτασε στην πλατεία όταν μάζευαν. Παρακάλεσε τον διεφθαρμένο υπεύθυνο για πολλοστή φορά και αυτή τη φορά έπιασε.
“Έχω κέφια σήμερα μικρέ”, είπε και του έδωσε ένα μαρούλι, μισό κιλό ντομάτες και λίγο τυρί, έτσι επειδή έτυχε χθες να είχε πηδήξει. Του χαμογέλασε με εκείνο το βρώμικο, αηδιαστικό, άρρωστο χαμόγελο του ανώμαλου, και του έδωσε τις πλαστικές τσάντες. Ο Τσάρλς τις άρπαξε αηδιασμένος και έκανε αναστροφή να φύγει. Πριν προλάβει να απομακρυνθεί κάποιος πέρασε από δίπλα του και του έβαλε με ταχύτητα κλέφτη στη σακούλα ένα διπλωμένο χαρτί. Ο Τσαρλς κοντοστάθηκε. Το σκέφτηκε λίγο και προχώρησε πάλι με το ίδιο βήμα που είχε έρθει. Μόλις βρέθηκε στο πρώτο σκοτεινό στενό το έβγαλε και το άνοιξε.

ΜΑΖΕΒΟΜΑΣΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΙΑ ΣΤΙΣ ΤΡΙΣ. ΕΛΑ ΜΟΝΟΣ. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΑΗ!

Μόρφασε από τα ορθογραφικά λάθη του σημειώματος. Αν το έβλεπε αστυνομικός το σημείωμα θα τον πήγαινε μέσα. Η λέξη “επανάσταση” είχε απαγορευθεί χρόνια τώρα. Κοίταξε γύρω του. Κανείς. Όποιος του το έδωσε, προφανώς ήξερε τον πατέρα του, γιατί ο ίδιος δεν είχε εκφράσει ποτέ την επιθυμία επανάστασης, ούτε είχε δώσει ποτέ την εντύπωση ότι ήταν κατά της Κοινωνίας. Ασχέτως το τι έγραφε στο ημερολόγιο του, ασχέτως το τι σκεφτόταν. Έμεινε να διαβάζει ξανά και ξανά το σημείωμα, προσπαθώντας να σκεφτεί αν ήταν παγίδα ή όντως ο λαός ξύπναγε. Τελικά έκρυψε το σημείωμα στο παντελόνι του, σε περίπτωση που τον έψαχνε κάποιος αστυνομικός στο δρόμο, και συνέχισε το περπάτημα. Είχε ήδη πάει μιάμιση.
Πολλές θεωρίες στριφογυρνούσαν στο μυαλό του, αν ήταν παγίδα, αν ήταν στοχευμένο για αυτόν, αν είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν. Σε μια Κοινωνία που όλα είναι σχετικά, θα μπορούσαν να καλύψουν το θάνατο του πολύ εύκολα. Εχθρός της Κοινωνίας. Εχθρός της γαλήνης. Πολέμιος των ιδανικών. Έπρεπε να εξοντωθεί. Τώρα περπατούσε αργά και παρατηρούσε το κάθε τι γύρω του. Τα κτήρια, τα πλακάκια κάτω από τα πόδια του, τους δρόμους που δεν είχαν καθόλου αμάξια, ούτε καν παρκαρισμένα. Ένιωθε χιλιάδες μάτια πάνω του να τον ακολουθούν στη διαδρομή. Ο εσωτερικός του μονόλογος τον κυνηγούσε στα στενά της πόλης του.
“Ο πατέρας μου δολοφονήθηκε. Ποτέ δε μάθαμε από ποιόν, ούτε γιατί και για την Κοινωνία δεν είχε σημασία. Δεν είχε σημασία αν δολοφονήθηκε, αν αυτοκτόνησε, εξοντώθηκε είτε πέθανε από ασθένεια. Είχε σημασία ότι απλά έφυγε. Η λέξη θάνατος και το ρήμα πεθαίνω είναι και τα δύο απαγορευμένα. Αν δολοφονήθηκε από την Κοινωνία; Αν του έδωσαν το ίδιο σημείωμα κάποια στιγμή που είχε βγεί, το ακολούθησε και του την είχαν στημένη; Θα πρέπει προφανώς να φερθώ πιο έξυπνα. Ίσως μπορώ να κατασκοπεύσω τη συνάντηση από κάποιο στρατηγικό σημείο. Και αν το έχουν υπολογίσει και αυτό και έχουν βάλει σκοπευτές στις ταράτσες; Όχι, πολύ τραβηγμένο...ή μήπως δεν είναι; Θεέ μου, αν πεθάνω ποιός θα φροντίζει το Σάμι; Μπορεί όμως να είναι ειλικρινές. Μπορεί όντως να ξεκινάει επανάσταση και εγώ θα θέλω να είμαι εκεί όταν γίνει. Αν όντως ήθελαν να ξεκινήσουν επανάσταση όμως, θα το έκαναν σε ένα τόσο εμφανές μέρος όπως η πλατεία; Οι συναθροίσεις απαγορεύονται. Η λέξη συνάθροιση απαγορεύεται και αυτή. Επανάσταση. Επανάσταση. Επανάσταση”
Επανέλαβε τόσο πολύ την λέξη στο μυαλό του που στο τέλος δεν σήμαινε τίποτα πλέον. Διψούσε και νύσταζε, όμως οι παλμοί του είχαν ανέβει. Το ζήτημα τον έκαιγε, όχι μόνο γιατί ανησυχούσε για την εγκυρότητα της πρόσκλησης, αλλά γιατί αν οι ανησυχίες του ήταν βάσιμες, ότι είχε μείνει από την οικογένεια του θα έμενε μόνο και απροστάτευτο. Ένα από τα βιβλία που είχαν απαγορεύσει είχε να κάνει με στρατηγικές πολέμου και ο πατέρας του το είχε κρατήσει. Ίσως θα έπρεπε να του ρίξει μια ματιά όταν έπεφταν όλοι για ύπνο.
“Δε μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς όπλα και εμείς σίγουρα δεν έχουμε. Έχουν απαγορευθεί. Επιτρέπονται μόνο από τα τάγματα πολιτών. Άρα αν κάποιος θέλει να ξεκινήσει επανάσταση θα πρέπει να έχει με το μέρος του κάποιον ή καλύτερα κάποιους εκ των έσω. Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι σίγουρο με αυτούς, γιατί μπορεί να φαίνονται ότι είναι με το μέρος της επανάστασης, όμως στην πραγματικότητα μπορεί να υποκινούνται από την Κοινωνία για να την καταπνίξουν. Άλλωστε δεν θα ανήκαν στα τάγματα αν δεν πίστευαν στην Κοινωνία. Ίσως να έχουν απογοητευτεί; Ίσως όντως να άλλαξαν γνώμη; Είναι δύσκολο να αλλάξεις γνώμη ενώ είσαι σε θέση εξουσίας. Όχι, σίγουρα η επανάσταση θα πρέπει να γίνει χωρίς αυτούς, δεν μπορούμε να τους εμπιστευθούμε. Άλλωστε ένα λάθος και θα βρεθούμε όλοι στο πυρ το εξώτερον...”
Γέλασε με την τελευταία του σκέψη. Είχε διαβάσει αυτήν την φράση σε ένα παλιό απαγορευμένο κόμικ. Με μια δεύτερη σκέψη δεν του φάνηκε και τόσο αστεία. Αν κάποιος μπορούσε να μπεί στο κεφάλι του θα τον είχαν ήδη εξοντώσει. Σχεδόν όλες οι λέξεις ήταν απαγορευμένες. Αυτό τον έριξε σε βαθιά θλίψη και περισυλλογή.
“Ει, εσύ! Που πάς;”
Ο Τσάρλς κοκάλωσε. Γύρισε αργά προς τη φωνή. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν καλάσνικοφ στα χέρια ενός αγριεμένου άντρα. Δε μίλησε, απλά έμεινε να τον κοιτάζει. Ο άγνωστος πλησίασε και τον κοίταξε άγρια και απειλητικά με σκυθρωπό ύφος.
“Δείξε μου τι έχεις στις τσάντες.”
Άνοιξε τις τσάντες χωρίς να μιλήσει. Φοβόταν την ομιλία. Ο τρόπος που σκεφτόταν και μιλούσε ήταν επικίνδυνος. Ήλπιζε με όλη του την ψυχή να μην τον ψάξει στο σώμα. Δεν ήταν πιθανό να βρεί το σημείωμα εκεί που ήταν κρυμμένο, αλλά αν το έβρισκε θα βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο. Ο άνδρας σήκωσε το κεφάλι, τον παρατήρησε, κουρελιασμένα ρούχα, ανακατεμένα μαλλιά και με μία έκφραση αηδίας του έκανε νόημα να φύγει. Ο Τσάρλς του γύρισε πλάτη, και συνέχισε να περπατάει.
“Αν το σημείωμα ήταν στημένο, σίγουρα δεν θα μου έκαναν έλεγχο μετά που μου το έδωσαν. Θα με άφηναν να γυρίσω, υπό παρακολούθηση, να δούν αν θα το έδινα ή έλεγα κάπου. Μπορεί όμως και αυτό να ήταν μέρος του κόλπου για να μην τους καταλάβω. Μπορεί να θέλουν να με πείσουν ότι όλα είναι φυσιολογικά, όπως ένας απλός έλεγχος το βράδυ. Μπορεί να με παρακολουθούν και τώρα...”
Κοίταξε αδιάφορα γύρω του. Έβραζε από φόβο και αγωνία μέσα του, αλλά δεν έπρεπε να δώσει στίγμα αν τον έβλεπαν. Δυο άντρες σε ένα στενό ακουμπούσαν στον τοίχο και μιλούσαν. Όταν πέρασε από μπροστά τους σταμάτησαν απότομα τις ομιλίες. Τον κοιτούσαν όσο απομακρυνόταν και ένιωθε το βλέμμα τους στην πλάτη του.
“ Η επανάσταση ξεκινάει. Πώς; Στηνόταν κάποια επιχείρηση τόσο καιρό χωρίς να το ξέρω; Μα και πώς να το ξέρω...δεν είμαι δικτυωμένος. Ο μπαμπάς ήταν. Αν ήταν εδώ θα μπορούσε να με βοηθήσει. Όμως δεν είναι...πρέπει να φροντίσω τον Σάμι. Αν μας πιάσουν δεν θα μπορώ. Θα τους απογοητεύσω όλους. Η μητέρα δεν μπορεί να φροντίσει μόνη της τόσα στόματα. Σίγουρα δεν θα μπορεί να φροντίσει τον Σάμι. Θα πεθάνει. Ο Σάμι θα πεθάνει.”
Μόρφασε και δάκρυσε. Δεν ήξερε τι να κάνει, όμως συνέχισε να μοιάζει ατάραχος και να περπατάει, ήρεμα και αργά.
“ Θα πεθάνει ακόμα και αν δεν πάρω μέρος. Θα πεθάνει από το καθεστώς. Θα πεθάνει από την Κοινωνία. Μα τι στο διάολο πια είναι η επανάσταση; Τι είναι η εξέγερση; Απαγορευμένοι όροι. Ναι, όμως τι δηλώνουν; Την οργή, την θλίψη, την απογοήτευση του λαού; Δεν την βλέπω όμως! Ο λαός κοιμάται βαθιά νυχτωμένος, όπως επέλεξε να κοιμάται. Τι σημαίνει κοιμάται; Είναι μεταφορά, δεν κοιμούνται πραγματικά γιατί δουλεύουν συνέχεια για να επιβιώσουν. Τι ευθύνη έχω εγώ να τους βγάλω από την μιζέρια τους;”
Χτύπησε την πόρτα δυο φορές. Η μητέρα του, ταλαιπωρημένη και απεριποίητη του άνοιξε την πόρτα.
“Επιτέλους” ψιθύρισε με ανακούφιση. Πήρε τις σακούλες και τις άφησε στο τραπέζι. Ο Σάμι έκλαιγε σιγανά από το μέσα δωμάτιο και του ράγισε την καρδιά.
“Πώς είναι;” ρώτησε ψιθυριστά τη μητέρα. Δεν απάντησε. Απλά έσφιξε τα χείλη της και δάκρυσε. Γύρισε να κρύψει το πρόσωπο της. Ο Τσάρλς την πλησίασε και την πήρε αγκαλιά. Η γυναίκα δεν άντεξε, και ξέσπασε με σιγανούς λυγμούς πάνω του. Μόλις ηρέμησε λιγάκι, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον Τσάρλς με ελπίδα και ευγνωμοσύνη.
“Φτιάξε κάτι για τα παιδιά, έφερα και λίγο τυρί” της είπε μαλακά.
“Δεν θα κάτσω μάνα. Έχω κάπου να πάω. Θα γυρίσω αργά, μπορεί να μη γυρίσω και καθόλου. Μη με περιμένετε.” γύρισε και βγήκε αποφασιστικά έξω.
Για πρώτη φορά η Επανάσταση πήρε σάρκα και οστά στο μυαλό του. Ήξερε τον ορισμό της. Περπατούσε γρήγορα πάλι, με τα χέρια στις τσέπες, σχεδόν χορεύοντας στο μουντό φώς της πανσελήνου. Ξαφνικά, ένιωθε μια ευχάριστη ζέστη μέσα του. Η Επανάσταση θα ήταν...




Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Μια τυχαία κίνηση ευγενείας

Μένω σε μια πόλη με λίγους δρόμους και πολλούς παράδρομους. Γενικότερα αποτελείται από παλαιά κτήρια, ίσως με μια μικρή δόση γραφικότητας και μια μεγάλη τάση προσομοίωσης χωριού. Συνεπώς, δεν χρησιμοποιώ αμάξι, έχοντας την δυνατότητα της παρατήρησης των γύρω μου και της πόλης γενικότερα σε σύγκριση με την μουντάδα της γρήγορης ταχύτητας και της επιφανειακής παρατηρητικότητας και επαγρύπνησης.
Είναι δώρο η ικανότητα της αντίληψης και της προσοχής. Σου ανοίγει ένα κόσμο που πλέον δεν μοιάζει τρισδιάστατος αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Έχει φαντασία, συναίσθημα, χρώμα, πλευρές που ποτέ πρίν δεν είχες παρατηρήσει ή και δεν πρόκειται ποτέ να το κάνεις. Αναφέρομαι φυσικά στις περιστασιακές εικόνες ή μυρωδίες που έρχονται και σε αγκαλιάζουν απροσδόκητα. Μια τέτοια εικόνα με καταδιώκει εδώ και μέρες, καίγοντας με να την διηγηθώ, τρώγωντας με εσωτερικά, κάνοντας το αδύνατο να κοιμηθώ. Στριφογυρνώ γεμάτη ενθουσιασμό, γεμάτη έμπνευση να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του δέρματος μου.
Ήταν νύχτα όταν αποφάσισα να γυρίσω σπίτι, ερχόμενη από μια ρηχή ίσως βραδιά, γεμάτη απογοήτευση. Έχω καιρό να γράψω, ή να ζωγραφίσω, ή να είμαι γενικότερα δημιουργική σε οποιονδήποτε τομέα και αυτό με κάνει ευάλωτη. Ευάλωτη γιατί παρατηρώ μια έντονη στασιμότητα, τόσο σε εμένα όσο και γύρω μου, στις καταστάσεις και στα πρόσωπα. Περπατούσα με αργό βήμα, με τα χέρια στις τσέπες , βγάζοντας αχνό καπνό από τα ρουθούνια και το στόμα μου. Τα πάντα τα είχε κατακλύσει η ακινησία, χωρίς αμάξια, χωρίς άλλα άτομα, χωρίς ζώα να ψάχνουν που θα κοιμηθούν. Και τότε την είδα.
Μια γυναίκα γύρω στα 50, με σκούρα κόκκινα μαλλιά και αέρα αρχοντικό, σαν βασίλισσα. Ήταν όρθια, ελαφρώς σκυμένη ίσως προς τα εμπρός στο κάγκελο του μπαλκονιού της, καπνίζοντας ένα τσιγάρο που φάνηκε ότι ήταν της παρηγοριάς. Ο χειμωνιάτικος αέρας κούναγε ελαφρώς τις κουρτίνες από πίσω της, προσδίδοντας στην εικόνα μια εξωπραγματική αίσθηση. Ήταν πανέμορφη, και ας μην ήταν νέα, και ας μην ήταν βαμένη και περιποιημένη, και ας μην είχε διαστάσεις μοντέλου. Ήταν επιβλητική, και Θεέ μου, τόσο απερίγραπτα γοητευτική. Η αύρα της ούρλιαζε στο χώρο, σχεδόν σε ανάγκαζε να σταματήσεις και να την προσέξεις. Υπέροχη, επιβλητική, με έναν αέρα καμπαρέ άλλης εποχής. Το μπαλκόνι ήταν πολύ χαμηλό, δίνοντας μου την ικανότητα να διακρίνω κάθε ρυτίδα, κάθε μούδιασμα του προσώπου, κάθε τρέμουλο στα μπράτσα της από το κρύο.
Στάθηκα μαγεμένη και την κοιτούσα. Το δεξί της χέρι κρατούσε θυληκά το τσιγάρο και το αριστερό ήταν ακριβώς από κάτω, ίσως για να αγκαλιάζει την μέση της, ίσως για να στηρίζει το άλλο της χέρι, αν και δεν φαινόταν αδύναμη. Φαινόταν δυνατή, σαν να είχε τον έλεγχο όλου του κόσμου σε μια της ματιά. Τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού που δεν ήταν απασχολημένα με το τσιγάρο, έπαιζαν μεταξύ τους νευρικά, προδίδοντας την ψυχική της κατάσταση. Νομίζω την κοιτούσα τόση ώρα, σαν χαμένη, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ομορφιάς και της γοητείας που απέπνεε. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που περιμένεις να μπεί μουσική από πίσω και να συνοδεύσει μια τέτοια ατμόσφαιρα. Και αν ήταν να παίξει κάποια μουσική, θα έπαιζε σίγουρα κάποιο σαξόφωνο σε χαμηλή νότα και αργό τόνο.
Όταν είδα μια γυαλάδα να κατεβαίνει στο μάγουλο της, με συγκλόνισε. Δεν έκανε καν τον κόπο να σκουπίσει το δάκρυ και ας με είχε δει να την παρατηρώ. Σαν ηγέτης που δεν πρέπει να σπάσει την ύστατη στιγμή της κατάρρευσης, έτσι και εκείνη αρνήθηκε να παραδεχτεί την ήττα της, στεκόμενη στο ύψος των περιστάσεων. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να υποχωρήσει. Τράβηξε ακόμη μια πνοή από καπνό, και με κοίταξε κατάματα, ξεφυσώντας αργά. Τότε ήταν που προχώρησα πιο κοντά στο χαμηλό μπαλκόνι, με σεβασμό σαν να αντιμετώπιζα θρόνο. Αν δεν της μιλούσα θα το μετάνιωνα.
" Καλησπέρα σας..." ψέλλισα διστακτικά.
Με κοίταξε έντονα, επιμένοντας στην φυσική της δύναμη. Πήρα κουράγιο μόνο από το βλέμμα της.
" Θέλω να σας πώ ότι φαίνεστε υπέροχη. Μια πραγματική μούσα ομορφιάς. Με έχετε εντυπωσιάσει. Η γοητεία σας φωνάζει σε όλο τον δρόμο απαιτώντας προσοχή. Είσασθε εκπληκτική, και από το λίγο που ίσως μπορώ να σας κρίνω, ήδη αποπνέετε σεβασμό. Μην λυγίσετε, ό,τι και αν σας βασανίζει. Πιστέψτε με, είναι πολύ λίγο μπροστά στο μεγαλείο που σας περικλύει."
Με κοίταξε και βούρκωσε. Παρατήρησα ένα μειδίαμα στο στόμα της, ένα ελαφρύ χαμόγελο, και έσκυψε το κεφάλι της προς τα κάτω, να κρύψει τα λαμπερά της μάτια. Με ξανακοίταξε, μου έγνεψε ένα επιβλητικό ευχαριστώ, και κάρφωσε πάλι το βλέμμα της πάνω μου με ένα όλο και αυξανόμενο χαμόγελο.
Την χαιρέτησα και εγώ με τον ίδιο τρόπο, με ένα λακωνικό νεύμα και με ένα γεμάτο χαμόγελο, και συνέχισα τον δρόμο μου. Ένιωθα τα μάτια της στην πλάτη μου να με λούζουν με ευχές. Όποιος και αν ήταν ο πόνος της, τον ένιωθα ήδη πιο ελαφρύ. Και είμαι σίγουρη ότι με κοίταζε να φεύγω, μέχρι που εξαφανίστηκα τελείως από το πεδίο ορατότητος της. Δεν της άξιζε κανένας πόνος αυτής της γυναίκας.
Τώρα κάθε φορά που περνάω από εκεί την νύχτα, ελπίζω να την ξαναδώ, στο ίδιο μπαλκόνι, με το ίδιο τσιγάρο και την ίδια ατμόσφαιρα, και εκείνη στο κέντρο της εικόνας, φορώντας εκείνη την μαύρη μισάνοιχτη ρόμπα που ανεμίζει, σαν γνήσιο θυληκό. Μακάρι, στην ηλικία της, να αποπνέω και εγώ τέτοια συναισθήματα, μακάρι να έχω έστω και την μισή της δύναμη και προσωπικότητα. Και μακάρι αυτή η ύπαρξη, να μην λυγίσει ποτέ.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

"Σήμερα θα σας τραγουδήσω..."

"Και αν δεν σας τραγουδήσω είμαι σίγουρη ότι δεν θα σας λείψει. Ούτε εγώ θα σας λείψω. Αλλά είναι κάτι τέτοιες νύχτες, ανοιξιάτικες, που το φεγγάρι φωτίζει τόσο δυνατά που δεν μπορεί να κρύψει τις αμαρτίες μου. Το αίμα στα χέρια μου έχει ξεραθεί εδώ και χρόνια αλλά η οσμή δεν μπορεί να φύγει. Τα μάτια μου έχουν θρυνήσει, η φωνή μου έχει σπάσει, αλλά τα δάκρυα και οι κραυγές δεν παύουν να υπάρχουν.
Είναι ίσως που συνεχίζω να σκέφτομαι νεκρούς και να ονειρεύομαι μονίμως με ανοιχτούς οφθαλμούς. Ο ύπνος είναι άλλωστε πολυτέλεια. Η μοίρα μου είναι προδιαγεγγραμένη. Δεν μένει άλλο παρά να το δεχτώ. Όμως μπορώ να σας τραγουδήσω για τις πληγές μου και για τα λάθη μου, και εσείς να με ακούσετε, και να με κοιτάξετε με λύπηση και οίκτο, όπως κάνουν όλοι οι εραστές μου.
Ίσως εσείς που με ακούτε κάποτε να είσασταν εραστές μου. Της μιας ώρας, της μιας βραδιάς, της μιας εβδομάδας. Και μαντεύω ότι δεν σας ένοιαξε που δεν σας ανοίχτηκα ή που δεν έμαθα ποτέ τα ονόματα σας. Ούτε και τα πρόσωπα σας, αυτό είναι αλήθεια. Μα σε αυτό το σημείο που φτάσαμε, ποιό το νόημα πλέον? Ίσως είσαστε παντρεμένοι, ίσως έχετε παιδιά, ή μπορεί να μην ζείτε καν πιά. Μπορεί να μην με θυμάστε, νομίζω αυτό θα ήταν το χειρότερο που θα μπορούσατε να μου κάνετε.
Τώρα που το σκέφτομαι αυτό είναι ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης. Να πεθάνω και να μην μείνει τίποτα απο εμένα. Ούτε καν μια μακρυά ανάμνηση.
Χρόνια τώρα στο σανίδι και δεν έπαιξα ποτέ κάτι συνταρακτικό.Το μόνο συνταρακτικό που πέρασε ποτέ από πάνω μου είναι ίσως το ποτό. Έπινα πολύ και πίνω πολύ, γι αυτό έχω γεράσει έτσι άσχημα που με βλέπετε τώρα. Ούτε μια Οφηλία, ούτε μια Βιρτζίνια Γούλφ...πάντα δεύτεροι ρόλοι, πάντα το σχήμα του καμπαρέ να με ακολουθεί ακόμα και στο σπίτι μου. Κάποια στιγμή το αποδέχτηκα και έγινα ένα με αυτό, έτσι, για να σταματήσει να με κυνηγάει. Και όταν το έκανα, άρχισα να το ζώ. Έγινα ένα με τον ρόλο, ένα με την ψεύτικη πραγματικότητα του. Τι ειρωνικό. Από την μία υπάρχει από την άλλη όχι. Σίγουρα στις καλοφτιαγμένες, όμορφες και καθαρές ζωές των διαφημιστικών δεν υπάρχει. Στις ανθρώπινες, βρώμικες με λάθη, εάν θέλεις να το δείς, θα το δείς ξεκάθαρα. Θα καταλάβεις ότι υπάρχει. Και είτε θα το αγκαλιάσεις, είτε θα τρέχει μακρυά του. Νομίζω μπορείς να κάνεις και τα δύο. Το σκότος της ψυχής δεν κρύβεται όσο φωτεινό και αν είναι το χαμόγελο σου. Και το καμπαρέ δεν είναι τίποτα άλλο από σκότος. Μια άβυσσος με απόκοσμη, κουρδιστή μουσική
Αλλά και πάλι, και να έπαιζα τους ρόλους που ήθελα, ποιά θα ήταν η κατάληξη? Θα γινόμουν ένα, και πάλι, με όλα αυτά τα ψέματα. Όμως το θέατρο δεν είναι ψέμα, αλλά ούτε και αλήθεια. Το θέατρο ζεί από την αλήθεια, και ποτίζεται στο ψέμα. Πεινάει για φώς αλλά καλύπτεται με μανδύες ομίχλης. Μα πάνω από όλα, πεινάει για ψυχές και εγώ την δική μου, του την τάισα οικειωθελώς χρόνια πίσω.
Και τι κέρδισα από τα κρεβάτια, τι κέρδισα από τους αμέτρητους και αθώους εραστές μου? Τι κέρδισα από τον πληγωμένο μου εγωισμό, τι κέρδισα από το ζωντανό κοινό που με έθρεφε κάθε βράδυ και κάθε πρωί πέθαινα...Τι μπορεί να κέρδισαν οι άλλοι? Πικρή απάντηση το τίποτα. Νομίζω δεν θα σας το πώ. Μια κυρία δεν λέει πικρά και κακά πράγματα. Και αν μη τι άλλο, μετά από τόσα χρόνια, κανείς δεν διαφωνεί ότι είμαι κυρία. Και ας ξέρουν το σχήμα και το χρώμα των μηρών μου οι θεατές μου. Ας γνωρίζουν τα λακάκια στο λαιμό μου. Ας βλέπουν το γηρασμένο μου δέρμα, το πεσμένο μου στήθος. Είμαι μια κυρία.
Και απόψε θα σας τραγουδήσω, δεν θα σας παίξω πάλι κάποιο δεύτερο ρολάκι που ο σκηνοθέτης χάρισε απλόχερα σε κάποια πιο νέα, πιο πρόθυμη να δώσει το κορμί της ώς αντάλλαγμα. Μα παρά τους εραστές μου, αυτό δεν το έκανα ποτέ. Εγώ αγαπούσα τον κάθε ένα τους, με τον δικό μου, ντελικάτο, τρόπο. Δεν δέχθηκα ανταλλάγματα, μόνο αγάπη, ή περιφρόνυση. Δικά μου λάθη, δικές μου αμαρτίες, δικά μου σημεία χαραγμένα στο μυαλό και το σώμα. 
Τραγούδι λοιπόν. Η βραδιά σηκώνει τραγούδι. Τραγουδήστε μαζί μου, να πνίξουμε τους πόνους μας σε αυτό, να καλύψουμε τις αμαρτίες μας με νότες και...."

Την είδα να σταματάει απότομα και να πέφτει. Τα μάτια της κλαμμένα εδώ και ώρα, ενώ εκείνη πάσχιζε να κρύψει τους πόνους στην καρδιά. Το μακιγιάζ είναι κυλήσει στα μάγουλα της, και όταν εκείνη έπεφτε άκουσα έναν αναστεναγμό ανακούφισης να φεύγει απο τα βαμένα χείλη της. Πόσα να αντέξει πια μια τόσο ταλαιπωρημένη καρδιά. Πόσο πόνο, πόση πίκρα. Πόση αποτυχία.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΠαγίδαΧ

Τα βράδια φοβάμαι και την σκιά μου. Μην με ρωτάς γιατί, δεν έχω ιδέα. Με κατακλύζουν όλοι αυτοί οι παράλογοι φόβοι περί ποντικιών, εντόμων και ψυχών. Το σπίτι μου έχει περάσει από τα πρώτα δύο, για το τρίτο δεν ξέρω. Γι' αυτό και το αποκαλώ παράλογο φόβο. Σαν μια αίσθηση κάποιος να σε κοιτάει από τα σκοτάδια της κουζίνας μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνεσαι να κλέισεις την πόρτα και μετά ακούς ανύπαρκτους θορύβους. Και δεν ξέρω τι είναι χειρότερο να πιστέψω, τα ποντίκια, οι κατσαρίδες ή ανύπαρκτες οντότητες είναι αυτά που κάνουν τον θόρυβο? Φάκες έχω, δεν μπορεί θα το πιάσει το ποντίκι. Για τις κατσαρίδες έχω προνοήσει και έχω ψεκάσει το σπίτι και το μπαλκόνι. Για τις ψυχές δεν ξέρω. Νομίζω απλά ότι συνεχίζουν να με περιμένουν μέχρι τα ξημερώματα, να με βρούν αδύναμη πίσω από τις σκιές και να με καταβροχθίσουν. Να φάνε κάθε τελευταία ίνα της ύπαρξης  μου και να με εξαφανίσουν δια παντός. Ή ίσως να με κάνουν και εμένα απειλή για την ανθρωπότητα. Ή ίσως να με τραβήξουν από το σώμα μου και μπεί κάποια από εκείνες στο δικό μου καλούπι.
Γι αυτό έχω ζωγραφίσει στην κοιλιά μου ένα μεγάλο Χ και όποτε κάνω μπάνιο και φεύγει, το ξαναζωγραφίζω. Να ξέρουν ότι από εκεί θα πρέπει να περάσουν την ψυχή μου για να βγεί από το σώμα μου και ότι από εκεί πρέπει να μπούν για να πάρουν τον έλεγχο. Αυτό που δεν τους έχω όμως δείξει, είναι πώς θα ξαναφύγουν από το σώμα μου. Γι'αυτό όταν με τραβήξουν μέσα από αυτήν την κόλαση της ύπαρξης και της οντότητας, να πρέπει να μείνουν αιώνια με τις φωνές στο κεφάλι μου και τον εγκέφαλο μου. Και ετούτη θα είναι η τιμωρία τους.

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Ο θάνατος του.

Έχω καιρό να δώ κάποιο όνειρο. Και δεν εννοώ κάποιο οποιοδήποτε όνειρο. Εννοώ...αυτά τα όνειρα που έβλεπα στο παρελθόν, με το αίμα, τον εγκλεισμό, την τρέλα. Αυτά είναι τα όνειρα για εμένα. Μόνο αυτά μπορούν να θεωρηθούν όνειρα γιατί μόνο αυτά με σπρώχνουν στο να γράψω. Το γράψιμο όπως και άλλες τέχνες χρειάζονται ερεθίσματα, χρειάζονται υλικό μελέτης, χρειάζονται χρώματα και ας είναι και μουντά και σκούρα. Χρειάζονται νύχτες πόνου, γεμάτες συναισθήματα και ουρανό. Αλλά εγώ εχθές τα έζησα όλα αυτά, για μια ακόμα φορά, και ώ πόσο μου είχε λείψει.
Έχω μεγάλο μπαλκόνι και με καλή θέα. Βλέπω θάλασσα. Κάπου στις 3 το ξημέρωμα λοιπόν, και μη μπορώντας να κοιμηθώ, πήρα τα τσιγάρα μου και ακόμα ξυπόλητη, βγήκα να πατήσω το υγρό από την βραδινή υγρασία χώμα του κήπου. Έκατσα κάτω οκλαδόν ενώ το χώμα ακούμπαγε τις γάμπες μου και με έκανε να νιώθω ένα με την Μητέρα Γη. Άναψα ένα τσιγάρο και έγειρα το κεφάλι μου πίσω. Ο καπνός όσο περίεργο και αν ακούγεται, μαζί με τα ταραγμένα νεύρα μου, ηρεμούσε και την καρδιά μου. Παρακολουθήσα τους χτύπους της να μειώνονται, να χαλαρώνουν και να μου προσφέρουν μια ακατανόητη ευφορία. Όσο κάπνιζα έτρεχε το μυαλό μου, πέρα από τον ουρανό, πέρα από το διάστημα, πέρα από κάθε παράδεισο και κάθε κόλαση. Και νομίζω τότε ήταν που άκουσα τις πρώτες νότες.
Ναι, σίγουρα ήταν νότες. Ήταν νότες από πιάνο. Στην αρχή δεν έδωσα έντονη σημασία, αν και σίγουρα μου κίνησε την προσοχή ένα πιάνο που παίζει από το πουθενά στις 3 το ξημέρωμα. Έπαιζε μια γνωστή μελωδία όμως που δύσκολα μπορούσε να μην με δελεάσει να ψάξω την πηγή απ' όπου ερχόταν όλη αυτή η μαγεία. Το βλέμα μου έτρεξε στα γύρω σπίτια, στα γύρω μπαλκόνια, στους κήπους. Δεν ένιωθα απολύτως σίγουρη ότι η μελωδία ήταν πραγματική...έχω μια τάση να απορροφούμαι από το συναίσθημα- θα μπορούσα κάλλιστα να τα φαντάζομαι όλα μόνη μου. Φαινόταν πάραυτα υπερβολικά αληθινό για να είναι ψέμα. Το ένιωθα να με ηλεκτρίζει και να με διαπερνά ενώ τότε κατάλαβα τι αντιπροσώπευε η μπλούζ μελωδία του. Ήταν το πολύ αγαπημένο μου τραγούδι του Tom Waits, ένα τραγούδι που με συντρόφευε σε όλη μου την ζωή, το Invitation to the blues. Άρχισα να κινούμαι ελαφρώς στη μελωδία του ενώ ψιθύριζα άτσαλα τους στίχους. Δεν είχα ποτέ μου καλή φωνή, πόσο μάλλον σε ένα τόσο ιδιότροπο τραγούδι. Ξεκίνησα να περιφέρομαι απαλά από την μια μεριά του κήπου ώς την άλλη, απορροφημένη εντελώς από τους ήχους μέχρι που άκουσα και την φωνή. Ω τι φωνή Θεέ μου, απαλή και ερωτική, σαν να προσπαθούσε ένας άγγελος να με αποπλανήσει.
Για μερικές στιγμές κοκάλωσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι άκουγα. Ήταν η καλύτερη ανδρική φωνή που είχα ακούσει ποτέ μου. Βαθιά και αισθησιακή, σχεδόν πικάντικη από βραχνάδα, και με μπόλικη πίκρα και συναίσθημα. Ο πόνος του έφτανε να πλυμμηρίσει τον κόσμο με δάκρυα. Δεν θα κρύψω ότι σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισα και εγώ να κλαίω. Με είχε συνεπάρει ένα παλλικάρι με τέτοια φωνή και τέτοιο συναίσθημα, τόσο πληγωμένο που μπορούσα να αισθανθώ κάθε σπάσιμο της καρδιάς του, κάθε ράγισμα φωνής, κάθε κίνηση που με δυσκολία έκανε πάνω στα πλήκτρα του πιάνου. Ήταν ένας εξωκοσμικός πόνος, πέρα από κάθε φαντασία, πέρα από κάθε θάνατο και κάθε ερωτική απόρριψη. Ήταν μια πίκρα τόσο έντονη που κατάλαβα ακόμα και πότε άρχισε να κλαίει. Το ένιωθα, το άκουγα. Σαν να ήμουν από πάνω του και έβλεπα τα δάκρυα να στάζουν στα κινούμενα χέρια του, στα πόδια του, στο πιάνο.
Είχε κάνει το πιάνο εραστή του, στην προσπάθεια του να βρεί μια αγκαλιά να κλάψει. Και μπορεί να μην ήξερα ποιός έπαιζε το πιάνο, μπορεί να μην τον είχα δεί ποτέ μου, μπορεί να ήταν δολοφόνος, βιαστής, απατεώνας....αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελα τόσο πολύ να τρέξω, να τον πάρω στα χέρια μου και να τον φιλήσω στο μέτωπο, με την στοργή της μάνας που ένα χάδι της διώχνει κάθε πόνο μακρυά. Και πικράθηκα γιατί ένιωσα ανήμπορη. Πικράθηκα που δεν ήξερα σε ποιά κατεύθυνση να τρέξω. Πικράθηκα που δεν ήμουν εγώ το πιάνο, που δεν ήμουν εγώ η μελωδία στην οποία εκείνος ο άγνωστος έβρισκε εξιλέωση. Και τότε η μελωδία σταμάτησε και άκουσα καθαρά το κλάμμα του να σκίζει τη νύχτα στα δύο. Ο άγνωστος ξέσκιζε την καρδιά του στα δύο. Ήταν το κλάμμα ενός μωρού που δεν καταλαβαίνει τον κόσμο. Ή καλύτερα το κλάμμα ενός εφήβου που δεν τον καταλαβαίνει ο κόσμος. Το παιδί πέθαινε στο ίδιο του το παράπονο και εγώ πέθαινα που δεν μπορούσα να το σώσω.
Έκατσα και πάλι στο χώμα και πήρα τα γόνατα μου αγκαλιά. Άρχισα να κινούμαι μπροστά και πίσω ρυθμικά προσπαθώντας να μην κλάψω τόσο γοερά όσο εκείνος. Άφηνα απλά τα δάκρυα να πέφτουν, αυτή τη φορά, επάνω μου. Και κάπως έτσι μας βρήκε και τους δύο το ξημέρωμα, και κάπως έτσι σταμάτησε και το βασανιστικό κλάμα ενός ανθρώπου που υποφέρει.
Τον άγνωστο δεν τον είδα ποτέ αν και πολύ θα ήθελα. Και σας παρακαλώ, αν δείτε ποτέ κάποιον, και σκεφτείτε ότι μπορεί να ήταν εκείνος, πείτε του ότι τον ψάχνω. Του χρωστάω μια αγκαλιά και ένα φιλί στο μέτωπο. Σαν μια μάνα.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Χαμένες ώρες



Είναι 4 καταναγκαστικοί τοίχοι. Απειλητικά, άσπρα παραπετάσματα κελιών. Με τρώει αυτό το σπίτι. Ρουφάει κάθε ενέργεια που μπορεί να έχω, ρουφάει όλη μου την έμπνευση,όλη μου την όρεξη για ζωή. Γυρνάω σπίτι από τον μακρύ περίπατο μου και σιγά σιγά γίνομαι ένα με το πάτωμα. Ο χώρος είναι φορτισμένος αρνητικά και μόνο. Όποιος περνάει απ'έξω ανατριχιάζει, και αυτοί που μπαίνουν μέσα μετά από λίγη ώρα επιθυμούν να φύγουν,μη γνωρίζοντας το γιατί. Μα δεν θα σας πώ ψέματα αν σας πώ ότι οι τοίχοι το βράδυ ζωντανεύουν. Δεν θα σας πώ ψέματα αν σας πώ ότι κάθομαι εκεί, σε αυτήν εκεί την γωνία και κλαίω,μέχρι που αποφασίζω να ξεφύγω τρέχοντας! Τότε τρέχω στην πόρτα ακόμα δακρυσμένη και την ανοίγω...μετά δεν θυμάμαι. Ποτέ δεν θυμάμαι. Δεν είμαι σίγουρη αν βγαίνω έξω ή αν μένω εκεί να κοιτάω την χάσκουσα πόρτα που στο σκοτάδι φαίνεται σαν στόμα τέρατος έτοιμη να με φάει. Τα ξημερώματα πια όταν ξυπνάω από την ζάλη και τον τρόμο είμαι στο κρεβάτι μου, σκεπασμένη μέχρι το κεφάλι ακόμα και αν έχει 40 βαθμούς! Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς βρέθηκα εκεί, ή πόσες ώρες κοιμόμουν...δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα μετά απο το άνοιγμα της πόρτας. Δεν ξέρω αν βγήκα έξω, δεν ξέρω αν έτρεξα, αν μίλησα με κάποιον άνθρωπο, αν κάποιος με έφερε σπίτι...δεν ξέρω καν πώς μπορεί να ξαναμπήκα σπίτι μου δεδομένου ότι τα κλειδιά του σπιτιού τα έχει μόνο η σπιτονοικοκυρά και μου ανοίγει αυτή κάθε φορά.Αυτές οι συνοικίες είναι επικίνδυνες,κανείς δεν εμπιστέυεται τον διπλανό του πλέον. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για κανέναν. Γι'αυτό η σπιτονοικοκυρά αποφάσισε ότι για να μπαίνω σπίτι μου θα χρειάζεται να της ζητάω κάθε φορά τα κλειδιά και να της τα επιστρέφω αμέσως. Ίσως για να μην βγάλω αντίγραφα. Ίσως για να ελέγχει με ποιόν γυρνάω κάθε φορά σπίτι. Άλλωστε αυτή φοβάται ότι όλες οι γυναίκες στα διαμερίσματα της μπορεί να θελήσουν να εκπορνευτούν προκειμένου να ζήσουν. Αλλά όχι εγώ.Εγώ κάθομαι εδώ, σε αυτό το κρύο κουβούκλιο να μετράω τις ώρες που περνάω συνειδητά και τις ώρες που χάνομαι από τον κόσμο.Γιατί ξέρω...ξέρω ότι αν χάσω το μέτρημα θα χαθώ και εγώ η ίδια. Τα έχω σημειωμένα όλα σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι. Πρέπει να ξέρω πόσες ώρες χάνω κάθε βράδυ, πόσα εκατοστά κινούνται οι τοίχοι...ποιός με κοιτάει από το απέναντι μπαλκόνι, ποιος μου χτύπησε την πόρτα στις 3 η ώρα το ξημέρωμα για να μου ζητήσει ζάχαρη...Δεν ακούγεται και πολύ φυσιολογικό ε? Και εγώ το ίδιο σκέφτομαι...αλλά δεν μπορώ να παραδεχτώ ότι ήταν στην φαντασία μου...δεν πρόκειται ποτέ να το παραδεχτώ. Και γι'αυτό, δεν πρόκειται ποτέ να το αλλάξω.


Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

H αληθινή ιστορία της νύχτας I



Έστιψε ένα τσιγάρο και με κοίταξε πρόστυχα. Έλαμπε ολόκληρη από χαρά, τα μάτια της σπινθύριζαν κάτω από το φώς της φωτιάς. Έβλεπα το τσιγάρο να μπλέκεται στα δάχτυλα της και να ξεπροβάλλει από τις χλωμές παλάμες της και τότε κατάλαβα πώς ήταν ώρα για αφήγηση. Πήγα λοιπόν κοντά της, έκατσα οκλαδόν μπροστά στη φωτιά και την κοίταξα με ενδιαφέρον. Εκείνη χαμογέλασε κλείνοντας τα μάτια της και άναψε το τσιγάρο. Ήταν έτοιμη να αρχίσει.
"Δεν ξέρω αν σου έχω μιλήσει ποτέ...για την νύχτα. Την ίδια την νύχτα, το βάθος της, το σκότος της, το είναι της.." ψέλλισε και κοίταξε έξω,στο απέραντο σκοτάδι.
"Όχι...ποτέ." Με το ζόρι κρατούσα την περιέργεια μου να μην της επιτεθεί με ερωτήσεις και φράσεις,στις οποίες ήξερα ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ απάντηση. Έπρεπε να μου πεί την ιστορία με τον δικό της τρόπο και στον δικό της χρόνο.
"Έχεις μουδιάσει από την αγωνία, το νιώθω. Όλο σου το κορμί έλκεται από το δικό μου στόμα. Η γλώσσα βλέπεις είναι πολύτιμος σύμμαχος."
Έκανε μια μακρυά παύση ρίχνοντας μου κλεφτές ματιές να δεί αν θα συγκρατηθώ. Με δοκίμαζε κάθε φορά πριν μου εμπιστευτεί την σοφία της, αλλά την είχα πλέον συνηθίσει οπότε δεν έβγαλα τον παραμικρό ήχο.
"Ξέρω ότι είσαι έτοιμος να μάθεις.Δεν ξέρω αν εγώ είμαι έτοιμη να σου πώ, αλλά δεν με νοιάζει. Πρέπει να ξέρεις...
Δεν πρέπει να ήμουν 15 χρονών όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα στην μαγεία, αγόρι μου. Ήμουν μικρή αλλά το πάθος και η ένταση της περιέργειας μου δεν με άφησαν να ησυχάσω. Έπρεπε να εξελιχθώ, έπρεπε να μαθαίνω συνεχώς περισσότερα, όλο και περισσότερα και πάλι ένιωθα αχόρταγη. Δεν θέλω να μπώ σε λεπτομέρειες,άλλωστε τις ξέρεις και εσύ. Όμως αυτό που μου έκανε πάντοτε την περισσότερη εντύπωση ήταν ένα. Όση δύναμη και αν εξέπεμπε ο ήλιος,πάντα η σελήνη εξέπεμπε περισσότερη. Όσο φώς και αν προσέδιδε ο ήλιος, το φεγγάρι πάντοτε στις πανσελήνους τον νικούσε. Όσο όμορφο και αν ήταν το κίτρινο, ζεστό του χρώμα, τόσο μαγική, μυστήρια ήταν η ασημένια χροιά της σελήνης. Σαν παιδιά δεν θέλουμε το κοινότυπο αλλά ψάχνουμε το εξεζητημένο, ψάχνουμε εκείνο  που δε βλέπεις κάθε μέρα γιατί έτσι το συνηθίζεις. Και εγώ μαγεύτηκα και ερωτεύτηκα παράφορα,γιέ μου, την σελήνη.
Τάχθηκα υπέρ της και την υποστήριξα με όποιο τρόπο μπορούσα όποτε μπορούσα. Είχαμε πλέον γίνει ένα. Μου μιλούσε τις νύχτες που φοβόμουν και με συμβούλευε τις νύχτες που περιφερόμουν έξω άσκοπα. Ο ήλιος ήταν απλά ένας πατέρας που γνωρίζεις την ύπαρξη του αλλά δεν παίρνει ποτέ παραπάνω τον χρόνο σου,ούτε και ασχολείται και πολύ μαζί σου. Τον σέβεσαι, σου δίνει ζωή, αλλά ώς εκεί.  Η σελήνη ήταν η μάνα, που σε προσέχει, σε φροντίζει, σε νοιάζεται και είναι εκεί σε κάθε σου βήμα. Ακόμα και τώρα που στα λέω αγάπη μου νιώθω το ζεστό της χάδι στο μάγουλο μου, την βεβαίωση της ότι όλα θα πάνε καλά. Μεγάλωσα λοιπόν και εγώ, εξελίχθηκα σε γυναίκα, κόρη της σελήνης και πλέον ενήλικη. Από τότε άρχισα να την αγνοώ, είχα έναν ολόκληρο κόσμο ενηλικίωσης να εξερευνήσω και να δοκιμάσω..τόσες γεύσεις, αρώματα, εμπειρίες! Η σελήνη έμεινε μόνη της...ο ήλιος λίγα μόνο μπορούσε να κάνει για να την παρηγορήσει καθώς δεν είχε και πολύ χρόνο στη διάθεση του κάθε μέρα.Μόνο τη στιγμή που συναντιόντουσαν τα βλέματα τους πριν αποχωρήσει ο ένας από τους 2 για να δώσει την θέση του στον άλλο. Η σελήνη πληγώθηκε βαθιά και εγώ ήμουν τυφλή από τα νιάτα, δεν έβλεπα πόσο κακό της έκανα. Σταμάτησε να με βοηθάει, δεν ακολουθούσε κάθε βήμα μου, δεν την ένιωθα κοντά μου και το χειρότερο είναι ότι δεν με ένοιαζε. Δεν με ενδιέφερε πλέον η σελήνη, δεν θεωρούσα ότι μου χρειάζεται, πίστευτα ότι ήμουν αρκετά μεγάλη να χειριστώ τα πάντα μόνη μου. Ένιωθα ολοκληρωμένη και παντοδύναμη.
Μέχρι που το σκότος άρχισε να κυριαρχεί. Ο ήλιος ήταν ανύμπορος να κυριαρχήσει επί του χάους και σκιές μας κυνηγούσαν στους δρόμους. Είχε λυθεί όλη η δαιμονική πλάση και έτρεχε ξέφρενη μετά την αποχώρηση του ηλίου. Η σελήνη, χαμένη στην θλίψη της, πέτρωσε και δεν ξαναολοκληρώθηκε να δώσει το μαγευτικό της φώς στον κόσμο. Οι δαίμονες ήταν πλέον παντού. Κρυμμένοι μέσα σε άλλους ανθρώπους, θαμμένοι στα έγκατα της γής, κάτω από την επιφάνεια του νερού, πάνω στον ουρανό, είχαν κατακλύσει τον πλανήτη. Και εγώ να τρέχω σαν μανιακή στους δρόμους να ξεφύγω από τους εφιάλτες μου ευχόμενη με όλη την ψυχή μου να ξημερώσει, να μην πονάνε άλλο οι τύψεις και οι καταχνιές. Αλλά ο ήλιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και εγώ έτρεχα και έτρεχα λαχανιασμένη ψάχνοντας κάπου σωτηρία. Οι νύχτες του παρελθόντος είχαν πια περάσει ανεπιστρεπτί, αυτές οι νύχτες που φώναζες κάτω από το φώς Της, "κάνει να μην ξημερώσει μάνα! Κάνε να μην φύγει ποτέ αυτό το βράδυ!". Όχι,όχι, αυτές οι νύχτες ήταν πια ξεχασμένες. Κυρίως για εμένα. Σε βλέπω και ανατριχιάζεις αγόρι μου...σε εκπλήσει να με βλέπεις τόσο ανήμπορη και υπαίτια? Ήμουν μικρή...δεν ήξερα. Δεν ήξερα. Η δύναμη του σκότους ώς τότε ήταν άγνωστη παρουσία για μένα.
Ο κόσμος έχασε την αγνότητα του. Μαζική παράνοια κατέκλυσε όλους τους ανθρώπους. Κανείς δεν γλίτωσε. Αργότερα από ερευνητές ειπώθηκε ότι αυτό έγινε ώς αντίδραση του εγκεφάλου να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Και αφού τα δεδομένα ήταν εκτός λογικής,ο εγκέφαλος προσπάθησε να την αποβάλλει. Οποιαδήποτε μορφή λογικής. Η τρέλα κυριάρχησε..Άνθρωποι πέθαιναν, οι έγγυες αυτοκτονούσαν, οι άντρες σφάζονταν μεταξύ τους, οι γέροι δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους και βίωναν ένα αργό και ψυχοφθόρο θάνατο.Όλα φαίνονταν μάταια και όλοι ήθελαν μέσα στην τρέλα τους επιβεβαίωση. Κάπου να κρατηθούν, να τους πεί κάποιος ότι όλα θα πάνε καλά. Αυτά δεν θα τα βρείς σε κανένα βιβλίο ιστορίας, σε κανένα χειρόγραφο, σε καμία βιβλιοθήκη. Μόνο κάτι παλιές μάγισσες σαν και εμένα μπορούν να στα πούν και κάποιες τα έχουν αποτυπώσει σε απαγορευμένα βιβλία μαγείας περιγραφικά. Ο "μαύρος θάνατος" όπως ονομάστηκε αργότερα δεν φαινόταν να αποδυναμώνεται.
Η μόνη που ουσιαστικά μπορούσε να αντιδράσει ήταν η σελήνη. Όμως μέσα στην θλίψη της είχε αποσυρθεί πίσω από τον ήλιο και κρυβόταν στα πιο απομονωμένα σημεία. Ήταν αδύνατο να βρεθεί και μόνο ένα άτομο γινόταν να επικοινωνήσει μαζί της. Δεν πρόκειται να σου πώ πώς αγόρι μου, μην με κοιτάς έτσι. Έχω ορκιστεί και θα το πάρω στον τάφο μου μαζί μου.Δεν μπορώ να σου πώ το πώς το έκανα. Θέλω απλά να ξέρεις ότι το έκανα. Και την έπεισα να γυρίσει, και την έπεισα ότι είναι παντοδύναμη και ξόρισε τα άψυχα δολερά πλάσματα στα έγκατα της γής.
Αυτό δεν θές να ακούσεις? Κρίμα που δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Οι δαίμονες ξέσκιζαν σάρκα και ψυχή καθε βράδυ σε όλο τον πλανήτη. Οι μάγισσες και οι μάγοι προσπαθούσαν να επικαλεστούν την μάνα σελήνη, χωρίς αποτέλεσμα. Αργότερα προσπάθησαν να απωθήσουν έστω και προσωρινά τα δαιμόνια, έχοντας μικρή επιτυχία. Μια χρονιά ξεκληρίστηκαν 20 οικογένειες μάγων από αυτά τα θανατηφόρα πλάσματα ως επίδειξη δύναμης και κυριαρχίας. Λούστηκαν το αίμα των θυμάτων και για ένα βράδυ φανερώθηκαν σε όλες τις πόρτες αφήνοντας σημάδια αίματος σε κάθε αυλή, πόρτα,πόμολο...Παντού το έκαναν να μοιάζει με θυσιαστήριο.Οι εναπομείναντες μάγοι, έχοντας εξ'αρχής λιγότερο κουράγιο και θάρρος, έκαναν πίσω και δεν ξαναπροσπάθησαν ποτέ να αντιταχθούν στις σκοτεινές δυνάμεις.Μερικοί από αυτούς αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα βήματα τους. Μερικοί αποσύρθηκαν στα βουνά προσπαθώντας να ησυχάσουν,χωρίς αποτέλεσμα. Κάθε βράδυ τα δαιμόνια τους ζητούσαν και μια θυσία. Ένα κομμάτι της ψυχής τους κάθε βράδυ. Μέχρι που πέθαναν όλοι όσοι είχαν παραιτηθεί από την προσπάθεια να εξοντώσουν τους κατακτητές.
Βλέποντας τα αυτά η σελήνη,κρυμμένη πίσω από τον καυτό ήλιο, έπεσε σε ακόμα βαθύτερη θλίψη. Ένιωθε υπαίτια της καταστάσεως και χωρίς αυτοσυγκέντρωση και εμπιστοσύνη στον εαυτό της δεν θα κατάφερνε τίποτα. Την μέρα ο ήλιος προσέφερε λίγες ώρες ηρεμίας και το βράδυ όλα ήταν ξανά τα ίδια. Μέχρι που ήρθε το καλοκαίρι,κάτι που τα ήδη χαζά δαιμόνια δεν είχαν υπολογίσει.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Η παραίτηση του συγγραφέα


Είναι πραγματικά λυπηρό που τόσες κόλλες μένουν κενές και εσύ ποτέ δεν ξέρεις πότε και πώς να ξεκινήσεις. Ακόμα πιο λυπηρό είναι και που όταν ξεκινάς μένεις μετέωρος πάνω από τα σβησμένα σου. Είναι η άρνηση να δεχτείς ότι όλα έχουν αλλάξει αλλά δεν μπορείς να προσδιορίσεις τι ακριβώς σε έχει απογοητεύσει πιο πολύ από όλα, ο εαυτός σου ή μήπως τα υπόλοιπα? Και τι είναι τα υπόλοιπα?
Στηρίζεις το κεφάλι σου στα χέρια και καταρρέεις χαμένος στο λαβύρινθο των όσων δεν μπορείς να πείς. Υποτίθεται όμως ότι εσύ μπορούσες πάντα να εκφράζεσαι ελεύθερα και συνειδητά στο γράψιμο σου.  Αντίθετα με το παρελθόν τώρα είσαι φιμωμένος. Δεμένος χειροπόδαρα, ούτε καν αλληγορία δεν μπορείς να φτιάξεις! Κοίτα σε στον καθρέφτη, κοίτα τι ράκος που κατέληξες! Που είναι τα περασμένα σου μεγαλεία, οι πόλεις, τα ρομάτζα, οι ανείπωτοι τρόμοι και φόβοι τις νύχτες? Σε τι κρεβάτια θυσίασες τα όνειρα σου, συγγραφέα, σε τι χαμένα στενά έχασες την επιθυμία σου για καταξίωση και αξιοπρέπεια? Ποιός ρούφηξε από μέσα σου κάθε δύναμη, κάθε ασπίδα, κάθε ίχνος ζωής? Κλάψε συγγραφέα, γιατί τώρα κανείς δεν θα σε σώσει. Ούτε οι στάχτες από το τασάκι,ούτε τα άδεια μπουκάλια, ούτε καν η συντροφία. Τώρα είσαι στα χέρια της μοναξιάς.
Με ακούς? Κοίτα πώς είσαι! Κοίτα! Δεν έχει πάτο το βαρέλι για σένα? Δεν έχει τέλμα η κάθοδος της απαξίωσης! Α, κοίτα. Κάνεις πως δεν ακούς...Εγώ όμως δεν ήρθα για να φύγω με άδεια χέρια. Εγώ ήρθα για να σε πάρω μαζί μου. Και αλήθεια, δεν πρόκειται να φύγω όσο και αν με αγνοείς, όσο και αν κάνεις ότι δεν με ακούς. Μπορεί να μην μπορώ να σε φέρω με την βία, μπορεί να είμαι ανίκανη επαφής αλλά μπορώ να σε πληγώσω πάρα πολύ. Μην με δοκιμάσεις σε παρακαλώ. Μην με φέρεις σε εκείνο το σημείο.
Μην ανάβεις τσιγάρο ανθρωπάκο, εκεί που πάμε δεν έχει τασάκια.Τι λές? Θέλεις να μείνεις εδώ? Μα πριν λίγο δεν με φώναξες? Επικαλέστηκες με φανερή οργή την αυθεντία μου και τώρα με διώχνεις? Αυτά δεν γίνονται, εγώ καλέστηκα και θα ανταμειφθώ και ας πάρει όλο το βράδυ. Θέλεις να μιλήσουμε, να σε βοηθήσω να το δεχτείς πιο εύκολα? Όχι? Τώρα δεν θα μου μιλάς καθόλου?
Εντάξει λοιπόν...δεν μου αφήνεις άλλη επιλογή. Κοίτα και τις δικές σου επιλογές και σε παρακαλώ μην αρχίσεις να παραληρείς. Τιποτένιες πράξεις χωρίς σημασία, αποφάσεις παρμένες χωρίς λόγο...Μη σβήνεις τα φώτα!! Δεν θα εξαφανιστώ ούτε θα με τρομάξει το σκότάδι. Ανήκω στο σκότος του, όπως και εσύ. Παιδί του είσαι και αγαπημένο τέκνο. Έλα...έλα σταμάτα να κλαίς. Ω έλα εδώ...έχω έναν ώμο και για σένα. Ξέρω ότι θυσιάστηκες. Ξέρω ότι πονάς. Αλλά δεν θα σε αγαπήσει πότε όσο σε αγαπάει η τέχνη. Είναι ανίκανη να το νιώσει αυτό το αίσθημα όπως όλοι οι απλοί άνθρωποι. Έπρεπε και εσύ να αγγίξεις την ευτυχία για να καταλάβεις ότι μόνο δυστυχία κρύβει στις πτυχές της. Έπρεπε να χαιδέψεις τα μαλλιά της και να γευτείς την γλυκιά της μυρωδιά για να συνειδητοποιήσεις ότι δεν θα σου ανήκει ποτέ όπως σου ανήκει αυτή η πένα και αυτό το χαρτί. Η ευτυχία φίλε μου είναι δίκοπο μαχαίρι. Ποτέ δεν επεφύλασε κάτι αποκλειστικά καλό. Το είδες και μόνος σου ότι μόνο κακό σου έχει κάνει. Έλα, έλα μαζί μου συγγραφέα...πάμε κάπου που ανασφάλεια δεν υπάρχει και θα έχεις ότι χρειάζεσαι. Θα είναι δίπλα σου μονάχα αυτοί που σε νοιάζονται. Θα είμαι και εγώ, πιστή σου φίλη, η μοναξιά..Θα έχεις όλο τον χώρο δικό σου για να γράφεις, για να πονάς, για να τρέφεις την πληγή σου...έλα...έλα...έλα...


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Η κυριαρχία των θνητών επί του πνεύματος.

Δεν είναι ότι γκρινιάζω πολύ.Ούτε ότι ψυχορραγώ. Ούτε κάν ότι πεθαίνω αργά και βασανιστικά. Είναι που δεν αντέχω αυτήν την απραγία, όλον αυτόν τον ελεύθερο χρόνο που θα έπρεπε να είναι γεμάτος από ανθρώπους. Ανθρώπους με πνεύμα. Ανθρώπους με ύφος, άποψη, χιούμορ. Ανθρώπους που μπορούν να σου δείξουν τον ουρανό και να αναφωνήσουμε με ενθουσιασμό "Κοίτα! Πέφτει ένα αστέρι!", και όχι να κοιτάξουν πάνω, σε αυτήν την θεική δύναμη, και να αδιαφορήσουν. Θέλω εκείνους τους φωτεινούς σηματοδότες που αναγνωρίζεις την δύναμη τους από χιλιόμετρο, εκείνους που λάμπουν και εκφράζονται σαν θεοί.
Αντίθετα, έχω κολλήσει στον βούρκο με τους θνητούς. Θνητούς που μοιράζονται σε ομάδες και βγαίνουν για κατάκτηση άλλων αντίθετων ειδών, λές και αυτό θα σώσει το πνεύμα τους από την αχρηστία. Δεν φταίνε αυτοί. Αυτή η σάπια πόλη φταίει, που τους τρώει το μυαλό και τις ψυχές. Μαυρίζει την όραση τους και δεν βλέπουν. Νομίζουν ότι ο ήλιος λάμπει και ότι το φεγγάρι φωτίζει τα θαμπά τους κρεβάτια τις νύχτες που ξελιγώνονται μετρώντας δευτερόλεπτα αντοχής. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει. Και εγώ δεν έχω καταλάβει τι κάνω ανάμεσα τους. 
Αν η μοίρα έχει μια τάση προς την ψυχολογική διαστροφή, είμαι η πρώτη που μπορεί να το επιβεβαιώσει. Και αν εγώ έχω λόγο που βρίσκομαι ανάμεσα στους υπάνθρωπους, μακάρι να τον ήξερα. Το χειρότερο όμως δεν είναι αύτο. Το χειρότερο είναι που αρχίζω να φοβάμαι ότι τους μοιάζω.
Δεν είναι γκρίνια,παράπονο, μίσος. Είναι απέχθεια προς τα καλύτερα και πιο όμορφα όνειρα τους, ακριβώς γιατί δεν είναι όνειρα. Είναι ονειρώξεις. Παιδικές εκρίσσεις των φαντασιών τους που δεν φτάνουν παραπέρα από το περίπτερο της γωνίας. Όχι ότι είμαι άτομο των ταξιδιών. Ίσα ίσα. Απλά εγώ γνωρίζω το γιατί θέλω να ταξιδέψω και πού θέλω να πάω και θα το κάνω. Και όταν το κάνω δεν θα είναι ο τελικός προορισμός μου αλλά η αρχή του ονείρου. Για τους κοινούς θνητούς το ταξίδι είναι και το τέλος, όχι γιατί δεν είναι όνειρο, αλλά γιατί δεν έχει λόγο η τοποθεσία. 



Απλά το θέμα είναι ότι η απραγία και η λειψυδρία επηρεάζει την λογική μου και δεν ξέρω πόσο θα αντέξει το πνεύμα μου τις επιθέσεις. Γι' αυτό θα πρέπει να με συγωρήσετε αν σας μπερδεύω, και ακόμα περισσότερο θα πρέπει να με συγχωρήσετε αν χαθεί αυτή που γνωρίζατε. Λυπάμαι. Δεν το ήθελα. 

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Μα είμαστε όλοι βασανισμένοι...

Κρυβόμαστε στις σκιές και ελπίζουμε οι φόβοι μας, να μην μας ακούσουν όταν αναπνέουμε. Βγαίνουμε με το πρώτο φώς της μέρας και τρέχουμε να προλάβουμε για να γυρίσουμε πρίν βραδιάσει, στο κελί μας. Εκεί, εκεί που κλείνουμε τους εαυτούς μας, γιατί οι φόβοι κυκλοφορούν χωρίς κλειδιά.Αυτό που μας ξεφεύγει όμως είναι το γεγονός ότι μερικοί από εμάς, όταν το θέλησαν, βγήκαν μεσάνυχτα από το κελί τους και επιβίωσαν. Κανένας φόβος δεν τους καταδίωξε, και αν τόλμησε να το κάνει, έγινε καπνός και κλειδώθηκε οικειωθελώς ο ίδιος στο κελί του κρατουμένου.
Η αντιστροφή των ρόλων σίγουρα θα παρομοιάστηκε το ξημέρωμα με απελευθέρωση, αλλά δεν είναι αυτή η αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι ο φόβος δεν υπήρξε στην πραγματικότητα ποτέ.
Ο φόβος δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί αλλιώς παρά μόνο από το παρελθόν. Δεν είναι δειλεία, αλλά καχυποψία. Οφείλουμε να φοβόμαστε,μαθαίνουμε να το κάνουμε. Είναι το αίσθημα του κινδύνου που υπάρχει έμφυτα μέσα μας και προσπαθεί να μας προειδοποιήσει να μην πράξουμε αυτό το κάτι, αυτό που θα μας σκοτώσει. Αν όμως, στον μύθο του Πλάτωνα, ο πρώτος δέσμιος που ξέφευγε φοβόταν το φώς, και ο οργανισμός του, του έλεγε να οπισθοχωρήσει, δεν θα έφευγε ποτέ από την σπηλιά. Σίγουρα κάθε ίνα του κορμιού του δεσμίου φώναζε και ούρλιαζε ότι ο ήλιος καίει, ότι το δέρμα του θα ξεσπάσει σε φλόγες, ότι η καρδιά του θα εκραγεί και ότι ο ίδιος θα πεθάνει στα πρώτα 5 βήματα.
Μα είμαστε όλοι βασανισμένα πλάσματα και δεν γνωρίζουμε ότι αντέχουμε τον πόνο αυτό, τον ίδιο πόνο που ένιωσε ο δέσμιος του Πλάτωνα. Αντέχουμε να τον ζήσουμε ξανά και ξανά μέχρι να μάθουμε να ξεπερνάμε τα όρια, μέχρι να μάθουμε ότι το να βαδίζουμε στο σκότος δεν μας βλάπτει. Είναι ο πόνος της μετάβασης και τίποτα περισσότερο. Είναι ο φόβος του πόνου που μας κρατάει πίσω με τη βία. Και κάποια στιγμή πρέπει να μάθουμε ότι ο πόνος είναι σύμμαχος και όχι αντίπαλος μας.




Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Μην νομίζεις ότι δεν μου χρωστάς.



Κοιτούσε συνέχεια τον ουρανό. Είχα καιρό να τον δώ και θύμιζε παλαιά καρικατούρα του εαυτού του. Δεν ξέρω γιατί γυρόφερνε εκείνη τη νύχτα στη λίμνη, ίσως έψαχνε την ηρεμία του, ίσως λύτρωση, ίσως κάποιο σημάδι να του την θυμίζει. Ακουγόταν στην πόλη ότι σύμμαχος του είχε γίνει το ποτό και το τσιγάρο, οι πιο κλισέ καταχρήσεις. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι τα μάτια του στέγνωναν κάθε βράδυ όταν έπεφτε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί. Φαντάζομαι ότι θα άπλωνε το χέρι του στην δεξιά μεριά του κρεβατιού και δεν θα ένιωθε να πάλεται κανένα σώμα, καμία αιθέρια ύπαρξη. Κανένα κορμί δεν θα έγερνε πάνω του το βράδυ για να νιώσει την καρδιά του να χτυπάει, κανείς δεν τον έψαχνε στη μέση της νύχτας επειδή είχε εγκαταλείψει την βραδινή του ονειροπόληση.
Και όμως, εκείνο το βράδυ ένιωθε ότι κάποιος τον έψαχνε. Όχι για να τον γυρίσει στο κρεβάτι, αλλά για να τον τραβήξει έξω. Ακολούθησε λοιπόν το κάλεσμα του ανέμου και ήρθε να με βρεί στο πλάι της λίμνης, εκεί που σύχναζε παλιά, πρίν χαθεί στην δίνη της αβύσσου.
Έκατσε δίπλα μου, γύρισε το κεφάλι του και μου έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα. Μετά έστρεψε ψηλά τα μάτια του και κάρφωσε το βλέμμα του στα αστέρια.  Δάκρυα άρχισαν να κυλλάνε στα μάγουλα του, να στάζουν στα χείλη του, στη μύτη του, στο λευκό του μπλουζάκι...Ένα ποτάμι από δάκρυα. Και μόνο τότε μίλησε.
"Είναι μια από αυτές τις μέρες...Από αυτές τις μέρες που οι χειρότεροι σου εφιάλτες φαντάζουν παιδικά παραμύθια."
Έσκυψε το κεφάλι, σκούπισε βιαστικά τα μάτια του και κλείνοντας τα, έγειρε πίσω και ξάπλωσε. Λίγες ώρες αργότερα έσπασε τη σιωπή με ένα ψίθυρο: " Μην νομίζεις ότι δεν μου χρωστάς κάτι καλό Σύμπαν...μην νομίζεις ότι δεν μου χρωστάς."

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Με καπνό, αλκόολ και ψέμα.

Είχε πάει 4 και 12 και εγώ κυκλοφορούσα σαν την άδικη κατάρα στο σπίτι μου, με ένα μεγάλο νεροπότηρο, γεμάτο τσικουδιά. Όχι, αυτό είναι ένα ψέμα. Στο δεξί χέρι μου κρατούσα ένα μαγνητόφωνο και στο αριστερό το μπουκάλι ολόκληρο της τσικουδιάς. Ένα πλαστικό μπουκάλι νερού που περιείχε την γνωστή τσικουδιά, σπιτικής παραγωγής, ελαχίστως νερομένη, με ένα αδιάψευστο άρωμα καθαρού οινοπνεύματος. Αυτό λοιπόν ήταν το χθεσινό μου βράδυ που, τρελή, σηκώθηκα το χάραμα από το κρεβάτι μου για να νιώσω την δροσιά της νύχτας, ανοίγοντας όλες τις πόρτες και τα παράθυρα του διαμερίσματος μου. Μου φαινόταν τόσο φυσιολογικό, αλλά όταν δεν κοιμάσαι καλά το μυαλό σου παίρνει απότομες στροφές. Δημιουργείς αναμνήσεις που θεωρείς ότι ανακαλείς και πάνω σε αυτές χτίζεις συμπεράσματα από παράλλογες νοήσεις πραγματικότητας. Υποθέτω ότι οι τάσεις φυγείς με οδήγησαν στο μπαλκόνι, καθισμένη οκλαδόν με ένα άτεχνα στριμμένο τσιγάρο. Δεν καπνίζω.
Και αυτό είναι ψέμα. Καπνίζω. Και μάλιστα πολύ. Γι' αυτό έχω παντού τασάκια στο σπίτι, στάχτες πεταμένες εδώ και εκεί, κάνοντας το διαμέρισμα να μοιάζει με αποτυχημένο πίνακα του Πικάσο. Είναι η υπενθύμηση ότι έχω γεράσει. Δεν χρειάζομαι καθρέφτες στο σπίτι, τους έχω σπάσει ή κρύψει όλους. Ξέρω ότι το πρόσωπο μου είναι αυλακωμένο από ρυτίδες και πληγές, μαύρους κύκλους και ματωμένα μάτια. Ποιό το νόημα να αρνούμαι την αλήθεια, θα με κυνηγάει όπου και αν πάω. Οι περασμένες δόξες έχουν μείνει πάνω στους τοίχους να μου θυμίζουν την ομορφιά των νιάτων και της δόξας που κάποτε είχα. Αχ και οι νύχτες εδώ είναι ατελείωτες. Το ξέρεις ότι το φεγγάρι κάθε βράδυ με κοιτάζει περιπαικτικά και γελάει με εμένα?
Το μαγνητόφωνο είχε πέσει δίπλα μου, και εγώ είχα ακόμα αγκαλιά την τσικουδιά βγάζοντας πρόστυχα καπνό. Απλά ευχόμουν να ξημερώσει για να καταφέρω επιτέλους να κοιμηθώ. Όχι, είναι και αυτό ένα από τα ψέματα μου. Πρέπει να ελέγξω τον εαυτό μου. Έχω χτίσει τα πάντα σε ένα ψέμα και κάθε φορά που το συνειδητοποιώ καταρρέω. Δεν ήθελα να ξημερώσει. Ήθελα να απορροφηθώ από την νύχτα, να γνωρίσω τους δικούς της καπνούς και να εισβάλω στα κόκκινα φώτα της. Ήθελα να νιώσω όπως παλιά, όπως τότε που είχα νόημα και σκοπό, ένα προορισμό. Ήθελα να βγώ έξω στον δρόμο, σαν χαμένη, και να δώ τον εαυτό μου να με ακολουθεί με όλα μου τα χαρτιά, τους πίνακες, την έμπνευση μου, που έδιναν νόημα στο παρελθόν. Το ήθελα όμως. Και το ήθελα πολύ περισσότερο από το να δώ τα φλεγόμενα μάτια του από το απέναντι μπαλκόνι.
Και αυτό, είναι ψέμα.


Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ο εαυτός και το εγώ μου.

Εγώ. Εγώ είμαι εγώ χωρίς όμως να το παραδέχομαι στον εαυτό μου. Και όσο μεγαλώνει το εγώ μου, μεγαλώνουν και οι νύχτες που μάχομαι τον εαυτό μου. Και εσείς είστε εσείς, χωρίς όμως εγώ να θέλω να σας το πώ. Και όσοι κρύβονται πίσω από τις σκιές δεν είναι γιατί αποστρέφονται τον εαυτό τους, αλλά γιατί φοβούνται για το εγώ τους, μήπως δήθεν τους ντροπιάσει. Και μπορώ να είμαι ο εαυτός μου, χωρίς όμως να είμαι εγώ. Μάλιστα, μπορώ να προσποιηθώ τόσο καλά τον εαυτό μου, που ώρες ώρες ξεχνάω το εγώ μου. Και αν προβάλω τον εαυτό μου πρίν το εγώ μου, αγάπη μου, μην γελαστείς. Είμαι το ίδιο εγωκεντρικό και αυτόνομο εγώ που ήξερες και πρίν.

Και όταν χαθώ, αγάπη μου...μην ψάξεις τον εαυτό μου. Ψάξε το εγώ μου. Θα κείτεται νεκρό πίσω από κάποια παρτιτούρα, ή κάτω από τις ατελείωτες σελίδες της γραφομηχανής...

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Δεν σου 'χω πεί να μην ρωτάς;

Βρισκόμαστε και πάλι σε ένα τέλμα. Είμαι γνωστή για τις κοινωνικές και ψυχολογικές θεωρίες που έχω αναπτύξει και εφαρμόσει τα τελευταία χρόνια, τις περισσότερες φορές με επιτυχία και με έντονα αποτελέσματα, επιθυμητά και μή. Μία από όλες αυτές είναι και η πασίγνωστη θεωρία που επιγραμματικά χαρακτηρίζεται ώς "η Θεωρία των Ερωτήσεων" Είναι εύκολο να την καταλάβεις, και η δουλειά μου σήμερα είναι να αφήσω ένα γραπτό σημείωμα εξήγησης και χρήσης της συγκεκριμένης θεωρίας.
Από μικρά παιδάκια μας μαθαίνουν να ρωτάμε για οτιδήποτε δεν γνωρίζουμε και θέλουμε να μάθουμε. Το μαθαίνουμε νωρίς γιατί έτσι μας βολεύει να κάνουμε. Είναι δωρεάν απαντήσεις, ελεύθερη γνώση που δεν απαιτεί τον παραμικρό κόπο από εμάς παρά μια απλή χαζή ερώτηση. Δηλαδή εμείς δεν ψάξαμε ποτέ μόνοι μας για τις απαντήσεις που ζητούσαμε, δεν ερευνήσαμε, δεν ταλαιπωρηθήκαμε πάνω από το οποιοδήποτε ερώτημα. Ακόμα χειρότερα, δεν πληγωθήκαμε πότε ώς παιδιά επειδή η απάντηση που είχαμε δώσει εμείς στο ερώτημα ήταν λάθος. 
Τι σημαίνει όμως να δίνεις λάθος απαντήσεις σε δικά σου ερωτήματα? Αυτό το μαθαίνουμε μεγαλώνοντας , εκεί κάπου που αρχίζουμε να κάνουμε σοβαρά μαθηματικά και φυσική. Εκεί κάπου που λύνεις μια άσκηση μισή ώρα και βγάζεις λάθος αποτέλεσμα. Δεν πρόκειται μόνο για τον εκνευρισμό της ώρας που χάνεις. Δεν πρόκειται απλά για τον εξαναγκασμό να βρείς σωστό αποτέλεσμα. Πρόκειται για την πλήρη απογοήτευση του εαυτού σου επειδή δεν κατάφερες να βρείς εσύ την απάντηση στο δικό σου ερώτημα. Σε εκείνα τα βάναυσα χρόνια αρχίζεις να σκέφτεσαι " ανίκανος είμαι και δεν μπορώ?".
Μπορούμε όμως πλέον να κατηγορήσουμε πλήρως την ευκολία των παιδικών μας χρόνων και την διαθεσιμότητα των απαντήσεων παντού χωρίς κανένα δικό μας κόπο. Εξ'αιτίας λοιπόν αυτής της ανεπάρκειας, όταν τελικά βγάζουμε δικές μας θεωρίες, λύσεις, και απαντήσεις οι οποίες αποδεικνύονται λάθος, τρέχουμε να κρυφτούμε στη γωνίτσα μας σαν μωρά, και να υπεραναλύσουμε ξανά και ξανά την διαδικασία σκέψης μας που μας οδήγησε σε λάθος συμπεράσματα. Γιατί είμαστε ανίκανοι να δεχτούμε την δική μας αποτυχία σε κάτι προσωπικά ανεπτυγμένο όπως αυτό.
Και κάπου εδώ έρχεται η Θεωρία των Ερωτήσεων. Εγώ είμαι εντελώς κατά των ερωτήσεων. Απαγορεύονται ρητώς και κατηγορηματικώς οι ερωτήσεις εδώ μέσα. Καμία ερώτηση για τίποτα απολύτως. Μόνο η αμοιβαία ανταλλαγή γνώσεων επιτρέπεται στα πλαίσια συζήτησης. Η θεωρία λοιπόν πραγματεύεται το γεγονός ότι αφού δεν μπορείς να αντέξεις ψυχολογικά την απάντηση στην ερώτηση σου, μην την κάνεις καθόλου. Μπορείς να ερευνήσεις το ζήτημα διεξοδικά μόνος σου αν το θές, αν δεν θές μπορείς να το αφήσεις στην άκρη μέχρι να είσαι έτοιμος για να το κάνεις. Αν πάς να ρωτήσεις ευθέως την ερώτηση μπορεί να μην έχεις χρόνο να σκεφτείς αν θές τελικά να μάθεις την απάντηση. Θα σου απαντήσουν κατευθείαν και δεν θα έχεις προλάβει να αποφασίσεις αν πραγματικά θέλεις να ξέρεις! Γιατί κανείς πλέον δεν σκέφτεται το κύριο και βασικό ερώτημα " γιατί θέλω να ξέρω"? Όλοι πνίγονται σε ερωτήσεις και απορίες αλλά ούτε ένας δεν βρέθηκε να φτάσει στην πηγή όλων των ερωτημάτων που ουσιαστικά είναι το " γιατί με ενδιαφέρει?". Χωρίς να ξεκαθαρίσεις τα γενεσιουργά αίτια των ερωτήσεων σου, εσύ ρώτας, ξανά και ξανά, απαιτώντας απαντήσεις και λύσεις, μη μένοντας ποτέ ικανοποιημένος. Και δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν σε ικανοποιούν οι απαντήσεις επειδή ακριβώς δεν έχεις αναρωτηθεί ποτέ την κύρια και βασική ερώτηση.
Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές δεν αντέχεις τις απαντήσεις που σου δίνουν. Αν εγώ έχω άγχος επειδή την Δευτέρα πρέπει να παρουσιάσω μια σημαντική πρόταση στο γραφείο, και λόγω έλλειψης χρόνου έχω χάσει τις μέρες και νομίζω πώς είναι Σάββατο ενώ είναι Κυριακή, αν ρωτήσω κάποιον άλλο τι μέρα είναι και μου απαντήσει πώς είναι Κυριακή θα πληγωθώ! Εξ αρχής επειδή είναι Κυριακή, αλλά εξ' αιτίας και της απάθειας με την οποία θα μου πεί πώς είναι Κυριακή. Θα τσαντιστώ πρώτα με αυτόν και την απάθεια του, και αμέσως μετά με εμένα που δεν είμαι ψυχολογικά έτοιμος για την παρουσίαση. Αν παρόλλα αυτά είχα τα κότσια να κοιτάξω το ημερολόγιο που δεν θα μπορούσε να με παραπλανήσει θα το δεχόμουν σχεδόν αβίαστα. Ουσιαστικά κρυβόμαστε πίσω από τις γνώσεις των άλλων γιατί ελπίζουμε ότι θα είναι τόσο παραπλανημένοι όσο εμείς, και ότι θα απαντήσουν όπως εμείς. Ακριβώς....επειδή ελπίζουμε.
Και είμαι πραγματικά υπέρμαχος της άποψης ότι αν έμαθες κάτι που δεν ήθελες έφταιγες εσύ και μόνο εσύ. Γιατί εσύ ρώτησες και το έμαθες. Και αν δεν σου άρεσε και δεν ήθελες να το μάθεις γιατί δεν ήσουν σίγουρος για την απάντηση, εσύ φταίς γιατί είχες κάθε δυνατότητα ή να μην ρωτήσεις, ή να δηλώσεις σε αυτόν που στο είπε ότι απλά δεν σε ενδιαφέρει και δεν θες να μάθεις. Όταν ήσουν έτοιμος θα ρωτούσες ή θα το ανακάλυπτες μόνος σου.
Και αλήθεια, δεν βγάζω την ουρά μου απ'έξω από όλο αυτό. Εχθές παραβίασα τον κανόνα που είχα καιρό να παραβιάσω και καλά να πάθω, γιατί εγώ φταίω. Ήταν στην δική μου ικανότητα να μην ρωτήσω, αλλά δεν πρόλαβα να το σκεφτώ διεξοδικά. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ αν υπήρχε κάτι άλλο που μου διέφευγε και αν ήμουν λάθος εγώ. Προχώρησα με σιγουριά και αυτοπεποίθηση και χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο. Και καλά να πάθω.
Άλλωστε δική μου θεωρία είναι, εγώ την ανέλυσα, και εγώ την υποστήριξα. Μου το έχω πεί να μην ρωτάω και κάποια στιγμή θα μάθω να μην κάνω λάθη...


Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Το πραγματικό πρόσωπο του Σύμπαντος.

Την πέταξε κάτω με δύναμη τραβώντας την από τα μαλλιά. Εκείνη πάλευε να ξεφύγει από την λαβή του, ούρλιαζε, Θέε μου, και αν ούρλιαζε. Είχα μείνει να την κοιτάω, να κοιτάω την κατάρρευση της ομορφιάς της και της δύναμης της. Ήταν πια δέσμια της οργής του και εγώ υπέφερα σε κάθε χτύπημα, σε κάθε χαστούκι.
Την εξάντλησε και την έδεσε στην καρέκλα  ανάμεσα στον Ερμή και στον Δία. Η Αφροδίτη έκλαιγε και σπάραζε, φώναζε στο Σύμπαν, παρακαλούσε να αντικατασταθεί εκείνη από το άμοιρο το κορίτσι. Μάταιη κάθε κραυγή της, κάθε ικεσία της. Το Σύμπαν ήταν αποφασισμένο. Την έλουσε με καυτό λάδι, αργά, ρίχνοντας το υγρό λίγο λίγο σε κάθε εμφανές σημείο του κορμιού της. Η Αφροδίτη με κοίταξε, με το βλέμμα της να στάζει από απόγνωση και παραίτηση, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα. Οι άλλοι πλανήτες γελούσαν χαιρέκακα, χειροκροτώντας και χουφτώνοντας τα γεννητικά τους όργανα. Το Σύμπαν πέταξε το δοχείο με το λάδι στην άκρη του δωματίου και σήκωσε τα χέρια του στον αέρα, λαμβάνοντας την έγκριση του πλήθους να πράξει και άλλα. Η χυδαιότητα αυτού του δωματίου δεν είχε τέλος.
Σιωπή απλώθηκε στον χώρο. Βήματα και γδαρσίματα ακούστηκαν κάπου στο βάθος, εκεί που κρυβόταν πρόστυχα ο Πλούτωνας. Ένα τεράστιο λιοντάρι περπάτησε κατά μήκος του δωματίου, γρυλλίζοντας και μουγκρίζοντας θυμωμένα. Εστίασε την ματιά του στο Σύμπαν, και το κοίταξε απειλητικά. Το Σύμπαν, σαν να ήταν ζωγραφισμένο σε καρτούν, άπλωσε στο πρόσωπο του το πιο χυδαίο, βρώμικο, άπληστο χαμόγελο και έτριψε τις παλάμες του μεταξύ τους. Ο λέον δεν πτοήθηκε. Πλησίασε το Σύμπαν, ορθώθηκε μπροστά του και με ένα πήδο βρέθηκε με τα μπροστινά του πόδια στους ώμους του. Το έγλυψε στο λαιμό αναγνωριστικά και απομακρύνθηκε με προσοχή, σαν να είχε μάθει ένα μυστικό το οποίο φανέρωνε κάθε αλήθεια κινδύνου και κάθε δύναμη που έκρυβε το Σύμπαν. Το λιοντάρι γύρισε την πλάτη του και αντίκρυσε τις πληγές της θνητής, που πλέον ούτε να ουρλιάξει δεν μπορούσε. Βάλθηκε να γλύφει τις πληγές της, να την παρηγορεί τρίβοντας το πρόσωπο του στα πόδια της, να αγριοκοιτάζει όποιον άλλο πλανήτη προσπαθούσε να την πλησιάσει, μέχρι που το Σύμπαν είδε το ανακουφισμένο βλέμμα της Αφροδίτης. Εκεί άλλαξε τελείως. Παραμορφώθηκε το πρόσωπο του, νευρίασε τόσο πολύ που άρχισε να κλοτσάει το ζώο βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Το άμοιρο πλάσμα, έπεσαν όλοι οι πλανήτες πάνω του, και μπροστά στα μάτια μου το ξέσκισαν, το έκαψαν, το άνοιξαν στα δύο...και κρέμασαν το κουφάρι του στο δαχτυλίδι του Κρόνου, σαν τρόπαιο. Σαν τιμωρία για την θνητή να το κοιτάει. Όμως εκείνη δεν έβλεπε πια. Είχε κλείσει τα μάτια της και έψαλλε ξόρκια και ικεσίες που άδικα την κούραζαν. Ήταν καταδικασμένη.
Άλλο ένα κύμα ενθουσιασμού διαπέρασε το πλήθος. Το Σύμπαν εμφάνισε μια κούτα, ή καλύτερα, ένα τεράστιο κουτί με τσιγάρα που είχε φέρει η Γή, και τα μοίρασε στα αδηφάγα βλέμματα των πλανητών. Ένας αναπτήρας δόθηκε από χέρι σε χέρι και εμφανίστηκαν 10 λαμπυρίζοντα κοκκινωπά φώτα στο σκότο του δωματίου, με τελευταίο και πιο βασανιστικό, το τσιγάρο του Σύμπαντος. Την κοίταξε ειρωνικά, κάπνισε άλλη μια τζούρα και ψιθύρισε: "Παιδιά?"
Οι πλανήτες όρμησαν πάνω στη θνητή καίγοντας το δέρμα της, το κεφάλι της, το πρόσωπο της, βάζοντας φωτιά στα μαλλιά της και στα ρούχα της... Ο ορυμαγδός ήταν τόσο φρικαλέος που η Αφροδίτη όρμησε πάνω μου φωνάζοντας, " Κάνε κάτι, σε παρακαλώ, κάνε κάτι, δεν το αντέχω αυτό"
Δεν ήξερε ότι υπέφερα σωματικά και ψυχικά όσο η θνητή και ότι με κάθε πληγή που εμφανιζόταν στο δικό της σώμα, εμφανιζόταν μια αντίστοιχη και στο δικό μου. Το κατάλαβε λίγο αργότερα που είδε το πρόσωπο μου γεμάτο πληγές.
"Ω...εσύ..." ψιθύρισε. "Εσύ είσαι..." και έπιασε με τα ακροδάχτυλα της τις τρύπες στο πρόσωπο και στα χέρια μου.
Το Σύμπαν σφύριξε και οι πλανήτες απομακρύνθηκαν από το αγνώριστο σώμα. Ως και σήμερα, θυμάμαι ακόμα μια κλωστή που κρεμόταν από το λαιμό του πανωφοριού της, μια κλωστή που ακόμα έκαιγε όταν απομακρύνθηκαν οι βασανιστές. Κρεμόταν στο πλάι του στήθους της, και καιγόταν, σιγά σιγά, αναδίδοντας την ίδια λάμψη που προμύνηε την βαναυσότητα των τσιγάρων.
"Γιατί να μην την γδάρουμε όπως κάναμε με το λιοντάρι?" φώναξε φτύνοντας ο Κρόνος.
"Όχι, να την διαπεράσουμε με δόρυ και να την αφήσουμε να ματώσει ώς το τέλος!" πρότεινε ο Άρης κοιτώντας την Αφροδίτη.
Η Αφροδίτη λούφαξε δίπλα μου, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει με τίποτα τον αγαπημένο της στα μάτια αυτού του τρελού. Το Σύμπαν έμεινε σκεφτικό, να ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, καρφωμένο πάντα στο σώμα της θνητής που ίσα που ανέπνεε.
Και τότε το είπε. Διέταξε να την λύσουν και να απλώσουν τα χέρια της και τα πόδια της στα πλάγια. Την έγδυσαν. Για την ακρίβεια, ξέσκισαν τα εναπομείνατα κουρέλια που κοσμούσαν ακόμα το σώμα της, και στερέωσαν με πασάλους τα πέλματα και τις παλάμες της στο πάτωμα. Πιστεύαμε ότι θα την βίαζαν, αλλά όχι, η ατιμία είχε άλλο όνομα αυτή τη φορά. Έμεινα να κρατάω την Αφροδίτη  που είχε πλέον καταρρεύσει και ούρλιαζε και σπάραζε "Το παιδί μου, το κορίτσι μου, μην πειράζετε το κορίτσι μου" ενώ κανείς δεν της έδινε σημασία. Την έλουσαν με βενζίνη. Γέλασαν μαζί της, την έφτυσαν, και τελικά, της έβαλαν φωτιά με τον ένα και μοναδικό αναπτήρα.
Δεν κουνήθηκε καθόλου. Το σώμα της καιγόταν για ώρες. Δεν ούρλιαξε, δεν φώναξε, δεν έβρισε. Μόνο συνέχισε να ψιθυρίζει υποσχέσεις που χάθηκαν στα βάθη του χρόνου, υποσχέσεις για εκδίκηση και επιστροφή. Έμεινε εκεί, να καίγεται, κάτω από τα βλέμματα και τα χειροκροτήματα όλων των πλανητών που συνέχισαν να φωνάζουν, να γλεντάνε και να χουφτώνουν τα τιποτένια, ανύπαρκτα, γεννητικά τους όργανα.
Και εγώ έμεινα εκεί, αγκαλιά με την άμοιρη μάνα που είχε εξαναγκαστεί σε αυτό το θέαμα, και είχε αντικρύσει τον σύζηγο της να ασελγεί στο κορμί του καρπού του έρωτα τους.  
Είμαι σίγουρος πώς δεν είναι τυχαίο όνειρο. Τα όνειρα μου ποτέ δεν είναι τυχαία.


Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Η πορεία του παιχνιδιού (Prt IV, Final)

Το κοριτσάκι πάγωσε. Τι βλέμμα ήταν αυτό, τι παρουσία. Τι αέρας κινούταν και απορροφώνταν από το αγόρι, τι φωτεινό που φαινόταν το παρελθόν το παρόν και το μέλλον του μέσα από εκείνα τα μάτια.
Η φωνή του την μάγευε, την σήκωσε από τις λάσπες και την πήρε αγκαλιά.
"Όλα καλά θα πάνε...μην φοβάσαι! Είμαστε μαζί τώρα!"  της είπε και χαμογέλασε, ενώ περιστέρια φτερούγισαν στον καταγάλανο ουρανό.
Ταξίδεψαν μακρυά,πολύ μακρυά.  Κάθε βήμα της μικρής μας ηρωίδας ήταν όλο και πιο ασταθές, όλο και πιο αβέβαιο. Το αγόρι δεν της έλεγε που πήγαιναν. Όμως είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να την κάνει να το εμπιστεύεται. Τις νύχτες δεν της μιλούσε, απλά της χάιδευε τα μαλλιά για να την κοιμήσει. Ήθελε να την κοιμίζει.
Κάθε μέρα της τραγουδούσε και της χαμογελούσε. Κάθε μέρα χόρευε και την μάγευε με τις κινήσεις του. Κάθε μέρα την αγκάλιαζε, της ψιθύριζε λόγια και λέξεις που εκείνη δεν καταλάβαινε. 
Έψαχνε το νόημα τους πίσω από τα γράμματα, πίσω από τα κόμματα και τις τελείες. Έψαχνε και βασανιζόταν να βρεί την ουσία έξω από τον κόσμο, να βρεί την πραγματική σημασία των όσων της έλεγε.
Αλλά μάταια. Το αγόρι δεν μπορούσε να έρθει στα μέτρα της μικρής μας ηρωίδας, ούτε και η ηρωίδα μας μπορούσε να συντονιστεί στην συχνότητα του αγοριού. Οι τριβές ξεκίνησαν.
Το αγόρι κατάλαβε ότι η μικρή μας φίλη δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις κινήσεις του, ούτε μπορούσε να συννενοηθεί μαζί του. Είχαν μόνο την γλώσσα του σώματος και τίποτα άλλο.
Ατελείωτες ώρες νοημάτων και κινήσεων πέρασαν τα δύο παιδιά χαμμένα στο δάσος. Πάντοτε, κατευθυνόμενα πρός ένα προορισμό που η μικρή μας φίλη δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να μάθει.
Ο καιρός περνούσε αργά και σταθερά. Το αγόρι όμως κουραζόταν και σταμάτησε να προσέχει το κορίτσι μας. Δεν την χαίδευε πλέον, δεν πρόσεχε την παρουσία της. Κάθε πρωί ξυπνούσαν μαζί και προχωρούσαν ξανά πρός το δάσος.
Η μικρή μας ηρωίδα πάλευε συνεχώς να προσεγγίσει το αγόρι, όμως μάταια. Του έδειξε την τράπουλα της, του μιλούσε ώρες και μέρες για τις θεωρίες της, κάθε φορά για να εισπράξει την απαξίωση και την αδιαφορία του συνοδοιπόρου της.
Ότι και αν έκανε, όσο και αν ταλαιπωρήθηκε, έμεινε άυπνη για να σκέφτεται το επόμενο της βήμα, όσο και αν βασάνισε το μυαλό της και την ψυχή της, το αγόρι είχε μεταμορφωθεί σε πάνινη κούκλα. Τίποτα δεν μπορούσε πλέον να του τραβήξει την προσοχή.
Εκτός από μια μέρα...μια σκοτεινή και βροχερή μέρα. Στο μοναχικό δρόμο που προχωρούσαν τα δύο παιδιά κάτι φαίνεται να έλαμψε ανάμεσα στις φυλλωσιές. Ένα αερικό, μια αιθέρια λάμψη πλανόταν ανάμεσα σε ένα σκοτεινό δρομάκι, εκεί, μέσα στα φύλλα ενός θάμνου.
Το πρόσωπο του αγοριού έλαμψε. Στα μάτια του τρεμόπαιξε ένα τύμπανο θριάμβου,μια διέξοδος ίσως από ένα λάθος του παρελθόνος.
Γύρισε προς το μέρος του κοριτσιού, της χαμογέλασε όλο ελπίδα, και κίνησε πρός το φώς. Το κορίτσι αναθάρεψε, πίστεψε πώς ο δρόμος ήταν χαραγμένος και για αυτήν και για τον μικρό της φίλο.
Όμως όχι. Το αγόρι σταμάτησε τον δρόμο του, γύρισε να την κοιτάξει, έγνεψε αρνητικά, και έτρεξε πάλι πρός το αιθερικό φώς.


 Και εκεί, η μικρή μας φίλη, κατέρρευσε.
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ασφάλειας, βρέθηκε μόνη της σε ένα αχανές δάσος, μην έχοντας ιδέα για το που βρίσκεται, ή το πώς θα γυρίσει σπίτι της. Τα ουρλιαχτά της ακούστηκαν σε όλη την πλάση. Οι κραυγές αγωνίας, τα κλάματα και οι ικεσίες τάραξαν τις νύχτες της για πολύ καιρό
Και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν θυμόταν ποιός ήταν ο σκοπός της. Κατάλαβε ότι δεν θυμόταν ποιά ήταν. Οι μέρες σιγουριάς δίπλα στο αγόρι που την κατεύθυνε, είχαν  μειώσει την ικανότητα της να βρίσκει τον δρόμο της και τους σκοπούς της. Για την ακρίβεια, το αγόρι είχε κλέψει ολόκληρο της τον εαυτό.
Πολλές μέρες και νύχτες γυρνούσε μόνη της στο δάσος, μη βρίσκοντας τροφή, ούτε και νερό. Δεν είχε σκοπό, γυρνούσε γύρω γύρω συνεχώς κάνοντας νοητούς κύκλους γύρω από το σημείο που το αγόρι την είχε εγκαταλείψει κυνηγώντας ένα όνειρο. Σιγά σιγά, αναγνώρισε τα βήματα της στη λάσπη και σταμάτησε να ακολουθεί τον εαυτό της σε ένα ατέρμονο ταξίδι ελπίδας της επιστροφής του οδηγού της. Τόλμησε να βγεί έξω, έξω από την πλάση με τα ζώα και τα φυτά, έξω από το δάσος που την είχε απειλήσει και πληγώσει.
Κάποια μέρα έκλεισε τον κόσμο έξω, έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να τρέχει. Κουτούλησε στα δέντρα, έπεσε και έγδαρε τα γόνατα της, όμως όχι, έπρεπε να τρέξει, να φύγει. Δάφνες έστεψαν το κεφάλι της για αυτήν της την προσπάθεια, αν και το παρελθόν την κυνηγούσε κάθε φορά που κουραζόταν και έκοβε φόρα.
Κάθε φορά όμως τολμούσε, ξανά και ξανά, ακόμα και αν ήταν κουρέλι.
Και ξαφνικά έφτασε. Έφτασε σε μια απέραντη έκταση θάλασσας, σε μαλακό ζεστό χώμα που δεν λέρωνε και ήλιο, άφθονο και άπλετο ήλιο! Είχε βρεί τον ήλιο, τον σκοπό της ζωής της ολόκληρης, είχε βρεί τον λαμπερό και ακατανίκητο φορέα ζωής! 
Έτρεξε και χάθηκε στην έκταση νερού, έβγαλε από πάνω της τα χοντρά και βαριά πανωφόρια, έχασε κάθε ενδοιασμό, έβγαλε το δέρμα της και το έπλυνε στο καθαρό και αλμυρό νερό. 
Τα μαύρα στίγματα έφυγαν από πάνω της, τα πνευμόνια της καθάρισαν από τον φρέσκο αλμυρό αέρα, εξαγνίστηκε κάθε ίνα του κορμιού της.
Και τότε θυμήθηκε την τράπουλα. Την έψαξε, την ανέλυσε, ανακάλυψε τα μυστικά της, την μαγεία της, το φώς της. Δεν ήταν πια ένα ξένο σώμα για εκείνη, ήταν η συνέχεια και η προέκταση της.
Καμία ντροπή, καμία κακιά σκέψη δεν την βασάνιζε πλέον. Ανέκτησε τις δυνάμεις της μέσα από τα χαρτιά, το παιχνίδι και την γή. Βρήκε ξανά το μυαλό της και τις έμφυτες ιδέες της που είχαν κρυφτεί στα βάθη του παρελθόντος. Βρήκε ταλέντα που δεν ήξερε, βρήκε ικανότητες και θεωρίες που είχε αναλύσει ξανά και ξανά χωρίς να καταλάβει. Όμως τώρα όλα είχαν μια πορεία, ένα νόημα, μια θεωρία που λειτουργούσε και στην πράξη!
Και η ζωή της πια ανήκε στην ακατάπαυστη κίνηση της θάλασσας.
Τα πλοία που περνούσαν από μπροστά της ήταν μαγευτικά. Μια τέτοια κίνηση της θύμιζε τις κινήσεις που έκανε και η ίδια, αέναες και μελωδικές, κατευθυνόμενες από τον άνεμο.
Κάθε πλοίο έφερνε και κάτι διαφορετικό. Τροφή, διασκέδαση, γνώσεις, κουλτούρα..και το κάθε τι ήταν παραπάνω από ευπρόσδεκτο.
Η μικρή μας ηρωίδα, τα πανέξυπνα μάτια της, οι γνώριμες κινήσεις της, όλα επέστρεψαν από τα βάθη των Ταρτάρων.
Έχτισε τα όνειρα της με ξύλα και καλάμια, και κάθε μέρα τα συντηρούσε και τα φρόντιζε. Άρχισε να τα πλάθει με άμμο, να τα μεγαλώνει, να προσκαλεί και άλλα κοριτσάκια και αγοράκια να τα δούν και να τα πιάσουν. Βοηθούσαν όλοι μαζί στο χτίσιμο, κάθε μέρα και από λίγο.


 Ταυτόχρονα, χτιζόντουσαν κάστρα στην άμμο με σημαίες και δράκους, με πριγκίπισσες και ηρωικά πριγκιπόπουλα, με ιστορίες και φωτιές. Με μουσικές και μελωδίες, με γράμματα και νότες, όλα συντονισμένα και αρμονικά.


Το δάσος ξεχάστηκε. Άλλωστε τι σημασία είχε πλέον? Και ο σκοπός της ξεχάστηκε...και αντικαταστάθηκε από άλλους σκοπούς, μεγαλύτερους και πιο εντυπωσιακούς.
Ο σκοπός πλέον, ήταν το παιχνίδι. Το παιχνίδι ολόκληρο.


Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Και όμως, οφείλω να στο πώ....

Ήταν εκείνη η στιγμή, η τραγική παραδοχή, μια μόνο πρόταση. Ήταν όλα και τίποτα, μια αλήθεια από θεική παρέμβαση, ο κινητήριο τροχός που χρειαζόταν για την ώθηση. Ήταν η μεγαλύτερη αλήθεια που ανασύρθηκε από τις αναμνήσεις μου όπως το έκανε ο Σωκράτης και κανείς δεν τον πίστευε, ήταν το δαιμόνιο που κατοικεί μέσα μου και επιτέλους ξύπνησε! Μια θεική παρέμβαση, ένα βίαιο χαστούκι στο πρόσωπο της άρνησης. Το χέρι που σε τραβάει προς το φώς και ας σε πονάνε τα μάτια σου. Ήταν το μονοπάτι πρός την πικρή αλήθεια της στιγμής και ταυτόχρονα η βαθύτερη αντίλληψη των πάντων. Ήταν αυτό που δεν προκάλεσε απορίες, ήταν η μονάδικη και πραγματική αλήθεια που είναι τόσο φωτεινά ξεκάθαρη που δεν χωράει σκιές αμφιβολλίας. Ήταν ταυτόχρονα και το βάθος των Ταρτάρων...Ήταν η φωτιά που καίει στα τοιχώματα της πτώσης, ήταν η απότομη διακοπή της αναπνοής και η τραγική προσπάθεια μου να αναπνεύσω. Η ξαφνική παραδοχή της αλήθειας έβρισκε εμπόδιο την ψυχή. Δεν ήθελε να το δεχτεί, δεν μπορούσε έτσι απλά να καταστρέψει τους κόσμους και τις πιθανότητες που είχε χτίσει. Η συνείδηση πάλευε με νύχια και με δόντια να μην αφήσει την πληροφορία να εισαχθεί στην βαθύτερη γνώση του εγκεφάλου, ήξερε πώς η γνώση ήταν ο εχθρός. Και τότε, αυτή μόνο η πρόταση, έκανε τα λογικά μου να καταρρεύσουν. Όχι γιατί ήταν παράλογο το γεγονός, όχι, κάθε άλλο. Ήταν μια γενικώς παραδεδεγμένη αλήθεια που ίσως να μην έκανε καμία αίσθηση σε άλλες συνθήκες. Ένα χαρμόσυνο γεγονός, μια προσπάθεια αναχαίτησης της ζωής. Δεν έφταιγε το γεγονός το ίδιο, αλλά η δική μου αδυναμία να το συνειδητοποιήσω. Ήταν η δική μου απώλεια να το δεχτώ νωρίτερα, ήταν μια αποτυχία της πνευματικής μου δύναμης, και ο δρόμος δεν είχε τέλος. Ήταν εκείνη η παταγώδης κατάρρευση του οικοδομήματος της σιγουριάς, ήταν η τραγική κατάληξη της κατάστασης χωρίς όμως να με έχει βρει σύμφωνη νωρίτερα. Δεν έφτιαγε το γεγονός αλλά η αδυναμία μου να το προβλέψω. Δεν έφταιγε η κατάσταση αλλά η ανικανότητα μου να την δεχτώ. Δεν έφταιγε εκείνη η στιγμή αλλά η άρνηση μου, που κράτησε παραπάνω από χρόνια. Κράτησε μια ολόκληρη ζωή.
Και τότε το θυμήθηκα. Θυμήθηκα την ικανότητα μου να μετατρέπω τα πάντα σε τέχνη και τα οφέλη που έρχονται από αυτό. Γιατί ακόμα και αν είσαι φαινομενικά σταθερός, πρέπει να υπάρχει μια βαθύτερη αστάθεια ψυχολογίας για να δημιουργήσεις. Να δημιουργήσεις πραγματικά σε όλες τις μορφές τέχνης. Και η δική μου ψυχή έμεινε στη σταθερότητα πολύ, πραγματικά πολύ καιρό. Είχε έρθει η ώρα του πολέμου, αυτής της θεικής δύναμης που εξυψώνει το πνεύμα και αναθαρρεύει τις ψυχές και τα αερικά. Είχε έρθει η ώρα των αλλαγών, που πρόσταζε να νιώσει το δέρμα μου να καίγεται στον πάτο, αιμόφυρτο και παραμορφωμένο, για να με αφήσει τελικά να βγώ από εκεί μέσα. Σαν να έπεσαν σκοινιά, και υπό την επίβλεψη της πανσελήνου, να με τράβηξαν οι φρουροί του Δία από τον Τάρτατο, πάνω, στην κατοικία των Θεών. Για λίγες μόνο στιγμές αμφιταλαντεύτηκα στην επιθυμία μου να πλησιάσω τους Θεούς. Είχα συνηθίσει στην πύρινη κόλαση του κενού και στα βραχώδη βήματα του. Όμως τα σκοινιά είχαν μια αρμονική κίνηση από τον αέρα και η πίσσα έλιωνε από πάνω μου, αφήνοντας με να αναπνεύσω. Και δεν υπήρχε μεγαλύτερο δώρο από αυτό.Ήταν μια ψαλμωδία που με διαβεβαίωνε για μια αρχή στα Θεία, μια νέα ζωή κοντά στην μοναδική αλήθεια, μια πραγματικότητα που θα κλείσει τον κύκλο των Ταρτάρων και θα ανοίξει τις πύλες του Ολύμπου. Η ανάρρωση μου δεν θα κρατήσει όσο κράτησε η ασθένεια μου. Είμαι στα χέρια των Θεών τώρα. Είμαι κοντά στις Επουράνιες Δυνάμεις και θα μείνω εδώ να ψάλλω ωδές στον Πάνα. Η δική μου τέχνη θα με σώσει από το παραλλήρημα, τις ελπίδες ενός τρελού. Είναι η δική μου ικανότητα, και δεν την χαρίζω σε κανέναν. Είναι η δική μου κατάρα που με τρώει τις νύχτες να δημιουργήσω, και που αν δεν την ακούσω, φοβάμαι για την ζωή μου.
Και όμως, παρά την σωτηρία μου,οφείλω να στο πώ. Δεν ήσουν εντάξει.